Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Ἡ Διεστραμμένη Εἰσαγγελεύς




     «Αἱ­μο­δι­ψής; Ἐ­γώ;!»
«Ναὶ ἐ­σεῖς. Μό­λις σᾶς εἶ­δον, ἡ ὑ­πο­βό­σκου­σα δι­α­στρο­φὴ ἡ κα­τα­τρώ­γου­σα τὰ σπλάγ­χνα μου, ἐ­ξε­τι­νά­χθη ὡς ἠ­φαι­στει­α­κὴ λά­βα καὶ κα­τέ­κα­ψεν τὰς φρέ­νας μου. Σᾶς ἠράσθην κε­ραυ­νο­βό­λως. Εἶ­σθε αὐ­τὸς τὸν ὁ­πο­ῑ­ον ὠ­νει­ρευ­ό­μην ἀ­νέ­κα­θεν ὡς ἰ­δα­νι­κὸν ἐ­ρα­στήν: ῥι­ψο­κίν­δυ­νος, σκλη­ρός, βά­ναυ­σος, στυ­γνός, ἀ­δί­στα­κτος.»
   «Μᾶλ­λον ἀ­να­φέ­ρε­σθε εἰς τὸν φά­κε­λον ἄλ­λου κα­τα­δί­κου.»
«Ὅ­λην τὴν νύ­κτα ἐ­πά­λαι­ον με­τα­ξὺ τοῦ πά­θους μου δι­ὰ ἐ­σᾶς, καὶ τῆς συ­νει­δή­σε­ως τοῦ κα­θή­κον­τος. Καὶ τε­λι­κῶς ὑ­πε­ρί­σχυ­σεν τὸ πά­θος καὶ ἔ­λα­βον τὴν ἐ­πώ­δυ­νον ἀλ­λὰ μοι­ραί­αν ἀ­πό­φα­σιν. Δι­ὰ χά­ριν σας θὰ γί­νω ἐ­πί­ορ­κος καὶ θὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω μί­αν ἐ­πι­τυ­χῆ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴν στα­δι­ο­δρο­μί­αν, δύ­ο προ­σφι­λῆ τέ­κνα καὶ ἕ­να ἄ­με­πτον σύ­ζυ­γον.»
«Μή­πως ἐ­ὰν ἐ­πα­νε­ξη­τά­ζα­τε τὸ ζή­τη­μα...»
«Ὄ­χι, ὄ­χι... Ἡ ἀ­πό­φα­σίς μου εἶ­ναι ὁ­ρι­στι­κὴ καὶ ἀ­με­τά­κλη­τος. Ἀ­κού­σα­τε... Θὰ σᾶς φυ­γα­δεύ­σω ἐκ τῆς φυ­λα­κῆς καὶ θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σω­μεν ζεῦ­γος πα­ρά­νο­μον, κα­τα­ζη­τού­με­νον καὶ κα­τα­δι­ω­κό­με­νον ὑ­πὸ τῶν ἀρ­χῶν. Ναί; Ναί!
»Θὰ ζή­σω­μεν εἰς τὴν πα­ρα­νο­μί­αν ὡς φυ­γά­δες... Θὰ εἴ­με­θα βι­αι­ο­πα­θεῖς, αἰχ­μά­λω­τοι τοῦ πά­θους... Ὤ, ναί! Τὰς ἡ­μέ­ρας θὰ δι­α­πράτ­τω­μεν λῃ­στεί­ας τρα­πε­ζῶν καὶ ἄλ­λα συ­να­φῆ κα­κουρ­γή­μα­τα τρί­του βαθ­μοῦ, ἐ­νῷ τὰς νύ­κτας θὰ πα­ρα­δι­δό­με­θα ἀ­συγ­κρά­τη­τοι εἰς ἀ­κραί­ας ἡ­δο­νὰς ἐ­πὶ ῥυ­πα­ρῶν σιν­δό­νων ἀ­θλί­ων ἐ­παρ­χι­α­κῶν ξε­νο­δο­χεί­ων... Καὶ βε­βαί­ως θὰ βά­ψω­μεν τὰς χεῖ­ρας μας εἰς τὸ αἷ­μα. Θὰ δι­α­πρά­ξω­μεν πολ­λοὺς φό­νους, πά­ρα πολ­λούς... Θὰ σκορ­πί­ζω­μεν τὰ χρή­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ ἀ­πο­κο­μί­ζω­μεν ἐκ τῶν λῃ­στει­ῶν δι­ά­γον­τες πο­λυ­τε­λῆ καὶ προ­κλη­τι­κὸν βί­ον... Θὰ πα­ρε­κτρα­πῶ­μεν εἰς ὄρ­γι­α. Ναί, ναί· μὲ ἔμ­φα­σιν εἰς τὰ κτη­νώ­δη ὄρ­γι­α...
»Ἐν τέ­λει θά μὲ ἐ­ξω­θή­ση­τε εἰς τὴν πορ­νεί­αν· ἄχ, ναί, θὰ ἐκ­πλη­ρω­θῇ ἐ­πι­τέ­λους τὸ ὄ­νει­ρόν μου νὰ γί­νω κα­θη­μα­ξευ­μέ­νον γύ­ναι­ον κα­τω­τά­της ὑ­πο­στάθ­μης – κό­φα κοι­νῶς, ἴ­σως μά­λι­στα καὶ πα­λι­ο­σκρό­φα! Καὶ σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, μὴ μοῦ τὸ ἀρ­νη­θῆ­τε· θὰ εἶ­σθε ὁ πορ­νο­βο­σκός μου – ὁ μπε­ζε­βέγ­κης μου, θὰ μὲ ὑ­βρί­ζη­τε σκαι­ῶς: ‘πόρ­νη δι­και­ο­σύ­νη, χα­μαι­τύ­πη!’ καὶ ἄλ­λα τοι­αῦ­τα πα­ρεμ­φε­ρῆ εἰς τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­ρέ­σκο­μαι. Θὰ μὲ ἐ­ξευ­τε­λί­ζη­τε, θὰ μοῦ ἀ­πο­σπᾶ­τε τὰ χρή­μα­τα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, θὰ μὲ δέ­ρε­τε ἀ­συγ­κί­νη­τος, θὰ σᾶς φο­βοῦ­μαι καὶ θὰ εἶ­μαι δού­λη σας. Ἄχ, θὰ πε­ρά­σω­μεν ὡ­ραί­α, τί ὡ­ραί­α! Ἐ­πλά­σθην δι­ὰ τὴν πα­ρα­νο­μί­αν καὶ τὴν τα­πεί­νω­σιν! Θὰ ἐ­κτρο­χι­α­σθῶ­μεν, ἀ­γά­πη μου· θὰ ἐ­ξο­κεί­λω­μεν, θὰ ἀ­πο­χα­λι­νω­θῶ­μεν... Μμμ, δαι­μο­νι­σμέ­νε μου ἐ­ρα­στά· δι­α­τί σι­ω­πᾶ­τε, δὲν εὑ­ρί­σκε­τε ὑ­πέ­ρο­χον τὸ μέλ­λον μας;!»
Ἡ γυ­νὴ πα­ρε­λή­ρη ἕ­ως πα­ρο­ξυ­σμού· ἐ­μαί­νε­το ὑ­πὸ βι­αί­ων, σκο­τει­νῶν πα­θῶν· δὲν εἶ­χεν συ­νεί­δη­σιν τοῦ τί ἔ­λε­γεν.
«Μὲ τρο­μά­ζε­τε, madame...»
«Κο­λα­σμέ­νη μου ἀ­γά­πη, κα­τα­χθό­νι­έ μου τύ­πε! Θὰ πε­ρι­πέ­σω­μεν εἰς πᾶ­σαν ἁ­μαρ­τί­αν καὶ ἀ­νη­θι­κό­τη­τα, θὰ γί­νω­μεν οἱ αἰ­σχρό­τε­ροι τῶν αἰ­σχρο­τέ­ρων, οἱ ἀ­χρει­ό­τε­ροι τῶν ἀ­χρει­ο­τέ­ρων, ἕ­ως ὅ­του...»
«Ἕ­ως ὅ­του;»
«Ἕ­ως ὅ­του μί­αν ἑ­σπέ­ραν κα­τὰ τὴν δύ­σιν τοῦ ἡ­λί­ου, τὰ ὁ­πλο­πο­λυ­βό­λα τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας θὰ θε­ρί­σουν τὰ πτω­χά μας σώ­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­μως προ­η­γου­μέ­νως θὰ ἔ­χουν προ­λά­βει νὰ δρέ­ψουν ὅ­λας τὰς ἡ­δο­νάς! Λοι­πόν; Δὲν εἶ­ναι συ­ναρ­πα­στι­κόν;»
Ἡ γυ­νὴ ἦ­το τε­λεί­ως πα­ρά­φρων. Εἶ­χον ἀ­πω­λέ­σει πᾶ­σαν ἐλ­πί­δα ὅ­τι θὰ ἐ­τύγ­χα­νον ἀ­με­ρο­λή­πτου δί­κης καὶ ὅ­τι θὰ ἠ­θω­ού­μην... Δὲν ἤλ­πι­ζον πλέ­ον εἰς τὴν δι­και­ο­σύ­νην.
   «Λυ­ποῦ­μαι, ἀλ­λὰ προ­τι­μῶ τὴν ἀ­σφά­λει­αν τῶν φυ­λα­κῶν,» εἶ­πα.




Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Ἡ Μικρά Ἄννια


Τὴν θύ­ραν ἤ­νοι­ξεν ἡ πάν­το­τε εὔ­χα­ρις, μι­κρὰ Ἄν­νι­α (Аня[1]). «Мои АннушкаМои Аннушка![2]» εἶ­πα μὲ χα­μη­λήν, βραγχώ­δη ἐκ τοῦ πό­θου φω­νήν, τεί­νων τὰς χεῖ­ρας πρὸς τὰ δρο­σε­ρά της στή­θη.
«Ἄχ, κύ­ρι­ε· ἄχ, κα­λὲ κύ­ρι­ε! Θὰ σᾶς μα­λώ­σω!» εἶ­πεν ἀκ­κι­ζο­μέ­νη, δι­α­φεύ­γου­σα τῆς συλ­λή­ψε­ως δι’ ἐ­πι­δε­ξί­ου ἑ­λιγ­μοῦ τοῦ εὐ­λυ­γί­στου σώ­μα­τός της. «Τὸ γεῦ­μα εἶ­ναι ἕ­τοι­μον καὶ σᾶς ἀ­να­μέ­νουν ἄ­νω εἰς τὴν τρα­πε­ζα­ρί­αν ἵ­ν’ ἀρ­χί­σω­σιν»
Ἤρ­χι­σα τό­τε νὰ λύ­ω τὰ κομ­βί­α τῆς πε­ρι­σκε­λί­δος μου ἐν σπου­δῇ, λέ­γων:
«Τί ἔ­χει ἐ­δῶ ὁ κύ­ρι­ος Λαρ­ρὺ δι­ὰ τὸ μι­κρόν του τὸ πορ­νί­δι­ον; Τί ἔ­χει, ἔ;»
«Τί, τι­ί;»
«Voila!» εἶ­πα ἑ­ξα­γα­γὼν τὸ γαυριὸν πέ­ος μὲ μί­αν με­γα­λό­σχη­μον, θε­α­τρι­κὴν κί­νη­σιν. «Ἔ­χει που­λὶ γι­ὰ σέ­να!»
«O-la-la! Μί­α ψω­λά­ρα σφύ­ζου­σα! Κα­λὲ κύ­ρι­ε, ὡ­σὰν ὀ­βί­δα σᾶς εἶ­ναι· κα­τέ­ρυ­θρη καὶ ἕ­τοι­μη νὰ ἐ­κρα­γῇ!»
«Μὴ φο­βοῦ κό­ρη κε­χα­ρι­τω­μέ­νη· ὁ κύ­ρι­ος με­τά σοῦ,» εἶ­πα πλη­σι­ά­ζων μὲ προ­τε­τα­μέ­νην λε­κά­νην. «Θώ­πευ­σον, ἀ­σπά­σου καὶ με­τά­λα­βε αὐ­τῆς με­τ’ εὐ­λα­βεί­ας,» τὴν ἐ­νε­θάρ­ρυ­να.
Μό­λις τὸ ἤγ­γι­ξεν ἀ­πε­μα­κρύν­θη,  λέ­γου­σα:
«Σᾶς τυ­φλώ­νει ἡ λα­γνεί­α καὶ γί­γνε­σθε ῥι­ψο­κίν­δυ­νος. Ἡ κυ­ρί­α ἀ­πὸ και­ρὸ ὑ­πο­ψι­ά­ζε­ται...»
«Νὰ στα­θῇς νὰ σὲ γα­μή­σω λέ­γω ἐ­γὼ καὶ νὰ ἀ­φή­σῃς τὰς δι­και­ο­λο­γί­ας,» εἶ­πα ὀρ­γί­λως.
Ἤρ­χι­σα νὰ τὴν κα­τα­δι­ώ­κω λά­βρος πέ­ριξ τῆς ῥο­τόν­τας ἐ­πι­χει­ρῶν νὰ ψαύ­σω τὰ ἀ­πι­δο­ει­δῆ[3] ὀ­πί­σθι­ά της. Φεῦ, ἡ ἡ­λι­κί­α μου μ’ ἐ­πρό­δω­σεν! Συν­τό­μως ἐ­ξου­θε­νώ­θην κι ἐ­στά­θην ἀ­σθμαί­νων, κα­τα­βε­βλη­μέ­νος, μὲ τὸ πέ­ος ἀ­νὰ χεῖ­ρα.
«Ἀν­νίτ­σκα μου· μι­κρά, τρυ­φε­ρά μου δορ­κάς! –οὔφ!–  ὑ­πο­φέ­ρω· ὡς παῖς ἐν κα­μί­νῳ φλέ­γο­μαι ἐκ τῆς καύ­λας ὁ τά­λας· μάρ­τυς εἰ­μί, ἀ­να­βαί­νων τὸν Γολ­γο­θὰν αἴ­ρων βα­ρύ­τα­τον πέ­ος –οὔφ!– δε­σμώ­της τοῦ πά­θους εἶ­μαι κι ὁ ἄ­σπλαγ­χνος Πό­θος μοῦ κα­τα­τρώ­γει τὰ σπλάγ­χνα...»
«Κα­λὲ κύ­ρι­ε, τὸ βλέμ­μα σας εἶ­ναι θο­λε­ρὸν καὶ ἀ­φεγ­γές· τί ἔ­χε­τε πά­θει; Χὶ-χὶ-χί!»
«Ὑ­πε­ρε­πεί­γο­μαι νὰ σὲ γα­μή­σω, μα­νά­ρι μου! Μ’ ἐν­νο­εῖς; Ἄχ, δὲν μὲ κα­τα­νο­εῖς... Ὅ­λον το πρω­ι­νὸν εἰς τὸ ἐμ­πο­ρι­κόν, ἐ­συλ­λο­γι­ζό­μην τὸ τρυ­φε­ρὸν μου­νέ­τον σου κι εἶ­χον πρι­α­πι­σμὸν πο­λύ­ω­ρον κι ὀ­δυ­νη­ρόν.»
«Χὶ-χὶ-χί! Θὰ σᾶς βά­λω πέ­πε­ρι εἰς τὴν γλῶτ­ταν, κύ­ρι­ε· τί κα­κὰς λέ­ξεις λέ­γε­τε!»
Οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου ὑ­γράν­θη­σαν καὶ εἶ­πον εἰς τό­νον πα­ρα­κλη­τι­κόν:
«Νὰ κα­θή­σῃς νὰ σὲ γα­μή­σω Ἀν­νού­λα μου, νὰ κα­θή­σῃς σὲ πα­ρα­κα­λῶ... Βα­σα­νί­ζο­μαι, δὲν μὲ λυ­πεῖ­σαι; Βλέ­πεις τὸ κα­τάν­τη­μά μου; Βλέ­πεις τί μοῦ ἔ­χεις κά­μνει; Τί θὰ κά­μνω ἐ­γὼ τώ­ρα μὲ τοῦ­τον τὸν κε­καυ­λω­μέ­νον ποῦτ­σον· ὄ­χι, εἰ­πέ μου σὲ πα­ρα­κα­λῶ, τί νὰ τὸν κά­μνω;»
«Χὶ-χὶ-χί! Γί­γνε­σθε λί­αν ἀ­στεῖ­ος, κύ­ρι­ε.»
Εἶ­χον γί­νει πράγ­μα­τι πε­ρί­γε­λως καὶ τὸ ἐ­γνώ­ρι­ζον. Εἶ­χον πο­δο­πα­τή­σει τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πει­άν μου, εἶ­χον ἐ­ξευ­τε­λι­σθῇ, εἶ­χον τα­πει­νω­θῇ ἐ­νώ­πι­όν τῆς ὑ­πη­ρε­τρί­ας... Αἴφ­νης φα­ει­νὴν ἰ­δέ­αν εἶ­χα κι εἶ­πα:
«Νά, λα­βέ, λα­βὲ ταῦ­τα τὰ χρή­μα­τα δι­ὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σω­μεν ἓν ἀ­κό­μη τυ­φέ­κι­ον,» τῆς εἶ­πα ἐν­σφη­νώ­νων δύ­ο χαρ­το­νο­μί­σμα­τα τῶν εἴ­κο­σι φράγ­κων –ὅ­λον το κέρ­δος τῆς ἡ­μέ­ρας ἐ­κεί­νης– εἰς τὴν με­τα­ξύ τῶν σφρι­γη­λῶν μα­στῶν της σχι­σμήν.
Ἡ Ἄν­νι­α ἦ­το ἐ­ξό­ρι­στος Ῥω­σὶς κομ­μου­νί­στρι­α καὶ συ­νε­κέν­τρω­νεν δω­ρε­ὰς πρὸς ἐ­νί­σχυ­σιν τοῦ κόμ­μα­τος τῶν μπολ­σε­βί­κων, οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­ε­τοί­μα­ζον ἐ­πα­νά­στα­σιν εἰς τὴν πα­τρί­δα της. Ἐ­γὼ πο­σῶς ἐν­δι­ε­φε­ρό­μην δι­ὰ τὴν πο­λι­τι­κὴν καὶ δι­ὰ τὸν ἀ­ναρ­χο­κομ­μου­νι­σμόν· ἐ­γὼ τὸ μό­νον τὸ ὁ­ποῖ­ον ἐ­πε­θύ­μουν ἦ­το νὰ γα­μῶ τὴν μι­κρὰν Ἄν­νι­α καὶ δι­ὰ νὰ κερ­δί­σω τὴν εὔ­νοι­άν της ὑ­πε­κρι­νό­μην ὅ­τι συ­νε­με­ρι­ζό­μην τὸ πά­θος της δι­ὰ τοὺς πο­λι­τι­κούς ἀ­γώ­νας.
Ἔ­κυ­ψα εἰς τὸ ῥο­δα­λόν της οὖς ψι­θυ­ρί­ζων:
«Ὤ, βάλ­σα­μον τῶν ὀ­φθαλ­μῶν μου· ὡς ἄν­θος εὐ­ω­δι­ά­ζεις, ὡς χρυ­σαλ­λὶς σκορ­πί­ζεις τὴν χα­ράν! Ἐλ­θέ, ἐλ­θὲ νὰ μοῦ πά­ρῃς μί­αν πί­παν, νὰ ἀ­να­κου­φι­σθῶ ὁ δυ­στυ­χὴς,» καὶ πα­ρέ­συ­ρα αὐ­τὴν εἰς τὴν ὑ­πὸ τῆς κλί­μα­κος μι­κρὰν ἀ­πο­θή­κην ἔν­θα ἡ μι­κρὰ κο­ρα­σὶς ἐ­γο­νυ­πέ­τη­σεν εὐ­πει­θῶς μὲ τὴν ῥά­χην εἰς τὸν τοῖ­χον, ἀ­νοί­γου­σα τὸ τερ­πνὸν στό­μα ὡς ἀ­νυ­πό­μο­νος νε­οσ­σὸς προ­σμέ­νων τρο­φήν. Μό­λις ὅ­μως ἤγ­γι­ξεν τὴν βά­λα­νον εἰς τὰ χεί­λη, ἠ­ρώ­τη­σεν:
«Θὰ ἔλ­θε­τε σή­με­ρον εἰς τὴν ἔ­ναρ­ξιν τοῦ 5ου συ­νε­δρί­ου τῆς Δευ­τέ­ρας Δι­ε­θνοῦς;»
«Θὰ ἔλ­θω, γλυ­κεῖ­α μου· θὰ ἔλ­θω ἀ­νυ­περ­θέ­τως. Λεῖ­ξε τώ­ρα, λεῖ­ξε!»
«Ὤ, κύ­ρι­ε, εἶ­ναι μέ­γα κρῖ­μα νὰ ἐ­ξα­πα­τᾶ­τε μίαν ἀδύναμον παιδίσκην μὲ ψευ­δεῖς ὑ­πο­σχέ­σεις προ­κει­μέ­νου νὰ σᾶς πεοθηλάσῃ.»
«Θὰ ἔλ­θω σοῦ λέ­γω, θὰ ἔλ­θω... Θὰ ἴ­δης. Θὰ ὑ­πά­γω­μεν ὁ­μοῦ εἰς τὸ πέμ­πτον συ­νέ­δρι­ον μὲ βῆ­μα τα­χύ. Βε­βαί­ως... Οὐ­δεὶς θὰ λεί­ψῃ ἐκ τοῦ πέμ­πτου συ­νε­δρί­ου. Ζή­τω τὸ 5ον συ­νέ­δρι­ον! Λεῖ­ξε ὅ­μως τώ­ρα κα­λή μου, λεῖ­ξε σὲ πα­ρα­κα­λῶ!»
«Θὰ εἶ­ναι κρί­σι­μον δι­ὰ τὸ μέλ­λον τοῦ κι­νή­μα­τος. Θὰ λη­φθοῦν ση­μαν­τι­καὶ ἀ­πο­φά­σεις.»
«Γα­μῶ τὸ κέ­ρα­τό μου. Εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὸν καὶ κρί­σι­μον νὰ χύ­σω· ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σαι;»
«Θὰ ὁ­μι­λή­σῃ ὁ σύν­τρο­φος Владимир Ильич Ульянов[4]»
Ὕ­ψω­σα τὰς χεῖ­ρας ἐκ τῆς ἀ­πο­γνώ­σε­ως ἀ­να­στε­νά­ζων:
«Θε­έ, ἔ­λε­ος! Τί ἐ­ζή­τη­σα; Μί­αν πί­παν ἐ­ζή­τη­σα κι ἐ­γὼ ὁ τα­πει­νός σου δού­λος…»
«Ὁ товарищ Ульянов[5] ἡ­γεῖ­ται τοῦ κόμ­μα­τός μας καί...» γκλούπ! τὴν ἀ­πε­στό­μω­σα αἰφ­νι­δί­ως δι­ὰ τοῦ με­γά­λου δι­α­με­τρή­μα­τος φαλ­λοῦ, τῶν ὀ­φθαλ­μῶν αὐ­τῆς δι­α­σταλ­θέν­των ὑ­περ­μέ­τρως.
Μὲ τὰς πα­λά­μας ἐ­πὶ τοῦ τοί­χου καὶ ἀ­νοι­κτά τα σκέ­λη ὤ­θουν δι­ὰ πα­λιν­δρο­μι­κῶν κι­νή­σε­ων τὸ ἄλ­κι­μον πέ­ος. Ἡ κε­φα­λὴ τῆς ὑ­πη­ρε­τρί­ας ἀν­τε­ρει­δο­μέ­νη ἐ­πὶ τοῦ τοί­χου με­τέ­δι­δεν τοὺς κρα­δα­σμοὺς τῶν γα­μι­κῶν ὤ­σε­ων εἰς ὁ­λό­κλη­ρον τὸν οἶ­κον. Τὰ ὑ­α­λι­κὰ τῆς οἰ­κί­ας συ­νή­χουν τρέ­μον­τα, ἡ­δο­νι­ζό­με­να και αὐ­τά.
Κα­τὰ τὸν αὐ­τὸν χρό­νον, τὸ δε­κτι­κὸν κο­ρά­σι­ον ηὐ­να­νί­ζε­το δι­ὰ τῆς δε­ξι­ᾶς συν­τό­νως, ἀ­μιλ­λώ­με­νοι ἀμ­φό­τε­ροι –ἀ­στὸς καὶ προ­λε­τά­ρι­α– τὸν κα­λὸν ἡ­δο­νι­κὸν ἀ­γώ­να, συν­τη­κό­με­νοι καὶ συγ­χω­νευ­ό­με­νοι ἐν τῇ ἐ­ρω­τι­κῇ κα­μί­νῳ, ἀν­τι­κα­θι­στῶν­τες καὶ ὑ­περ­βαί­νον­τες τὴν πά­λην τῶν τά­ξε­ων δι’ ἐ­κεί­νης τῆς τερ­πνῆς τῶν ὀρ­γών­των σω­μά­των.
«Ἄν­νι­α!» ἠ­κού­σθη ἡ ὀ­ξεῖ­α κραυ­γὴ τῆς συ­ζύ­γου μου. «Ἄν­νι­αα!»
Ἡ μι­κρὰ ὑ­πη­ρέ­τρι­α ἀ­πε­κρί­θη εἰς τὸ κά­λε­σμα τῆς κυ­ρί­ας της μὲ πα­ρα­με­μορ­φω­μέ­νην φω­νήν, «-α­ὰ-ι­στα.., κυ-ί­α­α…»[6] ἐκ τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι τὸ στό­μα αὐ­τῆς ἦ­το σφιγ­κτῶς πε­πλη­ρω­μέ­νον –κα­τὰ τὸ κοι­νῶς λε­γό­με­νον, ἦ­το ‘στουμ­πω­μέ­νη’– ἀ­πὸ τὸν κω­νο­ει­δῆ φαλ­λὸν τοῦ κυ­ρί­ου της.
«Ἦλ­θεν ὁ κύ­ρι­ος, Ἄν­νι­α;»
«-α­ὰ-ι-τα, κυ-ί­α...»
«Δι­α­τί ἀρ­γεῖ;»
«-ὰ χὺ-ῃ κι ἔ-χε­ται[7]»
«Τι­ί;»
«-ὰ χὺ-ῃ ὕ­δω- -ό-ω-ον κι ἔ-χε­ται­αι...[8]»
Πα­ρε­λή­ρουν κα­τει­λημ­μέ­νος ὑ­πὸ βακ­χι­κῆς μα­νί­ας:
«Ῥό­φει, ὦ ἀμ­βρο­σί­α τῆς ζω­ῆς μου κι ἐν­τρύ­φη­μα τῶν λο­γι­σμῶν μου! Ῥό­φει, ὦ γλυ­κα­σμὲ τοῦ πέ­ους μου! Ῥό­φει ἰ­σχυ­ρῶς κι ἀ­κα­τα­παύ­στως.»
Αἰ­σθαν­θεὶς τὸ ὀρ­γα­σμι­κὸν κύ­μα -τσου­νά­μι ἦ­το- πλη­σι­ά­ζον ἀ­κά­θε­κτον, ἐ­πέ­σπευ­σα τὰς ὠ­θή­σεις καὶ ἀ­πε­φόρ­τω­σα κα­τὰ ρι­πὰς τὸ ἄ­φθο­νον καὶ ἀ­ρω­μα­τι­κόν μου σπέρ­μα, χρε­με­τί­ζων ὡς ἵπ­πος –ὅ­λοι μὲ ἤ­κου­σαν– ὑ­περ­χει­λί­ζων τὸ χω­ρη­τι­κὸν στό­μα τῆς λη­πτι­κῆς μι­κρᾶς, ἥ­τις κα­τα­πί­νου­σα αὐ­τὸ ἀ­πλή­στως μέ­χρι τε­λευ­ταί­ας ῥα­νί­δος, ἔ­φθα­σεν εἰς τὴν ἰ­δι­κήν της ἡ­δο­νι­κὴν κο­ρύ­φω­σιν.

Ἀπόσμασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα: ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ

[1]Ηρωίδα τού Άντον Τσέχωφ στο θεατρικό έργο, ‘Ο Βυσσινόκηπος’
[2]Αννούσκα μου, Αννούσκα μου!
[3] αχλαδωτά
[4] Vladimir Ilyich Ulyanov (Lenin)
[5] Σύντροφος Οὐλιάνωφ
[6] Μάλιστα, κυρία
[7] Νὰ χύσῃ κι ἔρχεται.
[8] Νὰ χύσῃ ὕδωρ εἰς τὸ πρόσωπόν του κι ἔρχεται. 

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Στον κόσμο του παρελθόντος


      Ζντούπ!
Οὐ­ρα­νό­θεν ἐρ­ρί­φθην ἐ­πὶ γῆς!
Κι ἔ­μει­να ἐκ­στα­τι­κὸς ἐκ τοῦ θαύ­μα­τος τῆς ὑ­πάρ­ξε­ως!
Πῶς δη­λα­δὴ ὑ­πῆρ­χον;
Δι­α­τί;
Πό­θεν;
Ὑ­πῆρ­χον πράγ­μα­τι;
Τί ἦ­το ἡ ὕ­παρ­ξις;
Πῶς αὕ­τη κα­τέ­στη δυ­να­τή;
Τί ἤ­μην πρὶν ὑ­πάρ­ξω· καὶ τί με­τά;
Καὶ τί θὰ ἤ­μην ἐ­ὰν δὲν ὑ­πῆρ­χον τώ­ρα;
Καὶ ἐ­γνώ­ρι­ζον ὅ­τι ἡ ἀ­πάν­τη­σις εἰς τὰ ἀ­νω­τέ­ρω ζη­τή­μα­τα ὑ­πῆρ­χεν πρὶν ἐ­γερ­θοῦν αὐ­τά, ὑ­πάρ­χει καὶ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα τὰ ἴ­δι­α, καὶ θὰ ὑ­πάρ­χει ἀ­φοῦ παύ­σουν νὰ ἔ­χουν αὐ­τὰ ἰ­σχὺν καὶ νό­η­μα.
Κλί­νας τὴν κε­φα­λὴν εἶ­δον ἔκ­πλη­κτος τὸ σῶ­μα μου: ἦ­το γυ­μνόν, στι­βα­ρόν, μαλ­λω­τόν[1] καὶ με­τρί­ου μᾶλ­λον ἀ­να­στή­μα­τος. Λα­βὼν ἐν τῇ πα­λά­μῃ τὸ πέ­ος, πε­ρι­ερ­γά­σθην αὐ­τό· ἦ­το βα­ρύ, με­λα­νό­μορ­φον, ἁ­δρο­με­ρὲς ὡς κω­νά­ρι­ον[2], ἐ­λα­στι­κὸν ὡς πρὸς τὴν ἀ­φήν, ἔ­χον οὖ­λον[3] τρί­χω­μα. Κα­θ’ ὅ­λας τὰς ἐν­δεί­ξεις ἤ­μην ἀ­νὴρ πεν­τή­κον­τα -κα­τὰ τὸ μᾶλ­λον ἢ ἧτ­τον[4]- ἐ­τῶν.
Ἔ­φε­ρον πῖ­λον τύ­που bowler ἐ­πὶ κε­φα­λῆς, βερ­νι­κω­τὰ ὑ­πο­δή­μα­τα, καὶ πε­ρι­πό­δι­α με­τὰ κνη­μο­δε­τῶν[5]. Εἰς τὸν ἀ­ρι­στε­ρὸν βρα­χί­ο­να εἶ­χον δε­δι­πλω­μέ­να τὰ ἐ­σώ­ρου­χά μου, ὑ­πο­κά­μι­σον, κο­στού­μι, ἐ­κρά­τουν δὲ καὶ ἀ­λε­ξί­βρο­χον[6].
Ἠ­σθάν­θην ἐν­τρο­πὴν δι­ὰ τὴν γυ­μνό­τη­τά μου. Ἦ­το βε­βαί­ως Αὔ­γου­στος μήν, ὁ καύ­σων ἀ­σφα­λῶς ἀ­φό­ρη­τος, ἀλ­λὰ ἐν οὐ­δε­μί­ᾳ πε­ρι­πτώ­σει ἐ­δι­και­ο­λο­γού­μην νὰ κυ­κλο­φο­ρῶ γυ­μνὸς ἀ­νὰ τὰς ὁ­δοὺς καὶ τὰς ῥύ­μας τῆς πό­λε­ως. Ἐ­κοί­τα­ξα ἀ­νή­συ­χος γύ­ρω καὶ δι­ε­πί­στω­σα ὅ­τι εὑ­ρι­σκό­μην ἐ­πὶ τῆς μι­κρᾶς, γρα­φι­κῆς place de Furstenberg τῆς πό­λε­ως τῶν Πα­ρι­σί­ων. Εὐ­τυ­χῶς ἐ­κεί­νην τὴν με­σημ­βρι­νὴν ὥ­ραν ἡ μι­κρὰ πλα­τεί­α ἦ­το ἔ­ρη­μος. Ἐ­κοί­τα­ξα πρὸς τὴν κα­τεύ­θυν­σιν τῆς rue de l’ Abbaye· οὐ­δείς. Ἐ­κοί­τα­ξα καὶ πρὸς τὴν ἀν­τί­θε­τον, ἐ­κεί­νης τῆς rue Jacob· μη­δείς. Τὰ κα­τα­στή­μα­τα ἦ­σαν κλει­δω­μέ­να καὶ τὰ ἐ­ξώ­φυλ­λα τῶν πα­ρα­θύ­ρων κε­κλει­σμέ­να· ἀλ­λὰ ὑ­πω­πτεύ­θην ὀ­πί­σω ἀ­πὸ τὰς περ­σί­δας παι­δι­κοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς πα­ρα­τη­ροῦν­τας μὲ φι­λο­παίγ­μο­να δι­ά­θε­σιν τὸ πέ­ος μου.
Ὁ ἥ­λι­ος μὲ συ­νέ­θλι­βεν δι­ὰ τῶν πυ­ρι­φλε­γῶν πελ­μά­των του. Ἱ­στά­μην ἐ­κεῖ ἀ­μή­χα­νος, ἄ­ερ­γος, ἀ­πο­ρῶν τί κά­μνω ἐ­πὶ τῆς γῆς, δι­α­τί ζῶ, ‘chi sono iochi sono gli altri[7]. Ἐ­δί­ψων· καὶ ἡ δί­ψα ἐ­κεί­νη δὲν ἐ­κορ­ρέ­νε­το δι’ ὕ­δα­τος ἀλ­λ’ ἦ­το δί­ψα με­τα­φυ­σι­κή, δί­ψα δι’ ἐ­κεῖ­νον τὸ ἄ­γνω­στον τὸ ὁ­ποῖ­ον ἀ­πώ­λε­σα ἀ­πο­κτή­σας σῶ­μα καὶ ὕ­παρ­ξιν. Ἐ­σπόγ­γι­σα δι­ὰ μαν­δη­λί­ου τὸν ἱ­δρώ­τα ἐκ τοῦ κα­τε­ρύ­θρου προ­σώ­που μου. Ἐν τῇ ἄ­κρᾳ σι­ω­πῇ, μο­να­δι­κὸς πα­ρή­γο­ρος ἦ­χος, ὁ ἀ­σθε­νής, κε­λα­ρυ­στὸς ἦ­χος πί­πτον­τος ὕ­δα­τος μι­κρᾶς τι­νος κρή­νης τῆς πλα­τεί­ας. 
Ἤ­κου­σα τό­τε ὀ­πί­σω μου εἰ­ρω­νι­κὸν γέ­λω­τα παι­δί­σκης καὶ τὰκ-τὰκ-τάκ! κρό­τον δρο­μαί­ων βη­μά­των πλη­σι­ά­ζον­τα. Δι’ αὐ­θορ­μή­του κι­νή­σε­ως ἀ­πέ­κρυ­ψα δι­ὰ τῶν πα­λα­μῶν τὰ γεν­νη­τι­κά μου ὄρ­γα­να κι ἐ­στρά­φην.., πλὴν ὅμως παι­δί­σκην – σᾶς ὁρ­κί­ζο­μαι, οὐκ εἶ­δον! «MarfaMarfa!» ἤ­κου­σα φωνὴν φω­νά­ζουσαν τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τῆς. Τὰ βή­μα­τα ἔ­κα­μαν δύ­ο κύ­κλους γύ­ρω μου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπεμακρύνθησαν τῆς ἐντάσεώς των ἐξασθενουμένης, ἕ­ως ὅ­του ἔ­παυ­σαν νὰ ἠ­χοῦν, ἐ­πι­κρα­τη­σά­σης σι­γῆς τά­φου.
Ἤρ­χι­σα νὰ ἐν­δύ­ο­μαι τὸ ὑ­πο­κά­μι­σον ὅ­ταν αἴφ­νης, κρρρ..! τριγ­μὸς ἠ­κού­σθη, καὶ τὸ κιγ­κλί­δω­μα τῆς ἁ­ψι­δω­τῆς θύ­ρας τοῦ ἔ­ναν­τι ἀ­να­γεν­νη­σι­α­κοῦ κτι­ρί­ου τῆς rue Abbaye, ἤ­νοι­ξεν βρα­δέ­ως καὶ ἐ­νε­φα­νί­σθη ἐ­πὶ τοῦ κα­τω­φλί­ου μέ­γας ὄρ­νις –στρου­θο­κά­μη­λος τὸ εἶ­δος!
Τὸ βα­σι­λι­κὸν πτη­νὸν κα­τελ­θὸν με­γα­λο­πρε­πῶς τὰς πέν­τε βαθ­μί­δας τῆς κλί­μα­κος κα­τευ­θύν­θη πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ πλη­σι­ά­σαν εἰς ἀ­πό­στα­σιν πέν­τε πε­ρί­που μέ­τρων, ἐ­στά­θη μὲ με­τέ­ω­ρον πό­δα, κοι­τά­ζον μὲ αὐ­ταρ­χι­κόν, βλα­κῶ­δες βλέμ­μα.
Ἱ­στά­μην ἀ­σά­λευ­τος κα­θη­λω­μέ­νος ὑ­πὸ τῶν δι­α­πύ­ρων ἀ­κτί­νων τοῦ ἡ­λί­ου αἵ­τι­νες μὲ δι­ε­πέ­ρων ἐκ τῆς κο­ρυ­φῆς τῆς κε­φα­λῆς ἕ­ως τῶν πελ­μά­των ὡς ὀ­βε­λί­αν. Ἐ­γνώ­ρι­ζον βε­βαί­ως ὅ­τι τὰ φαι­νό­με­να ἀ­πα­τοῦν· ἀλ­λὰ δι­ὰ πρώ­την φο­ρὰν μοῦ ἐ­δη­μι­ουρ­γή­θη ἡ ὑ­πό­νοι­α ὅ­τι ἡ συ­νεί­δη­σις, –τοῦτο τὸ φαι­νό­με­νον τῶν φαι­νο­μέ­νων– ἐ­λάμ­βα­νεν πλη­θώ­ραν μορ­φῶν καὶ αὐ­τη­πα­τᾶ­το ἀν­τι­λαμ­βα­νο­μέ­νη τὰ ἰ­δι­κά της σχή­μα­τα ὡς δῆ­θεν ἐ­ξω­τε­ρι­κήν, ἀν­τι­κει­με­νι­κήν, ἀ­νε­ξάρ­τη­τον ἀ­πὸ αὐ­τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα... Αἰφ­νι­δί­ως τὸ ἠ­λί­θι­ον πτη­νὸν ἐ­ξέ­βα­λεν ὀ­ξεῖ­αν, πο­λε­μι­κὴν κραυ­γὴν καὶ τι­νάσ­σον τοὺς πτέ­ρυ­γας μοῦ ἐ­πε­τέ­θη ἄ­νευ λό­γου καὶ αἰ­τί­ας. Φυ­σι­κῷ τῷ λό­γῳ ἐ­τρά­πην εἰς ἄ­τα­κτον φυ­γήν.
Πα­ρου­σί­α­ζον γε­λοῖ­ον θέ­α­μα κα­τα­δι­ω­κό­με­νος ὑ­πὸ στρου­θο­κα­μή­λου, τρέ­χων ἡ­μί­γυ­μνος πρὸς τὴν ὁ­δὸν Cardinale, ὅ­ταν ἤρ­χι­σαν νὰ πί­πτουν στὰκ-στὰκ-στάκ! στα­γό­νες οὐ­χὶ συ­νή­θους βρο­χῆς, ἀλ­λ’ ἀ­μαυ­ραί, στιγ­μα­τί­ζου­σαι τὰς λευ­κὰς πλά­κας τῶν πε­ζο­δρο­μί­ων, κη­λι­δώ­νου­σαι τὰ φυλ­λώ­μα­τα τῶν δέν­δρων, σπι­λώ­νου­σαι τὰς προ­σό­ψεις τῶν κτι­ρί­ων, ἀ­μαυ­ρώ­νου­σαι τα­χέ­ως τὴν πό­λιν ὁ­λό­κλη­ρον. Ἔκ­πλη­κτος ἐκ τοῦ πα­ρὰ φύ­σιν φαι­νο­μέ­νου ἔ­σπευ­σα νὰ προ­φυ­λα­χθῶ τό­σον ἐ­γώ, ὅ­σον καὶ τὸ πτη­νόν, ὑ­πὸ τοῦ ρα­βδω­τοῦ, πρα­σί­νου καὶ λευ­κοῦ, ὑ­φα­σμα­τί­νου στε­γά­σμα­τος –κοι­νῶς τέν­τας- τοῦ ἐ­στι­α­το­ρί­ου ‘La Santé par l’ Alimentation’ κει­μέ­νου εἰς τὴν συμ­βο­λὴν τῶν ὁ­δῶν Cardinale καὶ de l’ Abbaye.
Ἐ­ξε­τά­ζων δι­ὰ τοῦ δεί­κτου στα­γό­να τι­νὰ δι­ε­πί­στω­σα ὅ­τι ἦ­το με­λά­νη! Ἤ­κου­σα τό­τε θρό­ι­σμα γρα­φί­δος ἐ­πὶ χάρ­του οὐ­ρα­νό­θεν, καὶ ἀ­να­βλέ­πων, στάκ! κη­λὶς με­λά­νης ἐ­πέ­πε­σεν ὡς φώ­τη­σις ἐ­πὶ τοῦ με­τώ­που μου. Αἴφ­νης εἶ­χον τὴν πα­ρά­ξε­νον ἐ­πί­γνω­σιν ὅ­τι ἐ­γὼ καὶ ὁ κό­σμος λέ­ξεις εἴ­με­θα τὰς ὁ­ποί­ας μυ­στη­ρι­ώ­δης, ἀ­ό­ρα­τος χεὶρ συγ­γρά­φει, δι­η­γου­μέ­νη τὸν μῦ­θον τῆς ζω­ῆς καὶ τοῦ κό­σμου.



[1] μαλλιαρό
[2] χοντροκόμματο σαν κουκουνάρα
[3] σγουρό
[4] λίγο-πολύ
[5] κάλτσες με καλτσοδέτες
[6] ομπρέλα
[7] ‘ποιος είμαι εγώ, ποιοι είναι οι άλλοι’ φράση από την ταινία του Ταρκόφσκυ, ‘Νοσταλγία’.



Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Το τέλος των δολοφόνων Μω & Γο


Ό,τι θα συμβεί στη συνέχεια, θα συμβεί χωρίς σκέψη, βούληση ή συναίσθημα· δεν θα νιώθω τον παραμικρό φόβο ή αγωνία· καμία οργή, κανένα έλεος. Θα βλέπω την μορφή μου σαν σε ταινία· όχι σαν θεατής, αλλά σαν να είμαι η οθόνη όπου πάνω της θα παίζεται η ζωή μου· σαν την οθόνη η οποία δεν επηρεάζεται απ’ τα γεγονότα που διαδραματίζονται, και που πάνω της μπορεί να παιχτεί οποιαδήποτε έργο -κωμωδία ή δράμα αδιάφορο· σαν την οθόνη που χωρίς αυτήν δεν θα μπορεί ειδωθεί καμιά ταινία, και που υπάρχει πριν την έναρξη και μετά το φινάλε κάθε ταινίας. 
Στο κλάσμα του δευτερολέπτου που θα μεσολαβήσει από την  εκπυρσοκρότηση του όπλου μέχρι να νιώσω ένα κάψιμο κάτω απ’ τη μασχάλη μου, το αριστερό μου χέρι θα τιναχτεί προς τον λαιμό του Μω· τα νύχια μου θα μπηχτούν γύρω από το λαρύγγι του και τραβώντας το έξω θα του το ξεριζώσουν· ταυτόχρονα το δεξί μου χέρι τεντωμένο σαν σπαθί, θα διαγράψει με απίστευτη ταχύτητα οριζόντια τροχιά στο ύψος της κοιλιάς τού Γο και τα νύχια μου σαν ξυράφια θα τον σχίσουν από την μια άκρη ως την άλλη· θα χρειαστεί μερικά λεπτά μέχρι να αντιληφθεί τί του συνέβη. Εν τω μεταξύ θα κοιτάζει έκπληκτος τον Μω ο οποίος θα τρέχει σαν σφαγμένο κοτόπουλο γύρω-γύρω στο μαγαζί αναποδογυρίζοντας τραπέζια, πυροβολώντας στον αέρα, πιτσιλώντας με πορφυρό αίμα τοίχους και θαμώνες, βγάζοντας βραχνές, ανατριχιαστικές κραυγές απ’ τα βάθη της κόλασης, και τελικά θα πέσει στο πάτωμα, και θα τον κοιτάμε αποσβολωμένοι να σπαρταράει ώσπου θα μείνει επιτέλους ασάλευτος..!
Τότε μόνο θα νιώσει κάτι στην κοιλιά του ο Γο και σκύβοντας  θα δει τον μεγάλο κόκκινο λεκέ στο σκισμένο του πουκάμισο και τα έντερά του να γλιστράνε σιγά-σιγά έξω. Θα μας κοιτάξει σαν χαζός· δεν θα καταλαβαίνει τίποτα. Οι πελάτες θα βρουν την ευκαιρία και θα τρέξουν έξω να γλυτώσουν. Ο Μω θα πιάσει τα έντερά του και θα προσπαθήσει να τα χώσει μέσα αλλά θα ξεχειλίζουν από την άλλη μεριά. Θα προσπαθεί να τα μπάσει μέσα, αλλ’ αυτά θα γλιστράνε σαν χέλια έξω. Απελπισμένος θα σταθεί ασάλευτος με τα έντερά του να κρέμονται μέχρι το πάτωμα και θα με κοιτάζει μ’ ένα παραπονεμένο ύφος σαν δαρμένος σκύλος.
Θα τον προσπεράσω χωρίς να δώσω σημασία…
…………………………………………………………………………………………………………………………………………
Η Kanami Kato θα με βοηθήσει να σηκωθώ. Θα διασχίσουμε το café· ο Γο θα στέκεται αμήχανος εκεί ακριβώς όπου θα τον είχαμε αφήσει κρατώντας στα χέρια του τα έντερά του σαν να κρατούσε ένα δέμα που δεν θα ’ξερε πού να το παραδώσει. Μόλις τον προσπεράσουμε θα καταρρεύσει.

ΤΙ ΦΕΡΕΙ ΤΟ 2013;

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Οι επί πληρωμή δολοφόνοι, Μω & Γο


 Οι Μω και Γο θ’ απλώσουν τα πόδια τους πάνω στο πτώμα τού ταξιτζή βλέποντας manga porno στην τηλεόραση.
«Αναπαυτικός ο μακαρίτης, ε;»
«Τέλειος»
«Μω...» θα πει ο Γο.
«Μμ..;»
«Ο τύπος που γαμάει στην τηλεόραση, όλο ‘小さい 姉妹 και ‘小さい 姉妹 λέει στην γκόμενα. Τί σημαίνει αυτό;»
«Μικρή αδερφή»
«Τόσο ανώμαλοι είναι αυτοί οι γιαπωνέζοι;! Γαμάνε τις μικρές τους αδερφές;»
«Έκφραση είναι, ηλίθιε· όπως εμείς λέμε: ‘σε ξεσκίζω μωρό μου’. Αλλά δεν είναι μωρά οι γκόμενες, είναι;»
«Χο-χο-χο! Όχι, βέβαια»
«Πρέπει να μελετάμε την κουλτούρα του κάθε λαού για να τον κατανοήσουμε σε βάθος»
«Αυτό που θαυμάζω σε σένα, Μω, είναι ότι δίνεις στα μικρά πράγματα μεγάλες προοπτικές Μμω..,»
«Τί ’ναι πάλι;»
«Πώς λέγονται οι λεσβίες στα γιαπωνέζικα;»
«レズビアン»
«Χμ, δεν μπορώ να τις καταλάβω... Οι γυναίκες είναι για να τις πηδάμε· έτσι δεν είναι, Μω;»
«Έτσι είναι, Γο»
«Αυτές γιατί το κάνουν μεταξύ τους;»
«Είναι παλιοανώμαλες Γο· καταλαβαίνεις τί σού λέω;» Θα σηκωθεί όρθιος και θα τονίζει μία μία τις συλλαβές: «Πα-λιο-α-νώ-μα-λες!» Θα τον πιάσει κάτι σαν ντελίριο. «Δεν τους αρέσουμε εμείς οι άντρες· μάς περιφρονούν Γο· με καταλαβαίνεις; Θέλω να μου πεις ότι με καταλαβαίνεις!»
«Σε καταλαβαίνω, σε καταλαβαίνω· μην κάνεις έτσι!»
«Δεν μάς θέλουν, δεν τους χρησιμεύουμε σε τίποτα· την βρίσκουν μόνες τους· είναι παλιοανώμαλες· παλιοανώμαλες, σου λέω!» και φτου! θα φτύσει με αηδία την πολτοποιημένη μπουκιά πετυχαίνοντας στο μάτι το πτώμα.
«Εντάξει, εντάξει Μω. Μη συγχύζεσαι, το κατάλαβα, σ’ έπιασα· είναι παλιοανώμαλες. Ηρέμησε τώρα και κάθισε κάτω»
«Ουφ! Με τσαντίζεις, Γο· πολύ με τσαντίζεις»
«Εγώ;! Γιατί;»
«Γιατί είσαι γομάρι Γο· γι’ αυτό!»
«Όλο με αποπαίρνεις Μω, και με μειώνεις μπροστά στους άλλους· γι’ αυτό δεν απέκτησα ποτέ αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση...»


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ


Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

THE COMING INSURRECTION



Από μακριά θα δω τους ουρανοξύστες, Metropolitan Government Building[1], Center Building[2], Mitsui[3] και Sumitomo[4] στο κέντρο της πόλης Shinjuku[5] να φλέγονται σαν τεράστιες λαμπάδες στη χάρη του μέλλοντος που θα ’ρθει.
Θα διασχίζω την λεωφόρο Uchibori Dori· αριστερά μου θα είναι οι κήποι του Imperial Palace[6]. Η κίνηση θα ’ναι ανύπαρκτη· μια μαύρη, θωρακισμένη λιμουζίνα θα με προσπεράσει με εκατόν εξήντα. Όλα θα συμβούν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Στα τρακόσια μέτρα θα δω ένα παιδί στη μέση του οδοστρώματος· θα πατήσω φρένο· η λιμουζίνα δεν θα κόψει καθόλου· το παιδί θα παραμένει ακίνητο· η λιμουζίνα θα πέσει πάνω του· μια τεράστια έκρηξη θα τινάξει στα ύψη φαντασμαγορικές φλόγες και την βαριά λιμουζίνα στην άκρη της λεωφόρου.
Θα ήταν ένα δεκατριάχρονο καμικάζι-παιδί ζωσμένο δεκάδες κιλά ισχυρής εκρηκτικής ύλης –μια ζωντανή βόμβα. Θα εξαερώθηκε στιγμιαία αφήνοντας έναν κρατήρα βάθους ενός μέτρου. Από το σκοτεινό πάρκο θα ορμήσουν εκατοντάδες παιδιά-δαίμονες, από επτά έως δεκαπέντε χρόνων, που θα είχαν στήσει ενέδρα στο πολυτελές αυτοκίνητο. Οι πόρτες της λιμουζίνας θ’ ανοίξουν και θα βγουν δύο σωματοφύλακες πυροβολώντας κατά της συμμορίας των παιδιών· θα σκοτώσουν έξι αλλά τα υπόλοιπα θα επιπέσουν πάνω τους σαν λυσσασμένα και με δόντια και με μαχαίρια θα τους κατακρεουργήσουν κυριολεκτικά. Από το πίσω κάθισμα θα σύρουν βίαια έξω ένα τρομοκρατημένο γεροντάκι που θα εκλιπαρεί για τη ζωή του κλαίγοντας. Θα είναι ο Yataro Iwasaki διευθύνων σύμβουλος της μεγαλύτερης ιαπωνικής τράπεζας, της Mitsubishi UFJ Financial Group[7],. Αρχηγός των εξεγερμένων παιδιών θα είναι μια δεκαεφτάχρονη πανκ γιαπωνέζα που θα μασάει τσίχλα, θα ’χει κόκκινα μαλλιά και θα φοράει ψηλοτάκουνες γόβες· θα διατάξει ουρλιάζοντας σαν ύαινα να ξαπλώσουν τον γέρο κάτω. Θα τον πατήσει στο πρόσωπο, και με το μυτερό τακούνι της -γκλιτς, γκλιτς! θα του βγάλει τα μάτια. Πλαφ! θα σκάσει η τσιχλόφουσκα στα χείλη της και μετά τρέχοντας όλα μαζί θα χωθούν στο σκοτάδι αλαλάζοντας σαν βάρβαροι για την επιτυχία τους.




[1] 東京都庁舎, Tōkyō Tochōsha
[2] 新宿センタービル
[3] 新宿三井ビルディング
[4] 新宿住友ビル
[5] 新宿区, , Shinjuku-ku
[6], , kōkyo  
[7] 株式会社三菱UFJフィナンシャル・グループ, Kabushiki kaisha mitsubishi yūefujei finansharu gurūpu

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Το μεταγωγικό Antonov


Το αυτοκίνητο θα μπει στην πίστα και θα σταματήσει δίπλα σ’ ένα κολοσσιαίο μεταγωγικό Antonov όπου κάτω από το ισχυρό φως προβολέων και τις άγριες φωνές του ρωσικού πληρώματος που θα κάνει έλεγχο στα εισιτήρια, θα μπούμε από το τεράστιο άνοιγμα τού ανασηκωμένου ρύγχους μέσα στη αχανή κοιλιά τού αεροσκάφους που θα είναι σαν εσωτερικό αίθριο φυλακής περιτριγυρισμένο από εξώστες με συρματοπλέγματα και σιδερόφρακτα κελιά. Περισσότεροι από χίλιοι άνθρωποι, φυγάδες κάθε χρώματος, φύλου και ηλικίας θα είναι στοιβαγμένοι εκεί μέσα καθισμένοι κάτω στις χαλύβδινες λαμαρίνες. Η μπουκαπόρτα θα κλείσει, οι μηχανές θα μουγκρίσουν, ο λεβιάθαν θα τροχοδρομήσει και τελικά θα τα καταφέρει ν’ απογειωθεί.
Πράγα, Βαρσοβία, Μινσκ, Κίεβο, Μόσκα, Βόλγκογκραντ, Σαμάρα, Καζάν, Τσελιαμπίνσκ, Αστάνα, Αλμάτι, Ουλάν Μπατόρ, Τιαντζίν, Τζινάν.., το ταξίδι θα διαρκεί μέρες. Δεν θα ξέρουμε αν έξω είναι μέρα ή νύχτα γιατί το cargo δεν θα ’χει παράθυρα, και μόνον όταν θα προσγειώνεται θ’ ανοίγει η γιγαντιαία μπουκαπόρτα και θα βλέπουμε έξω πένθιμα αεροδρόμια. Άλλοι θα κατεβαίνουν, κι εκείνους που θ’ ανεβαίνουν θα τους ρωτάμε πού βρισκόμαστε και πώς είναι η κατάσταση εκεί.
Δίπλα μου θα σφίγγεται τρέμοντας απ’ το φόβο ένα εξάχρονο κοριτσάκι από την Ολλανδία που μέσα στη σύγχυση και τον πανικό θα ’χε χάσει τους γονείς του οι οποίοι θα ’χαν κατέβει σε κάποιο αεροδρόμιο, και τώρα το κακόμοιρο θα πετούσε επί ένα μήνα μη τολμώντας να κατέβει σε κάποια άγνωστη πόλη του κόσμου όπου σίγουρα δεν θα επιβίωνε.
Ακριβώς μπροστά μας ένας άνδρας και μια γυναίκα άγνωστοι μεταξύ τους -αδιαφορώντας για όλους, κι όλοι αδιαφορώντας γι’ αυτούς- θα κάνουν παθιασμένα έρωτα πασχίζοντας απεγνωσμένα ν’ κρατηθούν ο ένας απ’ το σώμα του άλλου καθώς ο κόσμος γύρω τους θα γκρεμίζεται στην άβυσσο.
Το φαγητό θα ’ναι απαίσιο. Ο κόσμος θα σχηματίζει ουρές έξω από τις τουαλέτες που θα ξεχειλίζουν ακαθαρσίες και θα βρωμάνε. Κανείς δεν θα ’χει όρεξη για κουβέντα γιατί ο θόρυβος μέσα στο παλιό Antonov θα ’ναι εκκωφαντικός και γιατί θα είμαστε όλοι σαν υπνοβάτες βυθισμένοι σ’ έναν άρρωστο λήθαργο· θα έχουμε χάσει την αίσθηση του χρόνου, θα είμαστε στο πουθενά, εναέριοι νομάδες, πρόσφυγες χωρίς τόπο, χωρίς σκέψεις, αισθήματα, αύριο...
«Tokyo! Tokyo!» θ’ ακούσω ξαφνικά μέσα στη νάρκη μου.
        Το μικρό κορίτσι θα με σκουντά και θα μού δείχνει έξω: «Tokyo! Tokyo!» Η τεράστια μπουκαπόρτα θα έχει σχεδόν κλείσει και οι μηχανές θα μουγκρίζουν για την απογείωση. Θα πεταχτώ πάνω και αρπάζοντας το σακίδιο θα τρέξω πηδώντας έξω την τελευταία στιγμή.