Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Οἱ συντηρηταὶ τοῦ σύμπαντος:

   
Ἐπὶ ὥρας ἐκαλπάζομεν ἐπὶ τοῦ ἀνωφεροῦς γαλαξίου –κοινῶς, ζουνάρι τῆς καλογριᾶς ἢ Ἰορδάνης ποταμὸς– καὶ αἱ ὁπλαὶ τῶν κελήτων ἵππων κτυποῦσαι ἐπὶ τῆς σκληρᾶς ἀστροστρώτου ὁδοῦ ἀντήχουν –κλαπατάκ! κλαπατάκ! κλαπατάκ! εἰς τὰς ἐσχατιὰς τοῦ σύμπαντος.
       -«Ὑψώσατε τὸν φανόν, μεσιὲ Λεφρέ· ὑψώσατε αὐτὸν ἵνα βλέπωμεν ποῦ ὑπάγομεν» ἐφώναξεν ὁ André Breton.
       -«Ποῦ ὑπάγομεν;»
       -«Θὰ σᾶς ἐξηγήσω: Ὅπως ἤδη γνωρίζετε, ἐγὼ κι ὁ Marcel εἴμεθα σουρρεαλισταὶ - μηχανοτεχνῖται οἱ ὁποῖοι πέραν τῶν ἐπισκευῶν τῶν βλαβῶν τοῦ ξενοδοχείου, ἔχομεν ἀναλάβει καὶ τὴν συντήρησιν τοῦ κοσμικοῦ μηχανισμοῦ. Καθῆκον μας εἶναι νὰ φροντίζωμεν διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τῆς συμπαντικῆς μηχανῆς λιπαίνοντες ἀνὰ τακτὰ διαστήματα διὰ μηχανελαίου τὰ τριβόμενα μέρη αὐτῆς οὕτως ὥστε νὰ ὀλισθαίνουν ἄνευ φθορῶν καὶ ἀθορύβως, ἀντικαθιστῶντες ὅπου χρὴ τὰ κατεστραμμένα μηχανικὰ στοιχεῖα διὰ καινουργῶν ἀνταλλακτικῶν...»
       -«..!»
       -«Βεβαίως, διότι τί νομίζετε ἀγαπητέ; Ὁ κόσμος μία μηχανὴ εἶναι -ἡ μηχανὴ τοῦ χρόνου- το δὲ σύμπαν ἓν πελώριον, ἀκριβὲς ὡρολόγιον. Ὅμως κάποια βλάβη ὑπέστη ὁ ὡρολογιακὸς μηχανισμὸς καὶ ὁ χρόνος ἔπαυσεν.
………………………………………………………………………………………………..
       Κλαπατάκ! κλαπατάκ! κλαπατάκ.., ὡς ἀπόκοσμοι ἱππότες ἐκαλπάζομεν εἰς τὴν ἀπέραντον, ἐρημίαν τοῦ διαστήματος. Ἐλάβομεν τὴν ἄγουσαν πρὸς τὸν Ἀλτάιρ, εἶτα κατηυθύνθημεν πρὸς τὸν Λαμπαδίαν ἢ Ἀλδεβαράν, καὶ τώρα ἐπορευόμεθα παρὰ κατακόρυφου δίσκου τεραστίας διαμέτρου ἐκ κρυσταλλικοῦ διαφεγγοῦς ἀχάτου λευκοτέρου χιόνος, ὅστις ἦτο ἡ.., πανσέληνος! Παρακάμπτοντες αὐτήν, ὤωω...!
       Ἐνώπιον τῶν ἐκθάμβων ὀφθαλμῶν μου ἀπεκαλύφθη ὁ ἀπειρομεγέθης ὠξειδωμένος ὡρολογιακὸς μηχανισμὸς τοῦ σύμπαντος κόσμου, μία παμπαλαία μηχανὴ ἰλιγγιώδους πολυπλοκότητος ἐκτὸς λειτουργίας.
       Ἀφιππεύσαμεν.
       -«Ἰδού, διατὶ ἔπαυσεν ὁ χρόνος»  εἶπεν ὁ μέγας Breton δεικνύων τὸν γαλαξίαν. «Εἶναι ἀποσυνεσπειρωμένος».
       -«Πῶς εἴπετε;»
       -«Ὁ γαλαξίας εἶναι τὸ ἐλατήριον τοῦ ὁποίου ἡ ἐλαστικὴ δυναμικὴ ἐνέργεια κινεῖ τὸν συμπαντικὸν ὡρολογιακὸν μηχανισμὸν» ἐξήγησεν ὁ Breton.
       Καὶ λέγων ταῦτα ἤρχισεν νὰ περιστρέφη χορδιστήριον καὶ ταυτοχρόνως -σᾶς ὀρκίζομαι!- εἶδον τὸν γαλαξίαν συσπειρούμενον.

Ἔεπ.., πῶς πᾶτε διακοπὲς χωρὶς τοὺς Ἀγγέλους..;

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

Τὰ ἄλογα


Ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς ἀφυπνίσθην ὑπὸ ὑποκώφου σαλάγου συνοδευομένου ὑπὸ ἐντεινομένης, ὑποχθονίας δονήσεως καὶ τρομάξας ἀνεκάθησα εἰς τὴν κλίνην...
       -«Χέι-χέιι..!»
       Ἵπποι ἐξῆλθον ὁρμητικῶς ἐκ τοῦ δεξιοῦ τοίχου τοῦ δωματίου μου, καὶ ἐπ’ αὐτῶν διηύλαυνον γυμνοὶ οἱ σουρρεαλισταὶ γελῶντες ἠχηρῶς καὶ κραυγάζοντες!
    -«Μεσιὲ Λεφρέ! Ἀλεγρία! Ἀλεγρία! Ἐγέρθητε κι ἑνώθητε μεθ’ ἡμῶν! Προσχωρήσατε εἰς τοὺς ὑπερρεαλιστὰς εὐωχητάς!» ἐφώναξεν ὁ Marcel Duchamp διερχόμενος ἐπὶ κυρταύχενος ἵππου.
       -«Ἀλέστα Λεφρέ, ἀλέστα! Χὰ-χὰ-χά..!» ἤκουσα γνωστὸν κακαβιστὸν γέλωτα καὶ εἶδον τὴν Mona Lisa πετομένην, προσκρούουσαν εἰς τοὺς τοίχους τῇδε κακεῖσε, κρατοῦσαν φιάλην καμπανίτου οἴνου εἰς τὴν μίαν χεῖρα καὶ κρυστάλλινον ποτήριον εἰς τὴν ἄλλην...
       Πανδαιμόνιον ἐπεκράτει, ὁπλαὶ προέβαλλον ἐκ τῆς ὀροφῆς,  πυρρότριχες φορβάδες ἐνεπῆδον ἐν τῷ ὑπνοδωματίω, λευκόφαιοι πῶλοι ὑπερεπῆδον τὴν κλίνην μου, ἀτίθασοι κήλονες ἐκάλπαζον κι ἐτρόχαζον, καὶ εἰσερχόμενοι εἰς τὸν ἔναντι ἀριστερὸν τοῖχον ἐχάνοντο! Καὶ ἀφοῦ ὁλόκληρος ἀγέλη διέσχισεν τὸ δωμάτιόν μου καὶ τὸ κακὸν ἐπέρασεν, ἐπῆλθεν ἡσυχία κι ἐκαθήμην εἰς τὸ ἡμίφως καὶ ἠπόρουν, πῶς καὶ τί συνέβη...
       Χρεμετισμὸν ἤκουσα τότε, καὶ στραφεὶς ἀντίκρισα καθαρόαιμον φορβάδα μὲ στιλπνὸν μέλαν τρίχωμα ἀποκοπεῖσαν ἐκ τῆς ἀγέλης, ἥτις εἶχεν χώσει τὸ ῥύγχος της ἐντὸς τῆς ἱματιοθήκης μου καὶ ἠρεύνα τὰ θυλάκιά μου.
       Ὠργισμένος ἔλαβον τὸ ἀκουστικὸν τοῦ τηλεφώνου:
       -«Ἐδῶ μεσιὲ Λεφρέ. Θὰ ἤθελα τὸν maitre d’  hotel, παρακαλῶ!»
       -«Ἐδῶ maitre d’  hotel· τί σᾶς ἀπασχολεῖ μεσιέ;»
       -«Τὸ ξενοδοχεῖον σας εἶναι ἀπαράδεκτον! Εἰς τὸ δωμάτιόν μου εὑρίσκεται μία φορβὰς καὶ ὀσμίζεται διὰ τῶν μυκτήρων της τὰ ἐνδύματά μου! Πῶς τὸ ἐξηγεῖτε αὐτό;»
       -«Τὰ φαντάζεσθε»
       -«Τὰ φαντάζομαι;»
       -«Βεβαίως, τί ἄλλον!»
       -«Χμ, ἴσως... Θὰ τὸ σκεφθῶ. Συγγνώμην διὰ τὴν ἐνόχλησιν» Κλίκ!
      Ὤφειλον νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ἐξήγησις τοῦ κυρίου Μπαρντὸ ἦτο πλήρης, λακωνικὴ καὶ προπάντων λογική. Ἡ φορβὰς ἔστρεψεν τὴν κεφαλὴν καί.., μοῦ ὡμίλησεν μὲ ἀνθρωπίνην αὐδήν!
       -«Δὲν εἴμεθα ἵπποι· εἴμεθα ἄ-λογα»
       -«Τί ἄλογα;»
       -«Θυμοειδῆ κι ἀχαλίνωτα. Δηλαδή, εἴμεθα τὰ βασικά σας ἔνστικτα, οἱ παράφοροι πόθοι σας, τὰ ζωώδη πάθη, οἱ ἀνομολόγητοι ἐπιθυμίαι, οἱ ἀνεξέλεγκτοι φόβοι σας. Καταπεπιεσμένα καὶ ἀπωθημένα ὑπὸ τῆς λογικῆς καλπάζομεν ἐλεύθερα ὑποκάτω της συνειδήσεως -εἰς τὸ ὑποσυνείδητόν σας»
       -«Πὼ-πώ!»
    -«Ἐγὼ φέρ’ εἰπεῖν εἶμαι ἡ ἀχαλίνωτος, ἀπεριόριστος, ἀγρία ἀλλὰ καὶ ἁγία Φαντασία. Ἀγαπητέ μου κύριε, μόνον ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς μεταφέρω ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται ἡ ἐλπὶς»