Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

31. Η προδοσία της Bluma


Χω­ρίς να προ­λά­βω ν’ αν­τι­δρά­σω ο γι­γαν­τό­σω­μος θα πι­έ­σει στο πρό­σω­πό μου έ­να με­γά­λο κομ­μά­τι βαμ­βά­κι εμ­πο­τι­σμέ­νο με κά­ποι­α ου­σί­α που θα μυ­ρί­ζει πι­κρα­μύ­γδα­λο. Θα προ­σπα­θή­σω να ε­λευ­θε­ρω­θώ, αλ­λά ο άν­τρας θα ’­ναι πο­λύ δυ­να­τός και δε θα μ’ α­φή­νει και σε λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα θα πα­ρα­λύσ­ω· το σώ­μα μου θα α­ναι­σθη­το­ποι­η­θεί εν­τε­λώς.
Θα κεί­το­μαι γυ­μνή κι α­σά­λευ­τη· δε θα μπο­ρώ ού­τε το δα­χτυ­λά­κι μου να κου­νή­σω, ού­τε να μι­λή­σω. Θ’ α­κού­ω και θα βλέ­πω, αλ­λά με μια πα­ρά­ξε­νη, πα­ρα­μορ­φω­τι­κή δια­ύγεια σαν να εί­μαι ξα­πλω­μέ­νη στο βυ­θό και να βλέ­πω προς τα πά­νω τους αν­θρώ­πους που θα εί­ναι έ­ξω α­πό το νε­ρό. Οι δύ­ο άν­δρες με τις μα­κρι­ές γε­νειά­δες θα χα­μο­γε­λούν πα­ρά­ξε­να, τρο­μα­κτι­κά σχε­δόν· ο κον­τός θα μα­σά τσί­χλα. Θα μ’ έ­χουν α­δρα­νο­ποι­ή­σει, ό­πως η α­ρά­χνη το θύ­μα της με το δη­λη­τή­ριό της. Μ’ έ­να πο­νη­ρό νεύ­μα θα συ­νεν­νο­η­θούν με­τα­ξύ τους κι ο μι­κρό­σω­μος θα πει δι­στα­κτι­κά στη B­l­u­ma:
«Γκουχ, γκουχ, κυ­ρί­α.­.­.»
Η B­l­u­ma θα στέ­κε­ι γυ­μνή στο πα­ρά­θυ­ρο κοι­τά­ζον­τας έ­ξω και θα κα­πνί­ζει α­φη­ρη­μέ­να. Ο νά­νος θα κά­νει δυ­ό βή­μα­τα προς το μέ­ρος της και θα ε­πα­να­λά­βει πιο θαρ­ρε­τά:
«Κυ­ρί­α»
«Μμ.­.­;»
«Μ’ ό­λο το σε­βα­σμό.­.­.» θα πει βγά­ζον­τας τα­πει­νά το κα­πέ­λο του. «Ε­πι­τρέ­πε­ται να γα­μή­σο­μεν (s­ic) κι ε­μείς αυ­τό το ω­ραί­ο μου­νά­κι;»
«Τι;»
«Σας πα­ρα­κα­λού­με κα­λέ κυ­ρί­α, α­φή­στε μας να το γα­μή­σο­μεν,» θα πα­ρέμ­βει ο γι­γαν­τό­σω­μος.
«Βγά­λε το κα­πέ­λο σου, η­λί­θι­ε!» θα τον ε­πι­πλή­ξει ο κον­τός. «Στην κυ­ρί­α μι­λάς.»
Θα υ­πα­κού­σει α­μέ­σως. «Ω, με συγ­χω­ρεί­τε, το ξέ­χα­σα.»
«Κάν­τε της ό,τι θέ­λε­τε.­.­.» θα πει ε­κεί­νη α­δι­ά­φο­ρα· και με­τά α­πό μια μι­κρή παύ­ση: «­.­..γρή­γο­ρα μό­νο!»
«Έν­νοι­α σας, κυ­ρί­α.­.­.»
«Εί­στε πο­λύ κα­λή· σας ευ­χα­ρι­στού­με.»
«Ε­γώ πρώ­τος» θα πει ο κον­τός.
«Για­τί ε­σύ πάν­τα πρώ­τος, Μω;» θα δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεί ο με­γα­λό­σω­μος. «Κα­λέ κυ­ρί­α, πεί­τε του κά­τι, εί­ναι ά­δι­κο!»
«Ο Μω πρώ­τος» θ’ α­πο­φα­σί­σει ε­κεί­νη.
Το αν­θρω­πά­κι ο Μω θα ξε­κουμ­πώ­σει την καμ­παρ­ντί­να, θα κα­τε­βά­σει τα παν­τε­λό­νια του και θ’ α­νέ­βει πά­νω μου. Δε θα νι­ώ­θω α­πο­λύ­τως τί­πο­τα· το σώ­μα μου θα ’­ναι νε­κρό. Ο άλ­λος, ο γί­γαν­τας, θα βγά­λει έ­ξω έ­ναν τε­ρά­στιο φαλ­λό και θα μα­λα­κί­ζε­ται ό­ση ώ­ρα πε­ρι­μέ­νει. Η B­l­u­ma θα συ­νε­χί­ζει να κοι­τά­ζει την κί­νη­ση κά­τω στο δρό­μο α­φη­ρη­μέ­να. Θα φυ­σή­ξει ψη­λά τον κα­πνό και θα πει:
«Δυ­στυ­χώς L­a­r­ra, δεν μπο­ρώ να κά­νω τί­πο­τα· εί­σαι μέ­ρος του πει­ρά­μα­τος. Ό­ταν δι­ά­βα­σα το ό­νο­μά σου στον κα­τά­λο­γο, ξαφ­νι­ά­στη­κα.­.. Θα προ­τι­μού­σα βέ­βαι­α να μην ή­σουν ε­σύ -πί­στε­ψέ με- αλ­λά πρέ­πει να με κα­τα­λά­βεις· δεν α­πο­φα­σί­ζω ε­γώ γι’ αυ­τά τα πράγ­μα­τα, άλ­λοι που βρί­σκον­ται πο­λύ ψη­λά α­πο­φα­σί­ζουν.­..
»Η P­a­r­i­b­as χρη­μα­το­δο­τεί έ­να μυ­στι­κό p­r­o­j­e­ct με σκο­πό να κα­τα­νο­ή­σου­με πώς γεν­νι­ούν­ται οι ελ­πί­δες στους αν­θρώ­πους.­.­.»
«Ώ­ω­πα, αν­τρού­λη μου· ώ­πα-ώ­πα, δω­σ’ του!» θα εν­θαρ­ρύ­νει ο γι­γαν­τό­σω­μος το σύν­τρο­φό του που θα ξε­φυ­σά -ουφ, ουφ- πά­νω στο πρό­σω­πό μου· η α­νά­σα του θα μυ­ρί­ζει τη γλυ­κε­ρή μυ­ρω­διά της τσί­χλας που θα μα­σά­ει.
Η B­l­u­ma θα συ­νε­χί­σει σαν να μο­νο­λο­γεί:
«Οι μά­ζες έ­χουν πει­στεί α­πό και­ρό ό­τι δεν υ­πάρ­χει ελ­πί­δα ν’ αλ­λά­ξει η κα­τά­στα­ση κι έ­τσι προς το πα­ρόν το status quo δεν α­πει­λεί­ται.
»Βε­βαί­ως ε­πι­τρέ­που­με στις μά­ζες να ε­κτο­νώ­νον­ται κα­τά δι­α­στή­μα­τα σε πρά­ξεις τυ­φλής βί­ας αλ­λά, α­φού δεν ελ­πί­ζουν σε τί­πο­τα, α­πο­δέ­χον­ται τε­λι­κά την υ­πάρ­χου­σα κα­τά­στα­ση και α­ναγ­κα­στι­κά ε­πα­νέρ­χον­ται στα ί­δια.­.. Αν ό­μως α­πο­κτού­σαν κά­ποι­ο ό­ρα­μα, τό­τε τα πράγ­μα­τα θα ή­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά· δε θα δί­στα­ζαν να κα­τα­στρέ­ψουν ο­λο­σχε­ρώς το σύ­στη­μά μας για να υ­λο­ποι­ή­σουν το ό­ρα­μά τους.»
«Έ­λα πα­λι­κα­ρά­κι μου, έ­λα αν­τρού­λη μου, τέ­λει­ω­νε να γα­μή­σω κι ε­γώ» θα πει ο γι­γαν­τό­σω­μος στο Μω χτυ­πών­τας τον τρυ­φε­ρά στους γλου­τούς. «Και.­., φτύ­σε την τσί­χλα· δεν μα­σά­με τσί­χλα ό­ταν γα­μά­με. Είναι προσβλητικό, δεν έχεις τρόπους;»
«Σκά­σε γα­μώ το κέ­ρα­τό μου! Μι­λά­ει η κυ­ρί­α, μι­λάς κι ε­σύ, πώς να συγ­κεν­τρω­θώ να χύ­σω;­!»
Η B­l­u­ma δε θα τους α­κού­ει:
«­.­..Το τε­λευ­ταί­ο δι­ά­στη­μα πα­ρου­σι­ά­στη­καν αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις α­τό­μων τα ο­ποί­α άρ­χι­σαν -εν­τε­λώς α­ναί­τια- να ελ­πί­ζουν σ’ έ­να κα­λύ­τε­ρο μέλ­λον. Αυ­τό μας α­νη­σύ­χη­σε, για­τί η ελ­πί­δα εί­ναι εκ φύ­σε­ως α­να­τρε­πτι­κή για κά­θε κα­θε­στώς.
»Θέ­λου­με να κα­τα­λά­βου­με πώς και για­τί γεν­νι­ούν­ται οι ελ­πί­δες για να τις ε­ξα­λεί­ψου­με εν τη γε­νέ­σει τους. Θέ­λου­με να μά­θου­με για­τί αυ­τά τα πα­ρά­ξε­να όν­τα που ο­νο­μά­ζον­ται ‘άν­θρω­ποι’ ε­πι­μέ­νουν να ελ­πί­ζουν α­κό­μη κι ό­ταν ό­λα έ­χουν χα­θεί. Ε­πι­λέ­χθη­καν λοι­πόν με­ρι­κές δε­κά­δες ά­το­μα α­πό δι­ά­φο­ρες χώ­ρες που πά­σχουν α­πό α­νί­α­τες α­σθέ­νει­ες και που δεν έ­χουν κα­μιά ελ­πί­δα σω­τη­ρί­ας, κι αρ­χί­σα­με να πα­ρα­κο­λου­θού­με -εν α­γνοί­α τους φυ­σι­κά- τη συμ­πε­ρι­φο­ρά τους και την ε­ξέ­λι­ξη της α­σθέ­νειάς τους μέ­χρι το θά­να­τό τους.­..
»Σε με­ρι­κά α­π’ αυ­τά λοι­πόν εμ­φα­νί­στη­κε η πα­ρά­λο­γη ελ­πί­δα ό­τι θα γί­νει κά­ποι­ο θαύ­μα και θα θε­ρα­πευ­τούν. Πώς; Για­τί; Η δι­κή σου βέ­βαι­α πε­ρί­πτω­ση εί­ναι λί­γο πιο σύν­θε­τη κι γι’ αυ­τό πιο εν­δι­α­φέ­ρου­σα. Ο έ­ρω­τάς σου για μέ­να α­πο­δεί­χτη­κε πιο ι­σχυ­ρός α­πό το φό­βο του θα­νά­του, και η ελ­πί­δα να με συ­ναν­τή­σεις σ’ έ­κα­νε να ξε­πε­ρά­σεις ό­λα τα εμ­πό­δια και τους κιν­δύ­νους. Ει­λι­κρι­νά το βρί­σκω συγ­κι­νη­τι­κό.­.­.»
Θα στρέ­ψει το ό­μορ­φο κε­φά­λι της προς το μέ­ρος μου.
»Τώ­ρα που τα ’­μα­θες ό­λα, ε­ξα­κο­λου­θείς να μ’ α­γα­πάς; Δεν αι­σθά­νε­σαι προ­δο­μέ­νη; Δε με μι­σείς; Ελ­πί­ζεις α­κό­μα; Σε τι; Το πεί­ρα­μα συ­νε­χί­ζε­ται.­.­.»
Θα κοι­τά­ζει τους πε­ρα­στι­κούς κά­τω στο δρό­μο α­φη­ρη­μέ­να. Με­τά θα πει κά­τι που θα μου φα­νεί πο­λύ πα­ρά­ξε­νο και ά­σχε­το.
«Θυ­μά­σαι στο C­E­RN? Το με­γά­λο πεί­ρα­μα δεν κα­τέ­λη­ξε στην κα­τα­στρο­φή που ό­λοι γνω­ρί­ζουν.­.. Κα­τέ­λη­ξε σ’ έ­να α­πρό­βλε­πτο α­πο­τέ­λε­σμα που το κρα­τή­σα­με μυ­στι­κό, για­τί, αν γι­νό­ταν γνω­στό, ί­σως άλ­λα­ζε ο κό­σμος.­.. Γι’ αυ­τό φρον­τί­σα­με να μη μα­θευ­τεί»
Θα σβή­σει τη γό­πα στο περ­βά­ζι του πα­ρα­θύ­ρου και λέ­γον­τας «φεύ­γου­με!» θ’ αρ­χί­σει να ντύ­νε­ται α­πο­φα­σι­στι­κά.
«Μι­σό λε­πτό να χύ­σω!» θα πει ο νά­νος ε­πι­τα­χύ­νον­τας τις κι­νή­σεις της λε­κά­νης του.
«Κυ­ρί­α, ε­γώ δε γά­μη­σα!» θα πα­ρα­πο­νε­θεί ο γί­γαν­τας σαν παι­δί που δεν πρό­λα­βε να κά­νει τραμ­πά­λα.
Χλάτς - χλούτς! θα τους χα­στου­κί­σει και τους δύ­ο δυ­να­τά.
«Φεύ­γου­με εί­πα· α­κού­σα­τε;­!»
Ο κον­τός θα φτύ­σει τη τσί­χλα και θα με χώ­σουν σ’ έ­να με­γά­λο καν­νά­βι­νο τσου­βά­λι. Ο γι­γαν­τό­σω­μος θα με φορ­τω­θεί στον ώ­μο, κι η τε­λευ­ταί­α ει­κό­να που θα έ­χω πριν χά­σω τις αι­σθή­σεις μου, θα εί­ναι η με­γά­λη ροζ τσί­χλα που θα ε­πι­μη­κύ­νε­ται α­π’ τη μο­κέ­τα μέ­χρι τη σό­λα του κα­θώς θα ση­κώ­νει το πό­δι του.

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

28. Η τύφλωση του τραπεζίτη Jean de Bloch

 
Θα ε­πι­στρέ­ψω στην τρα­πε­ζα­ρί­α και για να γι­ορ­τά­σω θα πα­ραγ­γεί­λω λευ­κό κρα­σί και φι­λέ­το. Μι­σο­ζα­λι­σμέ­νη θα την κοι­τά­ζω στην άλ­λη ά­κρη της αί­θου­σας, μα­γε­μέ­νη α­πό την ο­μορ­φιά της, και κά­ποι­α στιγ­μή θα συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω ξαφνικά ό­τι ο τό­σο οι­κεί­ος και κα­θη­συ­χα­στι­κός θό­ρυ­βος του ε­στι­α­το­ρί­ου –οι χα­μη­λό­φω­νες συ­νο­μι­λί­ες, τα σπο­ρα­δι­κά γέ­λια, οι κρυ­στάλ­λι­νοι ή­χοι των πο­τη­ρι­ών, των μα­χαι­ρο­πή­ρου­νων, α­κό­μη κι η δι­α­κρι­τι­κή μου­σι­κή του πιά­νου– θα έ­χουν παύ­σει σι­γά-σι­γά χωρίς να το καταλάβω και θα ’­χει ε­πι­κρα­τή­σει μια πα­ρά­ξε­νη, α­νη­συ­χη­τι­κή η­συ­χί­α, ε­νώ έ­νας με­τά τον άλ­λον οι θα­μώ­νες της πο­λυ­τε­λούς τρα­πε­ζα­ρί­ας θα στρέ­φον­ται και θα κοι­τά­ζουν έ­ξω α­πό τα με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα προς το b­o­u­l­e­v­a­rd R­a­s­p­a­il.­..
Θα στρα­φώ και θα δω κολ­λη­μέ­να στα τζά­μια ε­κα­τον­τά­δες ε­ξα­θλι­ω­μέ­να πρό­σω­πα –οι ά­θλιοι των Πα­ρι­σί­ων– σαν κο­λα­σμέ­να φαν­τά­σμα­τα που θα τα εί­χε ξε­βρά­σει ο κά­τω κό­σμος, να κοι­τούν ανέκ­φρα­στα –και γι’ αυ­τό α­κό­μη πιο α­πει­λη­τι­κά κι α­πό το να ή­ταν ορ­γι­σμέ­να– τους πλούσιους που θα ζούσαν μέσα την χλι­δή και τη πο­λυ­τέ­λεια.
Οι σω­μα­το­φύ­λα­κες του J­e­an de B­l­o­ch θα στα­θούν με­τα­ξύ τρα­πε­ζιού και πα­ρα­θύ­ρου αγ­γί­ζον­τας κά­τω α­πό τα σα­κά­κια τους τις λα­βές των ό­πλων τους.
Ο m­a­i­t­re d  h­ô­t­el έ­νας κον­τό­χον­τρος με­σή­λι­κας που τα λί­γα μαλ­λιά του θα τα εί­χε κά­νει κο­τσι­δά­κι, θα δώ­σει εν­το­λές και το προ­σω­πι­κό θα κλεί­σει βι­α­στι­κά τα χον­τρά, ξύ­λι­να, ε­σω­τε­ρι­κά πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα, θ’ α­νά­ψει τους πο­λυ­ε­λαί­ους, και θα τρα­βή­ξει τις πορ­φυ­ρές, βε­λού­δι­νες κουρ­τί­νες.
Ξαφ­νι­κά –κρα­α­άτς!– θ’ α­κου­στεί, κι α­π’ έ­ξω η τζα­μα­ρί­α θα σπά­σει. Νταγκ-νταγκ-νταγκ! με­γά­λες πέ­τρες θ’ αρ­χί­σουν να πέ­φτουν βρο­χή πά­νω στα ξύ­λι­να πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα. Οι βα­ρι­ές κουρ­τί­νες θα σεί­ον­ται. Θα εί­ναι τρο­μα­κτι­κό ν’ α­κούς τα δυ­να­τά κτυ­πή­μα­τα και να ’­σαι κλει­σμέ­νος μέ­σα.
Ο m­a­i­t­re d  h­ô­t­el με το κο­τσι­δά­κι θα χτυ­πή­σει τα χέ­ρια του:
«M­e­s­d­a­m­es et m­e­s­s­i­e­u­rs, e­st-ce q­ue je p­e­ux a­v­o­ir v­o­t­re a­t­t­e­n­t­i­on s' il v­o­us p­l­a­it?
»Η δι­εύ­θυν­σις του ξε­νο­δο­χεί­ου εκ­φρά­ζει τη λύ­πη της γι αυ­τό το δυ­σά­ρε­στο συμ­βάν το ο­ποί­ο δι­έ­κο­ψε το δεί­πνο σας. Ου­δείς ό­μως λό­γος α­νη­συ­χί­ας συν­τρέ­χει.­.. Οι τα­ρα­χές αυ­τές εί­ναι συ­νη­θι­σμέ­νες και τις αν­τι­με­τω­πί­ζου­με με ε­πι­τυ­χί­α.
»Ό­λες οι εί­σο­δοι του ξε­νο­δο­χεί­ου έ­χουν α­σφα­λι­στεί· οι άν­τρες α­σφα­λεί­ας έ­χουν λά­βει ε­πί­και­ρες θέ­σεις και σα­φείς δι­α­τα­γές ν’ α­νοί­ξουν πυρ, αν πα­ρα­στεί α­νάγ­κη. Εγ­γυ­ώ­μαι προ­σω­πι­κά, την πλή­ρη α­σφά­λειά σας. Η α­στυ­νο­μί­α έ­χει ει­δο­ποι­η­θεί και σε λί­γο θα κα­τα­φθά­σει και θα δι­α­λύ­σει τους τα­ρα­χο­ποι­ούς. Δι­α­τη­ρήστε πα­ρα­κα­λώ την ψυ­χραι­μί­α σας, α­γνο­ήστε τους και συ­νε­χί­στε το δεί­πνο σας. Αύ­ριο το α­τυ­χές αυ­τό πε­ρι­στα­τι­κό θα εί­ναι μια δι­α­σκε­δα­στι­κή α­νά­μνη­ση.»
Θα κά­νει έ­να νεύ­μα προς τον πι­α­νί­στα κι ε­κεί­νος θ’ αρ­χί­σει να παί­ζει έ­να κε­φά­το καν-καν, που η αν­τί­θε­σή του προς τα ό­σα θα συμ­βαί­νουν θα δη­μι­ουρ­γεί μια γκρο­τέ­σκα α­τμό­σφαι­ρα.
Α­κο­λου­θών­τας τη συμ­βου­λή του δι­ευ­θυν­τή, ό­λοι θα σκύ­ψουν στα πιά­τα τους και θα συ­νε­χί­σουν να τρώ­νε α­μί­λη­τοι, –ή μάλ­λον θα κά­νουν πως τρώ­νε– ρί­χνον­τας κλε­φτές, φο­βι­σμέ­νες μα­τι­ές προς τις σει­ό­με­νες πορ­φυ­ρές κουρ­τί­νες. Η B­l­u­ma θα με κοι­τά­ξει α­νή­συ­χη. Ο J­e­an de B­l­o­ch, σίγουρος ότι δεν κινδυνεύει από τίποτε, θ’ α­στει­ευ­τεί και οι άλ­λοι θα γε­λά­σουν βε­βι­α­σμέ­να. Οι σω­μα­το­φύ­λα­κες θα ’χουν στραμ­μέ­νη την προ­σο­χή τους προς τα πα­ρά­θυ­ρα και τις ει­σό­δους. Αλ­λά το κα­κό θα ’ρ­θει α­πό ’­κει που δεν το πε­ρι­μέ­νουν. Το κα­κό θα εί­ναι ή­δη ε­κεί, μέ­σα στην αί­θου­σα.­..

Μια α­παί­σια στριγ­κλιά θα σκί­σει την τρα­πε­ζα­ρί­α, κι ό­λοι θ’ α­να­πη­δή­σουν στα κα­θί­σμα­τά τους.
 Οι σω­μα­το­φύ­λα­κες θα στρα­φούν και θα γα­ζώ­σουν τον σω­με­λι­έ που θα τρέ­χει προς την έ­ξο­δο υ­πη­ρε­σί­ας. Μια δι­α­γώ­νια σει­ρά αι­μά­τι­νων κη­λί­δων θα σχη­μα­τι­στεί στο λευ­κό σα­κά­κι στην πλά­τη, κι ο ά­τυ­χος σερ­βι­τό­ρος θα σω­ρια­στεί ε­πί τό­που.
Θα δω τον J­e­an de B­l­o­ch και θ’ α­να­τρι­χιά­σω. Θα έ­χει καρ­φω­μέ­νο στο α­ρι­στε­ρό μά­τι έ­να με­γά­λο, α­ση­μέ­νιο πι­ρού­νι. Θα τον εί­χε τυ­φλώ­σει ο s­o­m­m­e­l­i­er του που θα έ­στε­κε πί­σω του και θα του σέρ­βι­ρε κρα­σί! Ο πα­νί­σχυ­ρος τρα­πε­ζί­της θα ση­κω­θεί, τα αί­μα­τα θα τρέ­χουν στο μά­γου­λό του, και με τα χέ­ρια α­πλω­μέ­να σαν Οι­δί­πο­δας, θα πα­ρα­παί­ει α­νά­με­σα στον κό­σμο που θα πα­ρα­με­ρί­ζει α­πό τη φρί­κη α­να­πο­δο­γυ­ρί­ζον­τας τρα­πέ­ζια και κα­ρέ­κλες.
Η B­l­u­ma θα κρα­τά­ει ά­φω­νη το πρό­σω­πό της α­πό τον τρό­μο!
«Έ­να για­τρό! Εί­ναι κα­νέ­νας για­τρός ε­δώ;­!» θα φω­νά­ξει πα­νι­κό­βλη­τη.
Ο για­τρός του ξε­νο­δο­χεί­ου έ­νας νε­α­ρός με γυα­λιά και μαύ­ρη τσάν­τα θα εμ­φα­νι­στεί τρέ­χον­τας. Με μια α­πό­το­μη κί­νη­ση θα τρα­βή­ξει το τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο με τα σκεύ­η α­πό το τρα­πέ­ζι και θα ξα­πλώ­σουν πά­νω του τον τρα­πε­ζί­τη. Ο για­τρός θα του κά­νει μια έ­νε­ση το­πι­κής α­ναι­σθη­σί­ας· θα πιά­σει το πι­ρού­νι, και θα το τρα­βή­ξει με προ­σο­χή.  Ό­μως το με­γά­λο πι­ρού­νι θα βγει μα­ζί με τον βολ­βό του μα­τιού. Θα ξε­καρ­φώ­σει προ­σε­κτι­κά το βολ­βό και θα τον δώ­σει στον υ­πεύ­θυ­νο α­σφα­λεί­ας. Αυ­τός θα βγά­λει το μαν­τή­λι του, θα το τι­νά­ξει, θα τυ­λί­ξει το πο­λύ­τι­μο μά­τι του κυ­ρί­ου του και θα το φυ­λά­ξει στην ε­σω­τε­ρι­κή τσέ­πη του σα­κα­κιού του. 
Το σφυ­ρο­κό­πη­μα νταγκ-νταγκ-νταγκ! στα πα­ρά­θυ­ρα θα συ­νε­χί­ζε­ται α­μεί­ω­το. Σο­κα­ρι­σμέ­νοι οι πο­λι­ορ­κη­μέ­νοι θα κά­θον­ται όρ­θιοι, ά­φω­νοι κι α­σά­λευ­τοι σαν α­γάλ­μα­τα, και α­κού­γον­τας σει­ρή­νες πε­ρι­πο­λι­κών και πυ­ρο­βο­λι­σμούς θ’ α­να­στε­νά­ξουν με α­να­κού­φι­ση. Μέ­σα σε λί­γα λε­πτά ό­λα θα η­συ­χά­σουν, οι πόρ­τες του ξε­νο­δο­χεί­ου θ’ α­νοί­ξουν, οι πε­λά­τες θα προ­βά­λουν δι­στα­κτι­κά τα κε­φά­λια τους έ­ξω, και με­τά θ’ αρ­χί­σουν να τρέ­χουν σαν πον­τί­κια. Η Blu­ma και ο J­e­an de B­l­o­ch με το για­τρό θα μπουν στη θω­ρα­κι­σμέ­νη τους λι­μου­ζί­να και θα φύ­γουν.

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

24. Στρασβούργο - η μαύρη πανώλη

Αργά το α­πό­γευ­μα της ε­πο­μέ­νης θα περ­νώ τα σύ­νο­ρα Γερ­μα­νί­ας - Γαλ­λί­ας.
Σύ­θαμ­πο· έ­τσι ό­πως ο στρό­βι­λος της σκό­νης θα κυ­κλώ­νει την πό­λη του Στρα­σβούρ­γου, θα εί­ναι σαν έ­να πε­λώ­ριο, με­τέ­ω­ρο στοι­χει­ό σε φα­σμα­τι­κό κό­σμο. Τί­πο­τε δε θα ’­ναι πραγ­μα­τι­κό· ό­λα θα εί­ναι πα­ρα­στά­σεις του μυα­λού μου, και η φαν­τα­σί­α μου δε θα μπο­ρεί να συλ­λά­βει την ‘πραγ­μα­τι­κό­τη­τα’, για­τί θα εί­ναι σαν να προ­σπα­θεί κά­ποι­ο φάν­τα­σμα να πιά­σει έ­να πράγ­μα.
Το Στρα­σβούρ­γο θα εί­ναι νε­κρή πο­λι­τεί­α. Πριν α­πό δέ­κα χρό­νια θα εί­χε χτυ­πη­θεί α­πό κά­ποι­α με­ταλ­λαγ­μέ­νη μορ­φή πα­νώ­λης ε­ξαι­ρε­τι­κά με­τα­δο­τι­κή. Η πό­λη θα εί­χε μπει σε κα­ραν­τί­να, ο στρα­τός θα την εί­χε κυ­κλώ­σει και θα ’­χαν α­φή­σει τους κα­τοί­κους να πε­θά­νουν α­βο­ή­θη­τους, χω­ρίς για­τρούς και φάρ­μα­κα. Ό­σοι θα εί­χαν προ­σπα­θή­σει να δι­α­φύ­γουν θα εί­χαν ε­κτε­λε­στεί εν ψυ­χρώ. Οι δυ­στυ­χείς πο­λι­ορ­κη­μέ­νοι θα πέ­θαι­ναν κά­θε μέ­ρα κα­τά χι­λιά­δες· οι ζων­τα­νοί δε θα εί­χαν πού να θά­ψουν τους νε­κρούς· θα τους έ­χω­ναν πρό­χει­ρα στους δρό­μους, και θα εί­χαν α­νοί­ξει τους πύρ­γους στα τεί­χη της πα­λιάς πό­λης και θα πε­τού­σαν μέ­σα τα πτώ­μα­τα· η δυ­σω­δί­α θα ή­ταν α­φό­ρη­τη.
Μπαί­νον­τας στην πό­λη θα στα­μα­τή­σω.­.. Στο μού­χρω­μα της νύ­χτας θα μου φα­νεί ό­τι το ο­δό­στρω­μα κι­νεί­ται σαν θα­λάσ­σιο ρεύ­μα! Θα στα­μα­τή­σω πα­ρα­ξε­νε­μέ­νη και πα­ρα­τη­ρών­τας προ­σε­κτι­κό­τε­ρα θα δι­α­κρί­νω κο­πά­δια πον­τι­κών να τρέ­χουν α­π’ τη μια ως την άλ­λη ά­κρη. Με­ρι­κοί α­π’ αυ­τούς θα πα­ρα­ξε­νευ­τούν α­π’ την πα­ρου­σί­α μου και θα στα­θούν στα πί­σω τους πό­δια· θα μυ­ρί­σουν τον α­έ­ρα κου­νών­τας νευ­ρι­κά τις μυ­τε­ρές μου­σού­δες τους και τα μου­στά­κια τους, και α­μέ­σως με­τά θα συ­νε­χί­σουν τα βι­α­στι­κά πη­γαι­νέ­λα τους και την πο­λυ­ά­σχο­λη ζω­ή τους.
Θα βά­λω α­πο­φα­σι­στι­κά τα­χύ­τη­τα και θα πα­τή­σω γκά­ζι. Α­η­δι­α­στι­κά τσι­ρίγ­μα­τα θ’ α­κου­στούν κά­τω α­π’ τα ε­λα­στι­κά της c­h­e­v­r­o­l­et. Θα κοι­τά­ξω α­π’ τον κα­θρέ­φτη και θα δω πί­σω μου τα αι­μά­τι­να ί­χνη που θα α­φή­νουν οι τρο­χοί στο ο­δό­στρω­μα.
Ο καυ­τός ά­νε­μος θα χτυ­πά με δύ­να­μη τις ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νες πόρ­τες και τα πα­τζού­ρια των κτι­ρί­ων. Η α­σχή­μια των ε­ρει­πω­μέ­νων οι­κο­δο­μών θα εί­ναι τό­σο ο­δυ­νη­ρή που θα προ­κα­λεί πό­νο στα μά­τια. Οι ε­πι­γρα­φές με τα ο­νό­μα­τα των ο­δών -R­ue d­es E­c­h­a­s­s­es, R­ue d­es J­u­i­fs, R­ue d­es F­r­è­r­es- θα στοι­χει­ώ­νουν τους έ­ρη­μους δρό­μους κά­νον­τας α­βά­στα­χτη την α­που­σί­α των αν­θρώ­πων. Πά­νω σ’ έ­ναν γερ­μέ­νο στύ­λο με κομ­μέ­να κα­λώ­δια θα κά­θε­ται έ­να πα­χύ όρ­νιο που θα ε­πο­πτεύ­ει την ε­πι­κρά­τειά του με ά­γριο βλέμ­μα.
Κα­θώς θα έρ­χο­μαι α­πό τη R­ue M­a­r­c­i­é­re, θα δι­α­σχί­σω χω­ρίς να κό­ψω τα­χύ­τη­τα τη P­l­a­ce de la C­a­t­h­é­d­r­a­le, θα πέ­σω πά­νω στη σά­πια πύ­λη της N­o­t­re-D­a­me της πό­λης, που θα ή­ταν έ­τοι­μη να κα­ταρ­ρεύ­σει α­πό και­ρό και θα μπω μέ­σα στον εκ­κλη­σί­α με την c­h­e­v­r­o­l­et.
Θ’ α­να­τρι­χιά­σω α­π’ τη φρί­κη! Ο τε­ρα­τώ­δης κα­θε­δρι­κός θα εί­ναι κα­τα­σκό­τει­νος και στο φως των προ­βο­λέ­ων του αυ­το­κι­νή­του θα δω το δά­πε­δο κα­λυμ­μέ­νο με ε­κα­τον­τά­δες αν­θρώ­πι­νους σκε­λε­τούς. Η τε­λευ­ταί­α πρά­ξη της τρα­γω­δί­ας θα εί­χε παι­χτεί ε­δώ.
Χω­ρίς να σβή­σω τη μη­χα­νή θα κα­τέ­βω. Θα προ­σπα­θώ να δι­α­τη­ρή­σω την ι­σορ­ρο­πί­α μου πα­τών­τας α­νά­με­σα στα οστά· θα υ­πάρ­χουν αγ­κα­λι­α­σμέ­νοι σκε­λε­τοί μα­νά­δων και παι­δι­ών και ο­λό­κλη­ρων οι­κο­γε­νει­ών.
«Θε μου!» θα ψι­θυ­ρί­σω συγ­κλο­νι­σμέ­νη, «τι έ­γι­νε ε­δώ μέ­σα;»
Στον ε­πι­σκο­πι­κό θρό­νο θα εί­ναι γερ­μέ­νος έ­νας σκε­λε­τός ντυ­μέ­νος με πο­λυ­τε­λή πορ­φυ­ρά άμ­φια που θα ’­χουν ξε­θω­ριά­σει α­π’ τα χρό­νια, ε­νώ μια χρυ­σή τιά­ρα θα στο­λί­ζει τη νε­κρο­κε­φα­λή. Το σκε­λε­τω­μέ­νο χέ­ρι θα κρα­τά έ­να φύλ­λο χαρ­τί. Θα το τρα­βή­ξω με πολ­λή προ­σο­χή.., και ξαφ­νι­κά ο ε­τοι­μόρ­ρο­πος σκε­λε­τός θα κα­ταρ­ρεύ­σει και θα δι­α­λυ­θεί με υ­πό­κω­φο γδού­πο μέ­σα σ’ έ­να σύν­νε­φο σκό­νης. Θα δι­α­βά­σω:
‘Σή­με­ρα, ε­ορ­τή της πο­λι­ού­χου Πα­να­γί­ας μας, ε­μείς οι χί­λι­ες ε­ξα­κό­σι­ες ψυ­χές που α­πο­μεί­να­με, μην ελ­πί­ζον­τας σε σω­τη­ρί­α και μην μπο­ρών­τας ν’ αν­τέ­ξου­με άλ­λο το κα­κό που μας βρή­κε, συγ­κεν­τρω­θή­κα­με ε­δώ στη μη­τρό­πο­λη και, α­φού τε­λέ­σα­με πα­ρα­κλη­τι­κή λει­τουρ­γί­α, με­τα­λά­βα­με ό­λοι το δη­λη­τή­ριο α­πό το χέ­ρι του ε­πι­σκό­που μας -πρώ­τα οι άρ­ρω­στοι και τα παι­διά- βά­ζον­τας τέρ­μα στην α­πελ­πι­σί­α μας και στη δυ­στυ­χι­σμέ­νη μας ζω­ή.
’­Κα­νείς δε θα κα­τα­λά­βει πώς φτά­σα­με στο ση­μεί­ο να σκο­τώ­σου­με τα ί­δια μας τα παι­διά.­.. Ο πό­νος και η α­πό­γνω­σή μας εί­ναι α­πε­ρί­γρα­πτη. Εί­θε ο θε­ός να μας συγ­χω­ρέ­σει κι οι άν­θρω­ποι να μας συμ­πο­νέ­σουν.­..’
Θ’ α­να­τρι­χιά­σω α­πό τη φρί­κη. Θα α­φή­σω το χαρ­τί στον ε­πι­σκο­πι­κό θρό­νο και θα βια­στώ να ε­πι­στρέ­ψω στο αυ­το­κί­νη­το πα­τών­τας και σπά­ζον­τας τους σκε­λε­τούς.
Στους δρό­μους θα συ­νω­στί­ζον­ται ε­κα­τομ­μύ­ρια, δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια τρω­κτι­κά. Το p­a­re-b­r­i­se θα γε­μί­σει κόκ­κι­νες πι­τσι­λι­ές· θ’ α­νοί­ξω τους υ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρες. Στις στρο­φές, οι ρό­δες θα γλι­στρά­νε πά­νω στα ξε­κοι­λι­α­σμέ­να πτω­μα­τά­κια. Θα ε­πι­τα­χύ­νω και θα γε­λά­ω δυ­να­τά, πα­ρα­νο­ϊ­κά.
«Χα-χα-χα! Κα­τα­ρα­μέ­να, κα­τα­ρα­μέ­να, σας πα­τά­ω, σας πα­τά­ω! Χα-χα-χα!» Θα ’­χω πα­ρα­φρο­νή­σει α­π’ την α­πέ­ραν­τη μο­να­ξιά και την α­πε­ρί­γρα­πτη φρί­κη.

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

19. Ο Krill πεθαίνει


Θα δι­α­σχί­σου­με τη F­Y­R­OM, θα μπού­με στο K­o­s­o­vo, θα πε­ρά­σου­με την Πρί­στι­να και θα μπού­με στο έ­δα­φος της Σερ­βί­ας. Κά­ποι­α στιγ­μή το G­PS θα χά­σει την ε­πα­φή με το δο­ρυ­φό­ρο.
Θα α­πο­φα­σί­σω να πά­με δυ­τι­κά προς το M­o­n­t­e­n­e­g­ro. Θα χα­θού­με μέ­σα στα α­τέ­λει­ω­τα, γκρί­ζα βου­νά των Βαλ­κα­νί­ων που θα μοιά­ζουν με α­πέ­ραν­το, πε­τρω­μέ­νο ω­κε­α­νό. Οι δρό­μοι θα έ­χουν κλεί­σει α­πό κα­το­λι­σθή­σεις και κά­θε φο­ρά που θα συ­ναν­τού­με α­δι­έ­ξο­δο θα εί­μα­στε α­ναγ­κα­σμέ­νοι να ε­πι­στρέ­φου­με, και να παίρ­νου­με δι­α­φο­ρε­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση, δι­α­νύ­ον­τας μπρος-πί­σω δε­κά­δες χι­λι­ό­με­τρα μά­ται­α.
Ό­λη τη μέ­ρα θα πε­ρι­πλα­νι­ό­μα­στε, ώ­σπου αρ­γά το α­πό­γευ­μα θα τε­λει­ώ­σουν τα καύ­σι­μα και θα στα­μα­τή­σου­με. Θα κα­τέ­βω α­πό τη μη­χα­νή, θα κά­νω με­ρι­κά βή­μα­τα και θα κοι­τά­ξω γύ­ρω μου χα­μέ­νη· δε θα ξέ­ρω πού βρι­σκό­μα­στε.
Θα φά­με α­μί­λη­τοι και θα πέ­σου­με να κοι­μη­θού­με. Το άλ­λο πρω­ί θα πά­ρου­με ό­σες προ­μή­θει­ες σε νε­ρό και τρό­φι­μα έ­χου­με και θα ξε­κι­νή­σου­με πε­ζοί.
Μια βδο­μά­δα θα πε­ρι­πλα­νι­ό­μα­στε πά­νω στα ά­γρια και ά­νυ­δρα βου­νά χω­ρίς να συ­ναν­τή­σου­με ψυ­χή. Θα μας έ­χει α­πο­μεί­νει ε­λά­χι­στο νε­ρό, θα δι­ψά­με, θα εί­μα­στε κα­τά­κο­ποι, τα πό­δια μας θα τσού­ζουν α­π’ τις πλη­γές. Ο κα­η­μέ­νος ο K­r­i­ll θα υ­πο­φέ­ρει α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο για­τί οι a­l­b­i­no εί­ναι πο­λύ ευ­αί­σθη­τοι στον ή­λιο. Το δέρ­μα του θα έ­χει σκά­σει α­π’ την α­φυ­δά­τω­ση και στα χεί­λη θα έ­χει λευ­κούς, ξε­ρα­μέ­νους α­φρούς.
«Λάρ­ρα.­.­.» θ’ α­κού­σω· θα στρα­φώ και θα τον δω πε­σμέ­νο. «Δεν αν­τέ­χω άλ­λο.»
Θα του δώ­σω νε­ρό και θα τον βο­η­θή­σω να ση­κω­θεί. Θα περ­πα­τή­σου­με κά­να δυ­ο χι­λι­ό­με­τρα. Θα εί­ναι α­δύ­να­τον να συ­νε­χί­σει.
«Θα κοι­μη­θού­με ε­δώ και αύ­ριο το πρω­ί συ­νε­χί­ζου­με,» θα πω έ­χον­τας πο­λύ κα­κό προ­αί­σθη­μα.
Το άλ­λο πρω­ί ο K­r­i­ll θα εί­ναι σε πο­λύ χει­ρό­τε­ρη κα­τά­στα­ση· δε θα μπο­ρεί καν να ση­κω­θεί. Θα του δώ­σω ό­σο νε­ρό θα μας έ­χει α­πο­μεί­νει και θα προ­σπα­θή­σω να τον ση­κώ­σω· μά­ται­α. Δε θα μπο­ρεί να στα­θεί στα πό­δια του. Θα τον με­τα­φέ­ρω στη σκιά ε­νός θά­μνου.
«Πά­ω να φέ­ρω βο­ή­θεια,» θα πω.
Θα πά­ρω το σα­κί­διο και θα ξε­κι­νή­σω.
«Λάρ­ρα, μην πας.»
«Για­τί;»
«Εί­ναι μά­ται­ο, θα πε­θά­νω, το νι­ώ­θω· μεί­νε κον­τά μου· φο­βά­μαι.­.,.» θα πει με δυ­σκο­λί­α.
Ο ξε­ρός ά­νε­μος θα φυ­σά δαι­μο­νι­σμέ­να. Θα στέ­κω ε­κεί, κα­τα­με­σής στην ε­ρη­μιά, με­τα­ξύ ου­ρα­νού και γης, ά­πρα­γη, σαν κε­ραυ­νο­βο­λη­μέ­νο κού­τσου­ρο, κοι­τά­ζον­τας τη μα­κριά σκιά μου πά­νω στο σκλη­ρό, ά­γο­νο έ­δα­φος.
Θα πά­ω και θα ξα­πλώ­σω δί­πλα του και θα τον αγ­κα­λιά­σω. Θα η­ρε­μή­σει· θα μεί­νου­με έ­τσι.
«Μί­λα μου,» θα πει.
«Τι να πω;»
«Για τον κόσμο που θα ’ρθει. Πες μου ό­τι θα ’­ναι κα­λύ­τε­ρος... Ό­τι οι άν­θρω­ποι θα ζουν ευ­τυ­χι­σμέ­νοι.­..»
Δε θα ξέ­ρω τι να πω. Ο θά­να­τός μας εί­ναι η πιο α­λη­θι­νή στιγ­μή μας, και θα εί­ναι σαν να τον κο­ρο­ϊ­δεύ­ω λέ­γον­τάς του κοι­νο­το­πί­ες και ψεύ­τι­κες πα­ρη­γο­ρι­ές την ώ­ρα που θα πε­θαί­νει. Θα αι­σθαν­θώ ό­τι θα πρέ­πει να πω κά­τι ε­ξί­σου α­λη­θι­νό και ει­λι­κρι­νές. Και τό­τε θα πω κά­τι που δεν το ’­χα σκε­φτεί πιο πριν -ί­σως να το ’­χα α­κού­σει ή δι­α­βά­σει και το ’­χα ξε­χά­σει- κά­τι που η πα­ρά­ξε­νη α­λή­θεια των λέ­ξε­ων που θα το εκ­φρά­σει θα με ξαφ­νιά­σει και μέ­να α­κού­γον­τάς τες:
«Ο κό­σμος εί­ναι μια πα­γί­δα που μας έ­στη­σε το μυα­λό μας και πέ­σα­με μέ­σα. Δεν μπο­ρού­με ν’ αλ­λά­ξου­με τον κό­σμο K­r­i­ll· εί­ναι α­δύ­να­τον ν’ αλ­λά­ξου­με κά­τι που δεν υ­πάρ­χει.­.. Η ε­λευ­θε­ρί­α που εί­μα­στε, δεν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται α­πό κά­τι α­νύ­παρ­κτο.­.­.»
«Συ­νέ­χι­σε να μι­λάς Λάρ­ρα· νι­ώ­θω ό­μορ­φα ν’ α­κού­ω τη φω­νή σου.­.­.»
«Τον ε­πό­με­νο κό­σμο θα τον πλά­σου­με με τα ό­νει­ρά μας. Θα ζού­με τη ζω­ή σαν τα παι­διά που φτιά­χνουν δι­ά­φο­ρες ι­στο­ρί­ες στη φαν­τα­σί­α τους και τις παί­ζουν. Θα βλέ­που­με τη ζω­ή σαν ται­νί­α· θα γε­λά­με, θα κλαί­με αλ­λά θα ξέ­ρου­με ό­τι εί­ναι ται­νί­α· θα πι­στεύ­ου­με στα μά­τια και στ’ αυ­τιά μας αλ­λά δε θα τα εμ­πι­στευ­ό­μα­στε.­.­.»
Κά­ποι­α στιγ­μή θα πέ­σει σε λή­θαρ­γο. Αρ­γά το α­πό­γευ­μα θα ξε­ψυ­χή­σει· στην αγ­κα­λιά μου, σαν σπουρ­γί­τι. Ο K­r­i­ll θα πε­θά­νει ε­δώ· σ’ αυ­τή τη σε­λί­δα, σ’ αυ­τή την πα­ρά­γρα­φο, σ’ αυ­τή την τε­λεί­α. Θα με πιά­σουν τα κλά­μα­τα.­.. Θα τον α­γα­πού­σα τον K­rill· θα ή­ταν κα­λό πλα­σμα­τά­κι· δε θα εί­χε βλά­ψει ποτέ κα­νέ­ναν και θα συμ­πο­νού­σε τους άλ­λους.
«K­r­i­ll, κα­η­μέ­νε μου K­r­i­ll.­.­.» θα ψι­θυ­ρί­σω σφίγ­γον­τάς τον στην αγ­κα­λιά μου.
Θα ση­κω­θώ· δε θα ξέ­ρω τι να τον κά­νω. ‘Να τον θά­ψω.­.. Πώς;’ Δε θα έ­χω τί­πο­τα για να σκά­ψω, και το έ­δα­φος θα ’­ναι πο­λύ σκλη­ρό. Θα ψά­ξω τρι­γύ­ρω και θα βρω μια λακ­κού­βα. Θα ση­κώ­σω το ά­ψυ­χο σω­μα­τά­κι του· χω­ρίς ζω­ή θα μου φα­νεί πιο μι­κρό και πο­λύ ε­λα­φρύ. Για να χω­ρέ­σει στη λακ­κού­βα θα του λυ­γί­σω τα γό­να­τα. Θα το σκε­πά­σω με κλα­διά θά­μνων κι α­πό πά­νω θα το­πο­θε­τή­σω πέ­τρες. Θα ελ­πί­σω να μην το ξε­θά­ψουν τα τσα­κά­λια τη νύ­χτα και το φά­νε. Θα κά­νω έ­να μι­κρό σω­ρό α­πό πέ­τρες και στη κο­ρυ­φή του θα στή­σω το l­a­p­t­op του, σαν ση­μά­δι στο μνή­μα του.
Θα ση­κω­θώ. Δε θα ξέ­ρω τι άλ­λο να κά­νω· δε θα ξέ­ρω κα­μιά προ­σευ­χή· θα υ­ψώ­σω α­π’ την α­πό­γνω­ση το βλέμ­μα στον ου­ρα­νό και δε θα δω κα­νέ­να θε­ό για να βλα­στη­μή­σω. Θα ’­χουν κρυ­φτεί ό­λοι τους φο­βι­σμέ­νοι μην ξε­σπά­σει η ορ­γή μου πά­νω τους. Θα ζω σε μια ε­πο­χή χω­ρίς θε­ούς, που δε θα ξέ­ρει τι να κά­νει τους νε­κρούς της και πώς να τους α­πο­χαι­ρε­τή­σει. Θα εί­μαι πιο ά­δεια κι α­πό μή­τρα στεί­ρας γυ­ναί­κας.­..
Θα ση­κώ­σω το σα­κί­διο μου και θ’ αρ­χί­σω να περ­πα­τώ.­.. Θα στρα­φώ και θα κοι­τά­ξω πί­σω μου για τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Κα­νείς, πο­τέ δε θα μά­θει ποι­ος ή­ταν ο μι­κρός K­r­i­ll, πώς πέ­θα­νε, πού εί­ναι ο τά­φος του.­.. Και θα συ­νε­χί­σω το δρό­μο μου· θα κου­βα­λώ την α­σή­κω­τη α­π’ την θλί­ψη καρ­διά μου.
Δυ­ο μέ­ρες θα πε­ρι­πλα­νι­έ­μαι τρε­λή κι ε­ξαν­τλη­μέ­νη α­π’ τη δί­ψα μέ­σα στα ά­γρια βου­νά. Θα έ­χω ό­λη την κού­ρα­ση των αι­ώ­νων στην ψυ­χή μου κι ό­λο το βά­ρος της γης στους ώ­μους μου, ώ­σπου τε­λι­κά θα κα­ταρ­ρεύ­σω.
Θα μεί­νω πε­σμέ­νη ε­κεί, με το στό­μα γε­μά­το σκό­νη, πά­νω στη μαύ­ρη γη, κά­τω α­πό τον βα­θύ γα­λά­ζιο ου­ρα­νό, με­τα­ξύ ζω­ής και θα­νά­του. Θ’ α­κού­ω τα κρω­ξί­μα­τα των όρ­νι­ων α­πό πά­νω μου και θα τα φαν­τα­στώ να μου βγά­ζουν τα μά­τια και να μου τρώ­νε τα σπλά­χνα. Θα φαν­τα­στώ χρό­νια με­τά, το σκε­λε­τό μου σ’ αυ­τό το ί­διο ση­μεί­ο πά­νω στην έ­ρη­μη γη, στην ί­δια στά­ση.­.. Θα φαν­τα­στώ αι­ώ­νες με­τά, τον πα­νάρ­χαι­ο ά­νε­μο να λι­ώ­νει τα κό­κα­λά μου και να πα­ρα­σέρ­νει τη σκό­νη τους ώ­σπου να ε­ξα­φα­νι­στώ εν­τε­λώς.­.. Ό­μως, ό­σο το σκε­φτό­μου­ν, δεν μ’ έ­νοια­ζε που θα πέ­θαι­να· μ’ έ­νοια­ζε που θα πέ­θαι­να χω­ρίς να ξα­να­δώ τη B­l­u­ma.­..
Θα πέ­σει η νύ­χτα και θα ’­μαι α­κό­μα ζων­τα­νή. Με μια υ­πε­ράν­θρω­πη προ­σπά­θεια θα στρέ­ψω λί­γο το κε­φά­λι και θα δω τ’ ά­στρα. Και τό­τε θα μου πε­ρά­σει α­πό το μυα­λό η τε­λευ­ταί­α, η πιο πα­ρά­ξε­νη κι ί­σως η πιο α­λη­θι­νή σκέ­ψη της ζω­ής μου: ‘Εμ­φα­νί­στη­κα σαν κό­σμος. Υ­πάρ­χω πριν α­πό τ’ ά­στρα και θα ε­ξα­κο­λου­θή­σω να υ­πάρ­χω κι α­φού σβή­σουν. Εί­μαι η τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γός του σύμ­παν­τος: μ’ έ­να -κλαπ! των δα­κτύ­λων μου το εμ­φά­νι­σα, και μ’ έ­να - κλαπ! θα το ε­ξα­φα­νί­σω.’
Με­τά η Λάρ­ρα θα εγ­κα­τα­λεί­ψει την αν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση στην ο­ποί­α υ­πάρ­χουν χρό­νος, χώ­ρος, αι­τί­ες, γλώσ­σα, συ­ναι­σθή­μα­τα κλπ, και θα ε­νω­θεί μ’ αυ­τό που εν­τε­λώς α­ναί­τια κι α­νέλ­πι­στα εμ­φα­νί­ζε­ται σαν ‘αν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση’.