Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Ἐγὼ καὶ τὸ πτῶμα μου.


Μεσημβρία Ἰουλίου, καὶ ὁ καύσων ἀφόρητος· ἐσπόγγισα τὸ μέτωπόν μου ἐκ τοῦ ἱδρῶτος μὲ τὸ μανδήλιον κι ἐστράφην πρὸς τὸ ἐσωτερικόν· μυῖαι ἐβόμβουν εἰς τὸ δωμάτιον· αἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου εἰσερχόμεναι διὰ τοῦ παραθύρου ἐσχημάτιζον στρεβλὸν τετράπλευρον ἐπὶ τοῦ δαπέδου. Ἔχυσα ὀλίγον κονιὰκ εἰς ποτήριον κι ἐκάθησα πλησίον τοῦ πτώματός μου· ἤναψα σιγαρέτον κι ἐχαλάρωσα τὸν λαιμοδέτην. Ἀπελάμβανον τὸ μοναδικὸν προνόμιον νὰ εἶμαι θεατὴς τοῦ θανάτου μου!
       Μία μυία ἐκάθησεν ἐπὶ τῆς ῥινὸς τοῦ πτώματος. Παρηκολούθουν τὴν ἄσκοπον περιπλάνησίν της μὲ ἀποκεχαυνωμένον ἐκ τοῦ καύσωνος καὶ τοῦ ἀλκοὸλ βλέμμα. Περιεπάτησεν ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ βλεφάρου τοῦ νεκροῦ, ἠκινητοποίηθη, ἔτριψεν τοὺς ἐμπροσθίους πόδας της μὲ ἐμφανῆ ἱκανοποίησιν διὰ τὸ μέγα γεῦμα τὸ ὁποῖον ἡπλοῦτο ἐνώπιόν της, ὕστερον ἐσυνέχισεν πρὸς νότον, εἰσῆλθεν ὀλίγον εἰς τὸν δεξιὸν ρώθωνα, ἐξήλθεν ἀμέσως, καὶ ἀφοῦ διῆλθεν τὰ πελιδνὰ χείλη τοῦ ἐκλειπόντος, ἀπέπτη αἰφνιδίως διὰ παρορμητικῆς κινήσεως. Τὸ συγκλονιστικὸν θέαμα μὲ εἶχεν ἀπορροφήσει ὁλοκληρωτικῶς -διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, ὑπνηλία μὲ κατέλαβεν καὶ βαθέως ἐχασμήθην...
       Τὸ ἐπὶ τοῦ δαπέδου φωτεινὸν τετράπλευρον εἶχεν μετατοπισθῇ τώρα καὶ ἀνήρχετο ὀλισθαῖνον ἀθορύβως ἐπὶ τῆς νεκρικῆς κλίνης. Δὲν ἐγνώριζον τί νὰ κάμνω μόνος μὲ τὸ πτῶμα μου εἰς τὸ αὐτὸ δωμάτιον, καὶ ὅπως ἐκαθήμην παρετήρουν τὸ κολόβιον –κοινῶς ζιμπούνι– τὸ ὁποῖον ἐφόρει ὁ μακαρίτης, καὶ ἄνευ σκέψεως, ἀπὸ ἀνίαν καὶ μόνον, ἤρχισα νὰ ἑλκύω ἀποτετλιμένην[1] ἄκρην νήματος ἐκ τῆς παρυφῆς τοῦ πλεκτοῦ. Ἦτο βεβαίως ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὸν ἀείμνηστον ἀλλ’ ἤμην μόνος καὶ οὐδεὶς μ’ ἔβλεπεν.
       Ἐπεράτωσα τὸ κολόβιον, καὶ ἐπειδὴ τὰ πράγματα ἐν τῷ κόσμῳ εἶναι ἀλληλοσυνδεόμενα καὶ ἀλληλοεξαρτώμενα ὡς λέξεις ἐν κειμένω, τὸ κλῶσμα ἐσυνεχίζετο καὶ ἤρχισα νὰ ἀπυφαίνω καὶ τὸν  μακαρίτην!    Εἶχον ἀπυφάνει τὸν μακαρίτην σχεδὸν κατὰ τὸ ἥμισυ, ὅταν κάτωθεν τῆς κλίνης προέβαλεν ὅλως αἰφνιδίως ὁ…

Ἐγχειρίδιο ἐπιβίωσης στὸν καιρὸ τῆς κρίσης: http://issuu.com/larrycool/docs/larry_cool_-______________________________________?mode=window


[1] ξηλωμένη


Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Ἡ καταστροφὴ τοῦ σύμπαντος κόσμου:


  -«Ἡ ροὴ τοῦ χρόνου ἀποκατεστάθη» εἶπεν ἱκανοποιημένος ὁ Ἀνδρέ, καὶ κατόπιν φορέσας σκοτεινὸν προσωπεῖον ἐγονυπέτησεν καὶ ἤρχισεν νὰ ἠλεκτροσυγκολλᾶ ἐρραγισμένην πλήμνην ὀρειχαλκίνου τροχίλου. Αἱ λευκαὶ λάμψεις τῆς ἠλεκτροσυγκολλήσεως ἐφώτιζον τὴν τερατώδη μηχανήν, οἱ δὲ ἐκτοξευόμενοι φωτεινοὶ σπινθῆρες διέγραφον παραβολικὰς τροχιὰς χυνόμενοι ὡς ἡ πυρόλευκη κόμη τῆς Βερενίκης[1].
       Κι ἐνῷ  ἐθαύμαζον μὲ ἀνοικτὸν στόμα τὴν μνημειώδη ὑπερκατασκευήν, ἀσυνειδήτως τὰ δάκτυλά μου ἔπαιζον μικρὰν ἅλυσον...
       -«Μὴν ἐγγίζετε τίποτε! Θὰ προκαλέσητε ἀνυπολόγιστον καταστροφήν!» μὲ προειδοποίησεν ὁ Ἀνδρὲ ὑψώνων τὸ προσωπεῖον καὶ σπογγίζων τὸν ἱδρώτα τοῦ μετώπου του μὲ τὴν ἀνάστροφον τῆς παλάμης. «Πλησιάσατε ἐδῶ τὸν φανὸν ἵνα ἴδω»
       Καὶ ἐνῷ  ἐξέταζεν τὴν ραφήν, -κλίκ! εἵλκυσα τὴν μικρὰν ἅλυσον μὲ τὴν ὁποίαν ἔπαιζον μηχανικῶς τὰ δάκτυλά μου.
       Ἐπιπολαιότης; Ἀπερισκεψία; Ἀφροσύνη; Ἐλαφρότης; Παιγνιώδης διάθεσις; Τυχοδιωκτισμὸς ἢ μήπως νοσηρὰ περιέργεια νὰ ἴδω τί θὰ συνέβαινεν; Τίποτε ἐκ τῶν ἀνωτέρω· ἐπρόκειτο περὶ ὑποσυνειδήτου ἐπιθυμίας ὅπως καταστρέψω αὐτὸν τὸν ζοφερὸν κόσμον ὅστις ἵστατο ἐμπόδιον εἰς τὴν δημιουργίαν ἑνὸς νέου.
       Ἔσυρα λοιπὸν τὴν ἀσφαλείαν ἥτις συνεκράτει μέγαν πεῖρον, ἐπὶ τῆς ἀρθρώσεως τοῦ ὁποίου ἦτο συνηρμολογημένη τιτανία ἅλυσος εἰς τὸ ἄλλον ἄκρον τῆς ὁποίας ἦτο συνδεδεμένη ἡ γῆ, καὶ ἡ ὁποία ἅλυσος ἠνάγκαζεν τὸν πλανήτην μας νὰ ἐκτελῇ τὴν προδιαγεγραμμένην ἐτησίαν περιφοράν του. Ὁ πεῖρος ὠλίσθησεν ἐκ τῶν ὑποδοχῶν του κι ἔπεσεν εἰς τὸ κενόν... 
       -«Οὔπς!»
       Ἀπολυθείσης τῆς ἁλύσεως, ἡ γεώσφαιρα ἠκολούθησεν εὐθύγραμμον τροχιὰν ἐφαπτομένην τῆς ἐλλειπτικῆς εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνον εἰς τὸ ὁποῖον ἔπαυσεν νὰ ἀσκῆται ἡ κεντρομόλος δύναμις καί.., ἤρχετο κατεπάνω μας μετ’ ἀπιστεύτου ὁρμῆς!
       -«Μεσιέ, εἶσθε ἠλίθιος. Ἀπησφαλίσατε, ἐξετροχιάσατε τὴν γῆν! Ἐπὶ τῶν ἵππων, ἐπὶ τῶν ἵππων!» ἐκραύγασεν ὁ Ἀνδρέ.
       Ἐπηδήξαμεν ἐπὶ τῶν ράχεών τους καὶ πτερνίσαντες ἰσχυρῶς τὰ πλευρά των ἐχύθημεν εἰς τὸ σκότος ἐνῷ  ὀπίσω μας ἠκούομεν τὸν ἐντεινόμενον συριγμὸν τοῦ ἐπερχομένου κολοσσιαίου οὐρανίου σώματος.
       Μπουουούμ..!
       Ἡ ὑδρόγειος προσέκρουσεν ἐπὶ τοῦ τεραστίου ὡρολογιακοῦ μηχανισμοῦ τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ τὸν συνέτριψεν.  Σφῆνες, μακαράδες, τροχαλίαι, κρέκες, τύμπανα, παλάγκα, ἀνολκεῖς, παρέλες, ἀρτῆρες, ἀρτάναι, γάβριες, ἐπάρται, μαραβίλια, μποζαργάτες.., μύρια ὅσα στοιχεῖα ἐξετοξεύθησαν καὶ παρερχόμενα ὡς μύδροι παρὰ τῶν κεφαλῶν μας ἐχάνοντο συρίζοντα εἰς τὸ διάστημα.
       Κλαπατάκ! κλαπατάκ! κλαπατάκ…
       -«Λεφρὲ εἶσθε κακοποιός, δολιοφθορεὺς καὶ κορυφαῖος τρομοκράτης!»

Ἔεπ! Πῶς πᾶτε διακοπὲς χωρὶς τοὺς Ἀγγέλους...?


[1] ἀστεροειδὴς