Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

7. Στο πρατήριο υδρογόνου της Shell


Θα κα­βα­λή­σω τη μη­χα­νή και σ’ έ­να τέ­ταρ­το θα εί­μαι στο πρα­τή­ριο της S­h­e­ll ό­που θα δου­λεύ­ω, στα πε­ρί­χω­ρα της πό­λης που τώ­ρα θα ’­ναι στους Αμ­πε­λό­κη­πους. Ο πλη­θυ­σμός της Α­θή­νας θα εί­χε μει­ω­θεί δρα­μα­τι­κά την τε­λευ­ταί­α δε­κα­πεν­τα­ε­τί­α λό­γω των ε­πι­δη­μι­ών, της υ­πο­γεν­νη­τι­κό­τη­τας και της με­τα­νά­στευ­σης. Α­πό τα πέν­τε ε­κα­τομ­μύ­ρια θα έ­χει α­πο­μεί­νει μό­λις το έ­να κι η πό­λη θα εί­χε συρ­ρι­κνω­θεί στο κέν­τρο της.
Θα εί­ναι Πέμ­πτη 23 Ι­ου­λί­ου 2025. Πλη­σι­ά­ζον­τας στο πρα­τή­ριο θα δω να με πε­ρι­μέ­νει, ό­πως κά­θε μέ­ρα, μια ου­ρά αυ­το­κι­νή­των ε­νός χι­λι­ο­μέ­τρου. Ο πο­νο­κέ­φα­λος θα μου τρυ­πα­νί­ζει το κε­φά­λι ε­πί­μο­να σαν κομ­πρε­σέρ ε­κτός ε­λέγ­χου. Θα κα­τέ­βω α­πό τη μο­το­σι­κλέ­τα και θα ξε­κλει­δώ­σω το μα­γα­ζί και τις αν­τλί­ες. Θα έ­χει 50ο βαθ­μούς κά­τω α­πό το υ­πό­στε­γο και μέ­σα στ’ αυ­το­κί­νη­τα του­λά­χι­στον 60ο. Οι ο­δη­γοί θα έ­χουν βγει α­πό τ’ α­μά­ξια τους και θα τα σπρώ­χνουν σι­γά - σι­γά προς το πρα­τή­ριο.
Θα πά­ρω το πλα­στι­κό α­πό­κομ­μα α­πό τον χον­τρό με το ι­δρω­μέ­νο πρό­σω­πο και θα το χώ­σω στη σχι­σμή· η αυ­τό­μα­τη μη­χα­νή θα το κα­τα­πι­εί, και θα ε­πι­τρέ­ψει την πα­ρο­χή υ­δρο­γό­νου για 300 χι­λι­ό­με­τρα. Αυ­τά τα μα­γι­κά v­o­u­c­h­e­rs θα εί­ναι το πιο ι­σχυ­ρό νό­μι­σμα του πλα­νή­τη· πιο ι­σχυ­ρό κι α­π’ το ευ­ρώ, το δο­λά­ριο και το γεν μα­ζί.
Θα προ­σαρ­μό­σω και θ’ α­σφα­λί­σω την αν­τλί­α στην εί­σο­δο του ντε­πό­ζι­του. Θα πα­τή­σω το δι­α­κό­πτη και το συμ­πι­ε­σμέ­νο στα 350 b­ar υ­γρό υ­δρο­γό­νο θα ξε­χυ­θεί με ά­γριο μουγ­κρη­τό στο ρε­ζερ­βου­άρ του αυ­το­κι­νή­του.
Την τε­λευ­ταί­α δε­κα­ε­τί­α θα εί­χα­με πε­ρά­σει α­πό την ε­πο­χή του πε­τρε­λαί­ου στην ε­πο­χή του υ­δρο­γό­νου. Και φυ­σι­κά οι με­γά­λες πε­τρε­λα­ϊ­κές ε­ται­ρεί­ες θα εί­χαν εκ­με­ταλ­λευ­τεί αυ­τήν την με­γά­λη αλ­λα­γή προς το συμ­φέ­ρον τους.
Το υ­δρο­γό­νο θα μπο­ρού­σε να ή­ταν η με­γά­λη ευ­και­ρί­α για την αν­θρω­πό­τη­τα. Θα μπο­ρού­σε να πα­ράγεται α­πό α­να­νε­ώ­σι­μες πη­γές σε μι­κρές α­νε­ξάρ­τη­τες μο­νά­δες πα­ρα­γω­γής που ό­λες μα­ζί θα σχη­μά­τι­ζαν έ­να αυ­τό­νο­μο, α­πο­κεν­τρω­μέ­νο δί­κτυ­ο. Έ­τσι θα εί­χα­με ά­φθο­νη, κα­θα­ρή ε­νέρ­γεια, που θα πα­ρα­γό­ταν α­πό μας τους ί­διους που θα την κα­τα­να­λώ­να­με.
Κά­τι τέ­τοι­ο βέ­βαι­α θα σή­μαι­νε την κα­τα­στρο­φή των πε­τρε­λα­ϊ­κών ε­ται­ρει­ών και δε θα το εί­χαν ε­πι­τρέ­ψει σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση. Γι’ αυ­τό η S­h­e­ll θα εί­χε α­γο­ρά­σει ό­λες τις σχε­τι­κές πα­τέν­τες, θα τις εί­χε θά­ψει, και θα πα­ρή­γα­γε το υ­δρο­γό­νο που χρει­α­ζό­μα­σταν α­πό υ­δρο­γο­νάν­θρα­κες στα δι­υ­λι­στή­ρια της. Έ­τσι η με­γά­λη αλ­λα­γή -α­π’ τους υ­δρο­γο­νάν­θρα­κες στο υ­δρο­γό­νο- θα εί­χε γί­νει χω­ρίς να χά­σει η S­h­e­ll τα κέρ­δη της και χω­ρίς να μει­ω­θεί η ε­ξάρ­τη­σή μας α­π’ αυ­τήν. 
Οι ώ­ρες θα περ­νούν γε­μί­ζον­τας ε­κα­τον­τά­δες αυ­το­κί­νη­τα. Θα βρα­διά­ζει. Ψη­λά, με φόν­το το βα­θύ γα­λά­ζιο τ’ ου­ρα­νού, θα α­νά­ψει αυ­τό­μα­τα η ε­πι­γρα­φή: ‘H­y­d­r­o­g­en, t­he e­c­o­l­o­g­i­c­al f­u­e­l’.
Αυ­τό κι αν θα ήταν α­πά­τη: για­τί ναι μεν κα­τά τη χρή­ση του υ­δρο­γό­νου δεν σχη­μα­τί­ζε­ται δι­ο­ξεί­διο του άν­θρα­κα που εί­ναι υ­πεύ­θυ­νο για το φαι­νό­με­νο του θερ­μο­κη­πί­ου, αλ­λά σχη­μα­τί­ζε­ται κα­τά την πα­ρα­γω­γή του υ­δρο­γό­νου α­πό υ­δρο­γο­νάν­θρα­κες· κι αυ­τό ο πο­λύς κό­σμος δε θα το ξέ­ρει.
Ο ι­δρώ­τας θα μπαί­νει στα μά­τια μου και θα με τσού­ζουν. Τον μα­νια­κό με το κομ­πρε­σέρ πά­νω στο κρα­νί­ο μου θα τον έ­χει πιά­σει ντε­λί­ριο και στην κοι­λιά μου ο κου­λου­ρι­α­σμέ­νος βό­ας του φό­βου θα κα­τα­βρο­χθί­ζει τα σπλά­χνα μου.
Κά­ποι­α στιγ­μή θα φυ­σή­ξει, και θα νι­ώ­σω την πυ­ρω­μέ­νη πνο­ή να κα­τα­καί­ει τους βολ­βούς των μα­τι­ών μου. Θα κά­νω νό­η­μα στον ε­πό­με­νο -έ­να φα­λά­κρα με μαύ­ρο σαν νε­κρο­φό­ρα j­e­ep- να πλη­σιά­σει, ό­ταν ξαφ­νι­κά μια χι­λι­ο­τρα­κα­ρι­σμέ­νη, καμ­πρι­ο­λέ c­h­r­y­s­l­er n­a­t­r­i­um και εκ­κω­φαν­τι­κή b­e­at μου­σι­κή θα έρ­θει και θα χω­θεί μπρο­στά του. Θα κα­τέ­βουν δύ­ο δε­κα­ε­ξά­ρη­δες Σο­μα­λοί, τό­σο μα­στου­ρω­μέ­νοι που ως κι α­π’ τ’ αυ­τιά τους θα βγαί­νουν κα­πνοί. Θα α­πο­ρή­σω πώς αν­τέ­χουν τό­σο δυ­να­τή μου­σι­κή με τέ­τοι­ο καύ­σω­να και τό­ση μα­στού­ρα!
Ο φα­λά­κρας που θα του εί­χαν πά­ρει τη σει­ρά θα κα­τέ­βει και θα τους φω­νά­ξει ε­ξορ­γι­σμέ­νος:
«Πί­σω στην ου­ρά, ρε! Ε­γώ μα­λά­κας εί­μαι που πε­ρι­μέ­νω μια ώ­ρα;! Ε, ’­σύ.­.­.» θα μου πει προ­τεί­νον­τας το πλα­στι­κό α­πό­κομ­μα, «Τι χα­ζεύ­εις; Γέ­μι­σέ το!»
Θα χα­ζεύ­ω την ι­δρω­μέ­νη, γυ­α­λι­στε­ρή φα­λά­κρα του που θ’ αν­τα­να­κλά α­νά­πο­δα τα πρά­σι­να γράμ­μα­τα: ‘H­y­d­r­o­g­en, t­he           e­c­o­l­o­g­i­c­al f­u­e­l’. Η γκό­με­νά του –μια κό­τα με μαλ­λί κάγ­κε­λο– θα προβάλει το κα­κο­φτι­αγ­μέ­νο της κε­φά­λι α­πό το πα­ρά­θυ­ρο του συ­νο­δη­γού φω­νά­ζον­τας:
«Πα­λι­ο­ξέ­νοι! Να φύ­γε­τε α­πό την Ελ­λά­δα! Δε σας θέ­λου­με! Βρω­μί­ζε­τε τη χώ­ρα μας! Μας παίρ­νε­τε τις δου­λει­ές, μας κα­τα­κλέ­ψα­τε, που­λά­τε ναρ­κω­τι­κά, δεν τολ­μά­με να βγού­με α­πό τα σπί­τια μας!»
Ο σο­μα­λὸς με­σ’ τη μα­στού­ρα του θα ση­κώ­σει αρ­γά και με α­πό­λυ­τη α­πά­θεια το με­σαί­ο δά­χτυ­λο του χε­ριού του προς το μέ­ρος της.
Ο φα­λά­κρας θα γουρ­λώ­σει τα μά­τια έκ­πλη­κτος:
«Στη γυ­ναί­κα μου, ρε;­!» -θα χτυ­πή­σει το δά­χτυ­λό του στο στή­θος του– «Στη δι­κιά μου γυναίκα έ­κα­νες κω­λο­δά­χτυ­λο, ρε;! Θα σε σκί­σω πα­λι­ο­πού­στη.., θα.., θα.­.­.» και θα ορ­μή­σει κα­τα­πά­νω του.
Τό­τε ο πι­τσι­ρι­κάς θα κά­νει κά­τι πραγ­μα­τι­κά εν­δι­α­φέ­ρον· χω­ρίς να βι­ά­ζε­ται, θα σκύ­ψει και μέ­σα α­πό το α­μά­ξι του θα εμ­φα­νί­σει έ­να κα­λάσ­νι­κωφ. Ο φα­λά­κρας θα μαρ­μα­ρώ­σει ε­πί τό­που.
«Α­μάν!» θα του φύγει ο τσαμ­που­κάς μονομιάς.
Η χον­τρή θα ω­ρύ­ε­ται υ­στε­ρι­κά:
«Πα­ρ’ του το ό­πλο Μή­τσο! Πα­ρ’ του το!»
«Τι λες, μω­ρή; Πώς θα του το πά­ρω; Εί­σαι με τα κα­λά σου;»
«Θα με σκο­τώ­σουν, Μή­τσο μου· θα με βιά­σουν!»
«Σκά­σε, γα­μώ την Πα­να­γί­α μου· σκά­σε. Με τις φω­νές σου τους τσαν­τί­ζεις πε­ρισ­σό­τε­ρο· δεν το κα­τα­λα­βαί­νεις;» θα της σφυ­ρί­ξει μέ­σα α­π’ τα δόν­τια· και χα­μο­γε­λών­τας συγ­κα­τα­βα­τι­κά προς τους σο­μα­λούς:
«Εί­ναι αρ­παγ­μέ­νη, μην την α­κού­τε.»
Ο σο­μα­λός θα του κολ­λή­σει την κά­νη στον κρό­τα­φο. Ο φα­λά­κρας δε θα ξέ­ρει τι να κά­νει.
«Α­α.­., α­α­α.­.! Θα με βιά­σουν, Μή­τσο· θες να με βιά­σουν;­!»
Πλαφ! πλουφ! θα της α­στρά­ψει δυ­ο χα­στού­κια. Θα μεί­νει ά­ναυ­δη.
«Ε­σέ­να θα βρουν να γα­μή­σουν, μω­ρή; Τα πα­λι­κά­ρια α­πό ’­δω γα­μούν τις κα­λύ­τε­ρες! Έ­τσι δεν εί­ναι παι­διά; Με­γά­λη ι­δέ­α έ­χεις για τον ε­αυ­τό σου. Για κοι­τά­ξου στον κα­θρέ­φτη. Σαν γα­μώ το κέ­ρα­τό μου εί­σαι.­.. Αλ­λά και να σε βιά­σουν, χέ­στη­κα! Μου κα­τέ­στρε­ψες τη ζω­ή. Δε σ’ αν­τέ­χω άλ­λο· φεύ­γω!» και δι­α­σχί­ζον­τας τη λε­ω­φό­ρο θα α­πο­μα­κρυν­θεί νευ­ρι­α­σμέ­νος.
«Μή­τσο μου! Μή­τσο μου, πού πας;­!»
Χω­ρίς να στρα­φεί, θα κά­νει μια χει­ρο­νο­μί­α που θα ση­μαί­νει, ‘πα­ρά­τα με’. 
Η χον­τρή θα κα­θί­σει στη θέ­ση του ο­δη­γού νευ­ρι­α­σμέ­νη, θα βά­λει μπρο­στά, θα κα­βα­λή­σει το δι­ά­ζω­μα και θα τον κυ­νη­γή­σει. Αυ­τός θα τρέ­ξει τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος και θα χω­θεί σ’ έ­να μα­γα­ζί με ε­σώ­ρου­χα για να σω­θεί.
Θα σκέ­φτο­μαι ό­τι οι σχέ­σεις των αν­θρώ­πων εί­ναι τό­σο σά­πι­ες που στην πα­ρα­μι­κρή ε­ξω­τε­ρι­κή πί­ε­ση θα σπά­νε σαν γυ­ά­λι­να φι­α­λί­δια α­να­δί­δον­τας μπό­χα και δυ­σω­δί­α.
Ο πι­τσι­ρι­κάς με το κα­λάσ­νι­κωφ θα μα­ζέ­ψει τα α­πο­κόμ­μα­τα των υ­πο­λοί­πων ο­δη­γών και θα μου πει ή­ρε­μα:
«Γέ­μι­σέ το!»
Πί­σω στη μέ­ση μου θα έ­χω το υ­πη­ρε­σια­κό πε­ρί­στρο­φο. Η      H­y­d­r­o­g­en θα δί­νει νό­μι­μα σ’ ό­λους τους υ­παλ­λή­λους της ό­πλα για αυ­το­προ­στα­σί­α και θα τους εκ­παι­δεύ­ει για ν’ αν­τι­με­τω­πί­ζουν την αυ­ξη­μέ­νη εγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τα. Εύ­κο­λα θα μπο­ρού­σα να τι­νά­ξω στον α­έ­ρα τ’ ά­μυα­λα κε­φά­λια των πι­τσι­ρι­κά­δων, αλ­λά δε θα το κά­νω· ό­χι για­τί θα τους λυ­πά­μαι, αλ­λά για­τί τί­πο­τε α­π’ ό,τι θα γί­νε­ται γύ­ρω μου δε θα με α­φο­ρά· τί­πο­τε α­π’ ό,τι θα συμ­βαί­νει δε θα ’­ναι ι­κα­νό να με τρα­βή­ξει έ­ξω α­πό το βα­θύ πη­γά­δι της α­πελπισίας μου· θα κοι­τά­ζω τον κό­σμο με γυ­ά­λι­νο βλέμ­μα, για­τί ο λευ­κός όγ­κος μέ­σα στο μυα­λό μου δε θα α­φή­νει χώ­ρο για ο­ποι­α­δή­πο­τε άλ­λη σκέ­ψη.­..
Η σχι­σμή θα ρου­φή­ξει το έ­να με­τά το άλ­λο τα κου­πό­νια και θα ε­πι­τρέ­ψει να ξε­χυ­θεί το πο­λύ­τι­μο υ­δρο­γό­νο. Ό­ση ώ­ρα θα γε­μί­ζω την c­h­r­y­s­l­er, οι άλ­λοι ο­δη­γοί θα κοι­τά­ζουν τους πι­τσι­ρι­κά­δες με μί­σος, ε­νώ οι τε­λευ­ταί­οι θα τους α­πει­λούν με τα κα­λάσ­νι­κωφ χα­μο­γε­λών­τας προ­κλη­τι­κά.
Έ­πει­τα θα μπουν στo α­μά­ξι τους και θα φύ­γουν σπι­νά­ρον­τας, ξε­φω­νί­ζον­τας και πυ­ρο­βο­λών­τας στον α­έ­ρα. Μό­λις θα βγουν στη λε­ω­φό­ρο, θα κά­νουν έ­ναν ε­πι­κίν­δυ­νο ε­λιγ­μό για να προ­σπε­ρά­σουν, θα χά­σουν τον έ­λεγ­χο, το αυ­το­κί­νη­το θα δι­α­γρά­ψει μια τρε­λή πο­ρεί­α πε­νήν­τα - ε­ξήν­τα μέ­τρων και θα πέ­σει με την α­ρι­στε­ρή πλευ­ρά πά­νω σ’ έ­να στύ­λο.
Μια υ­πέ­ρο­χη, θε­α­μα­τι­κή, γα­λά­ζια λάμ­ψη θα τι­να­χτεί ε­κα­τό μέ­τρα ψη­λά και θ’ α­στρά­ψει στο νυ­κτε­ρι­νό ου­ρα­νό σαν λά­μα μα­χαι­ριού. Το αυ­το­κί­νη­το θα γί­νει πα­ρα­νά­λω­μα.
Το πα­ρά­ξε­νο θα εί­ναι ό­τι το δυ­να­τό μπητ θα ε­ξα­κο­λου­θεί να α­κού­γε­ται. Δύ­ο φλε­γό­με­να αν­θρώ­πι­να σώ­μα­τα θα προ­βά­λουν στριγ­γλί­ζον­τας α­να­τρι­χι­α­στι­κά. Θα χει­ρο­νο­μούν και θα πη­δούν σαν να χο­ρεύ­ουν το b­r­e­ak d­a­n­ce της ζω­ής και του θα­νά­του.
Εν­στι­κτω­δώς θ’ αρ­πά­ξω τον πυ­ρο­σβε­στή­ρα και θα κι­νη­θώ προς το μέ­ρος τους.­.. Κά­ποι­ος θα με συγ­κρα­τή­σει πι­ά­νον­τάς με α­πό το μπρά­τσο:
«Ά­στους να ψη­θούν! Τους α­ξί­ζει, για­τί πή­ραν τη σει­ρά μας,» θα σφυ­ρί­ξει χαι­ρέ­κα­κα, σαν ο­χιά.
Έ­νας άλ­λος θα σχο­λιά­σει σαρ­κα­στι­κά:
«Χμ, δεν εί­ναι κα­κοί χο­ρευ­τές.»
Κι έ­νας τρί­τος θα ψι­θυ­ρί­σει πραγ­μα­τι­κά θλιμ­μέ­νος:
«Κρί­μα.­., πά­ει χα­μέ­νο τό­σο υ­δρο­γό­νο.»
Θ’ α­πο­λαμ­βά­νουν το φρι­χτό θέ­α­μα των φλε­γό­με­νων παι­δι­ών, που θα πέ­φτουν στην ά­σφαλ­το.., θα ξα­να­ση­κώ­νον­ται.., θα ξα­να­πέ­φτουν.., πα­σχί­ζον­τας α­πε­γνω­σμέ­να να μας φτά­σουν, ελ­πί­ζον­τας να τα βο­η­θή­σου­με, και στα μά­τια ό­λων θα αν­τα­να­κλών­ται γα­λά­ζι­ες φλό­γες μο­χθη­ρί­ας, ε­νώ τα ρου­θού­νια τους θα ο­σμί­ζον­ται με ι­κα­νο­ποί­η­ση τη μυ­ρω­διά ψη­μέ­νου αν­θρώ­πι­νου κρέ­α­τος. Έ­να δι­ερ­χό­με­νο με με­γά­λη τα­χύ­τη­τα αυ­το­κί­νη­το θα πέ­σει πά­νω στα φλε­γό­με­να σώ­μα­τα τι­νά­ζον­τας στον α­έ­ρα πυ­ρα­κτω­μέ­να αν­θρώ­πι­να μέ­λη  –χέ­ρια, πό­δια, κε­φά­λια– σ’ έ­να μο­να­δι­κό, φαν­τα­σμα­γο­ρι­κό πυ­ρο­τέ­χνη­μα που θα κό­ψει την α­νά­σα των θε­α­τών.­..
«Ό­σοι δεν έ­χουν v­o­u­c­h­e­rs να φύ­γουν!» θα φω­νά­ξω, και κά­ποι­οι θα μπουν στ’ αυ­το­κί­νη­τά τους βλα­στη­μών­τας και θα βά­λουν μπρο­στά τις μη­χα­νές.
Θα συ­νε­χί­ζω να βά­ζω υ­δρο­γό­νο μη­χα­νι­κά. Θα έ­χω την αλ­λό­κο­τη αί­σθη­ση ό­τι πα­ρα­κο­λου­θώ α­πό ψη­λά το ι­δρω­μέ­νο μου σώ­μα να ερ­γά­ζε­ται, να κι­νεί­ται, να μι­λά, να ζει τους τε­λευ­ταί­ους μή­νες της ζω­ής του. Θα μου εί­ναι ξέ­νο, θα μου ή­ταν πάν­τα ξέ­νο, δε θα αι­σθά­νο­μαι τον πό­νο που θα αι­σθά­νε­ται, δε θα με θλί­βουν οι θλί­ψεις του, δε θα με φο­βί­ζουν οι φό­βοι του, δε θα α­γω­νι­ώ με τις α­γω­νί­ες του. Και το σώ­μα μου δε θα με αν­τι­λαμ­βά­νε­ται· δε θα γνω­ρί­ζει ό­τι υ­πήρ­χα πριν αυ­τό γεν­νη­θεί και ότι θα εί­μαι με­τά το θά­να­τό του.
Κά­ποι­α στιγ­μή θα κοι­τά­ξω το ρο­λό­ι μου· θα εί­ναι έν­τε­κα· οι δε­ξα­με­νές θα ’­χουν α­δειά­σει. Θα εί­μαι δε­κα­τέσ­σε­ρις ώ­ρες στο πό­δι· θα εί­μαι ε­ξαν­τλη­μέ­νη. Θα δι­ώ­ξω τους υ­πό­λοι­πους, θα κα­τε­βά­σω δι­α­κό­πτες και ρο­λά, θα κλει­δώ­σω, θα κα­βα­λή­σω τη μη­χα­νή και θα χα­θώ στη νύ­χτα.
«Μια συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα. Τί­πο­τε το ι­δι­αί­τε­ρο.­.­.» θα πω στον ε­αυ­τό μου περ­νών­τας α­νά­με­σα α­πό τους λό­φους των α­πορ­ριμ­μά­των που θα βρω­μο­κο­πά­νε. «Θλι­βε­ρή και ά­θλια που ’­ναι η ζω­ή μας.­., μέ­σα στα σκου­πί­δια σαν τα πον­τί­κια,» θα α­να­λο­γι­στώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου