Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

18. Η Λάρρα αυνανίζει τον Krill

Ο ή­λιος θα πε­τα­χτεί α­π’ το α­πέ­ναν­τι βου­νό, ό­πως το αί­μα α­π’ την πλη­γή. Με­τά α­πό πολ­λά χρό­νια θα ξυ­πνή­σω με ευ­χά­ρι­στη δι­ά­θε­ση κι αυ­τό θα συμ­βεί, για­τί θα πη­γαί­νω στην     B­l­u­ma.­..
Ο K­r­i­ll θα κοι­μά­ται α­κό­μα· θα ση­κω­θώ, θ’ α­πο­μα­κρυν­θώ κα­μιά τρι­αν­τα­ριά μέ­τρα και θα κα­τε­βά­σω το μπλου-τζην για να κα­του­ρή­σω. Θα στρα­φώ και θα δω τον K­r­i­ll να με κα­τα­σκο­πεύ­ει κου­νών­τας το χέ­ρι του μέ­σα στο s­l­e­e­p­i­ng-b­ag.
«Τι κά­νεις ε­κεί K­r­i­ll; Δεν ντρέ­πε­σαι να με κοι­τάς που κα­του­ρά­ω;»
Θα γί­νει κα­τα­κόκ­κι­νος σαν παν­τζά­ρι και θα γυ­ρί­σει α­πό την άλ­λη με­ριά.
Κά­τι θα με πιά­σει και θα θέ­λω να τον πει­ρά­ξω. Θα πά­ρω τον κα­φέ μου και θα καθίσω δί­πλα του.
«Κρυ­φο­κοί­τα­ζες τον κώ­λο μου, ε;»
«Συ­γγνώ­μη.­.­.» θα ψι­θυ­ρί­σει ντρο­πι­α­σμέ­νος.
«Ά­σε με να δω.­.­.» θα πω γλι­στρών­τας το χέ­ρι μου μέ­σα στο sleep­i­ng-b­ag.
«Ό­χι, ό­χι» θα φω­νά­ξει προ­σπα­θών­τας να το α­πο­μα­κρύ­νει.
Θ’ α­φή­σω τον κα­φέ κά­τω, και με­τά α­πό σύν­το­μη πά­λη, θα τον α­κι­νη­το­ποι­ή­σω και θα πιά­σω έ­να μι­κρό, σκλη­ρό πραγ­μα­τά­κι που θα χω­ρά ο­λό­κλη­ρο μέ­σα στην πα­λά­μη μου.
«Χα-χα-χα! Τ’ εί­ναι αυ­τό που πιά­νω, K­r­i­ll; Για­τί σου ’­γι­νε έ­τσι σκλη­ρό;»
Δε θα ’­χω την πα­ρα­μι­κρή ε­ρω­τι­κή δι­ά­θε­ση - εξ άλ­λου πώς θα ή­ταν δυ­να­τόν να μ’ α­ρέ­σει έ­νας πι­τσι­ρι­κάς a­l­b­i­no ό­πως ο K­r­i­ll! Θα το κά­νω α­πό σα­δι­στι­κή ε­πι­θυ­μί­α και αρ­ρω­στη­μέ­νη πε­ρι­έρ­γεια.­..
«Ε­σείς οι a­l­b­i­no.­., οι τρί­χες σας εί­ναι παν­τού ά­σπρες;» θα ρω­τή­σω προ­σπα­θών­τας να τον ξε­σκε­πά­σω.
«Μη Λάρ­ρα, σε πα­ρα­κα­λώ.­.­.» θ’ αν­τι­στα­θεί κρα­τών­τας σφι­χτά το s­l­e­e­p­i­ng-b­ag πά­νω του.
«Για­τί να μη δω;»
«Ό­χι, ό­χι, δε θέ­λω.»
«Για­τί;»
«Ντρέ­πο­μαι σου λέ­ω, ντρέ­πο­μαι!»
«Ε­πει­δή σου εί­ναι μι­κρή;»
Μέ­σα σ’ αυ­τή την α­πέ­ραν­τη ε­ρη­μιά, χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά α­πό τον κον­τι­νό­τε­ρο άν­θρω­πο, θα αι­σθά­νο­μαι α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νη να κά­νω ό,τι δε θα ’­κα­να πο­τέ στο μι­κρό δι­α­μέ­ρι­σμα της Α­θή­νας.
Θα του τρα­βή­ξω α­πό­το­μα το s­l­e­e­p­i­ng-b­ag.
«Κα­κό­μοι­ρε, εί­ναι πο­λύ μι­κρή.­.. Στα κο­ρί­τσια δεν α­ρέ­σουν οι μι­κρές. Κα­μιά δε θα σε θέ­λει,» θα πω με κα­κί­α, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να θα τον χα­ϊ­δεύ­ω.
Θα νι­ώ­σω μια δι­ε­στραμ­μέ­νη, ά­γρια χα­ρά να τον κά­νω να τε­λει­ώ­σει και με­τά να ντρέ­πε­ται να με κοι­τά­ξει. Θ’ α­νυ­πο­μο­νώ να δω πώς θα κα­τα­λή­ξει αυ­τή η ι­στο­ρί­α, που η ί­δια θα εί­χα ξε­κι­νή­σει και θα κου­νώ το χέ­ρι μου πά­νω-κά­τω με μα­νί­α. Ο K­r­i­ll θα ντρέ­πε­ται και θα σκε­πά­σει το πρό­σω­πό του με τον αγ­κώ­να του. Θα μου φα­νεί σαν να κλαί­ει σι­ω­πη­λά.
Ξαφ­νι­κά η λίμ­πιν­τό μου θ’ α­νε­βεί α­πό­το­μα στα ου­ρά­νια, και το σώ­μα μου θα ξε­χει­λί­σει α­να­πάν­τε­χα κι α­νε­ξέ­λεγ­κτα! Έ­τσι· χω­ρίς ν’ αν­τι­λη­φθώ α­πό που και πώς μου ’ρ­θε! Θα μου κο­πεί η α­νά­σα και το κορ­μί μου θα συ­σπα­στεί βου­βά ε­φτά - ο­κτώ φο­ρές. Ο K­r­i­ll θα με κοι­τά­ζει έκ­πλη­κτος.
«Λάρ­ρα, τι έ­πα­θες;­!»
Θα ση­κω­θώ χω­ρίς να πω τί­πο­τα και θ’ αρ­χί­ζω να μα­ζεύ­ω τα πράγ­μα­τά μου. Ε­κεί­νο, που θα σκό­πευ­α να κά­νω στον K­r­i­ll, θα το εί­χα πά­θει ε­γώ. Θα εί­χα γί­νει ρε­ζί­λι, αλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο θα α­πο­ρώ με τον ί­διο μου τον ε­αυ­τό. Υ­πο­τί­θε­ται ό­τι θα εί­χα τον έ­λεγ­χο της κα­τά­στα­σης, ό­τι θα μου ά­ρε­σαν οι γυ­ναί­κες, αλ­λά θα εί­χε α­πο­δει­χθεί ό­τι η σε­ξου­α­λι­κό­τη­τά μου έ­κρυ­βε πολ­λές ά­γνω­στες πτυ­χές.
«Μά­ζε­ψε τα πράγ­μα­τά σου· φεύ­γου­με,» θα του πω ψυ­χρά χω­ρίς να τολ­μώ να τον κοι­τά­ξω.    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου