Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Ἄγγελοι Καρφώνονται μέ τό Κεφάλι στήν Ἄσφαλτο


(ἀπόσπασμα)
Ἡ οἰ­στρη­λα­του­μέ­νη μαι­νάς, ἐ­ξε­δύ­θη κα­τε­σπευ­σμέ­νως τῶν ἱ­μα­τί­ων της –σχε­δὸν δι­α­ρή­ξα­σα αυ­τά– κι ἔ­πε­σεν εἰς τὴν κλί­νην, μὴ ἐ­νο­χλου­μέ­νη ἐκ τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ δευ­θυν­τοῦ, ὅ­στις ὅ­λως πε­ρι­έρ­γως πα­ρέ­με­νεν καὶ δεν ἀ­πε­χώ­ρει.
«Ἐμ­πρὸς δι­ε­στραμ­μέ­νε ἐ­ρα­στά,» εἶ­πεν· «τη­ρή­σα­τε τὴν συμ­φω­νί­αν μας εἰς τὸ ἀ­κέ­ραι­ον καὶ με­τ’ αὐ­τα­παρ­νή­σε­ως! Ἰ­δοὺ τὸ ἀ­νοι­κτόν, δο­νού­με­νον αἰ­δοῖ­ον μου! Σᾶς τὸ προ­σφέ­ρω ὁ­λο­ψύ­χως, ἄ­νευ ὅ­ρων καὶ ἐ­πι­φυ­λά­ξε­ων· κα­τα­γα­μή­σα­τέ το· γα­μή­σα­τε αὐ­τὸ σφο­δρῶς καὶ ἀ­δι­α­λεί­πτως.»
«Εἶ­σθε ἀ­πο­λύ­τως σα­φής, madame.»
Ἐ­δί­στα­ζον...
«Τί ἀ­να­μέ­νε­τε, λοι­πόν; Εἶ­ναι κα­τε­πεί­γου­σα εἰ­σαγ­γε­λι­κὴ ἐν­το­λή,» εἶ­πεν εἰς τό­νον μὴ ἐπιδεχόμενον ἀντίρρησιν.
«Γκούχ, γκούχ, ἔ.., δι­ὰ ποῖ­ον λό­γον πα­ρευ­ρί­σκε­ται ὁ ἀ­ξι­ό­τι­μος κύ­ρι­ος Μπαρ­ντό;»
«Monsieur Λε­φρέ,» ἀ­πήν­τη­σεν οὗ­τος εἰς ὗ­φος σο­βα­ρόν· «ἐν­τὸς τῶν κα­θη­κόν­των μου ὡς δι­ευ­θυν­τοῦ εἶ­ναι καὶ ὁ ποι­ο­τι­κὸς ἔ­λεγ­χος τῶν συ­νου­σι­ῶν αἱ ὁ­ποῖ­αι λαμ­βά­νουσιν χώ­ραν εἰς τὸ hotel καὶ ἡ ἔγ­και­ρος ἐ­πέμ­βα­σίς μου δι­ὰ ὑ­πο­δεί­ξε­ων καὶ νου­θε­σι­ῶν ὅ­ταν δὲν ἐ­κτε­λούν­ται ὀρ­θῶς αἱ γα­μι­καὶ κι­νή­σεις. Φαν­τα­σθεῖ­τε ὁ­πό­σον κα­τα­στρο­φι­κὴ θὰ ἦ­το ἐν­δε­χο­μέ­νως ἡ φή­μη ὅ­τι εἰς τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ον μας αἱ πε­λά­τι­σες μας δὲν μέ­νουν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­ναι.»
«Κα­τα­νο­ῶ· ἀλ­λά.., ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη φο­ρὰ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­αν θὰ συ­νευ­ρε­θῶ με­τὰ γε­νι­κῆς εἰ­σαγ­γε­λέ­ως, αἰ­σθά­νo­μαι φυ­σι­κήν τι­να συ­στο­λὴν καὶ ἀ­μη­χα­νί­αν.»
«Εἶ­σθε ἀ­νί­κα­νος, κύ­ρι­ε;» ἠ­ρώ­τη­σεν μὲ χαι­ρέ­κα­κον μει­δί­α­μα ἡ εἰ­σαγ­γε­λι­κὴ λει­τουρ­γός.
«Θε­ὸς φυ­λά­ξοι! Τί εἶ­ναι αὐ­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α λέ­γε­τε, madame
«Δεν ὑ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρον ὄ­νει­δος δι­ὰ τὴν ἀν­δρι­κήν σας τι­μὴν ἀ­πὸ τὸ να μὴν ἔ­χε­τε στύ­σιν κα­τ’ αὐ­τὴν τὴν κρί­σι­μον ὥ­ραν. Ἄ­γος καὶ κα­ται­σχύ­νη θὰ σᾶς κα­τα­δι­ώ­κουν εἰς τὸ ὑ­πό­λοι­πον τοῦ βί­ου σας.»
«Σᾶς δι­α­βε­βαι­ῶ κυ­ρί­α, εἶ­μαι δό­κι­μος καὶ ἀ­πο­λύ­τως ἱ­κα­νός.»
«Ἰ­δοὺ ἡ τά­φρος ἰ­δοὺ καὶ τὸ πή­δη­μα,[1]» εἶ­πεν δει­κνύ­ου­σα τὴν βα­θυ­τά­την της αὔ­λα­κα. «Πρέ­πει νὰ γνω­ρί­ζη­τε, κύ­ρι­ε ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει με­γα­λυ­τέ­ρα ἀ­γέ­νει­α ἀ­πὸ τὸ νὰ ἀ­φή­νη­τε μί­αν κυ­ρί­αν να σᾶς ἀ­να­μέ­νῃ ἀ­νημ­μέ­νη,»
Ἠ­σθα­νό­μην ἄγ­χος καὶ φό­βον μή­πως ἀ­πο­δει­χθῶ ἀ­νε­παρ­κὴς καὶ κα­τώ­τε­ρος τῶν πε­ρι­στά­σε­ων. Θὰ ἀν­τα­πε­κρί­νε­το ἄ­ρα­γε τὸ πέ­ος μου εἰς τὰς ὑ­ψη­λὰς ἀ­παι­τή­σεις τῆς εἰ­σαγ­γε­λέ­ως; Ἐ­δει­λί­ων, τὸ θάρ­ρος μου ἀ­πέ­λει­πεν.
«Ἂς σβή­σω­μεν του­λά­χι­στον τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸν φῶς,» πα­ρε­κά­λε­σα.
Κλικ!
Ἤρ­χι­σα να ἐκ­δύ­ο­μαι τοῦ ῥά­σου. Κρύ­ος ἱ­δρὼς μὲ πε­ρι­έ­λου­εν. ‘Πώς θὰ γα­μή­σω αὐ­τὴν τὴν μέ­γαι­ρα;’ ἐ­συλ­λο­γι­ζό­μην. Ἠ­σθα­νό­μην ὄ­χι ἔλ­ξιν, ἀλ­λὰ φρίκην καὶ βδελυγμίαν δι­ὰ τὴν στυ­γε­ρὰν εἰ­σαγ­γε­λέ­α. ‘Τί ζη­τῶ ἐ­γὼ ἐ­δῶ;’ ἀ­νε­ρω­τήθην. Αἴφ­νης...
Κρὰ-κρά! ἤ­κου­σα βραγ­χώ­δη κρωγ­μὸν κι ἐ­τρό­μα­ξα!
«Κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, ἁρ­πα­κτι­κὸν τι ὄρ­νε­ον ὑ­πάρ­χει ἐν­τὸς τοῦ δω­μα­τί­ου! Ποῦ εἶ­σθε;» εἶ­πα ψη­λα­φῶν τε­τρο­μαγ­μέ­νος τὸ σκό­τος. «Κυ­ρί­α εἰ­σαγ­γε­λεῦ, τὸ ἠ­κού­σα­τε κι ἐ­σεῖς; Τὶ ἦ­το;!»
«Τὸ αἰ­δοῖ­ον μου.»
«Κρώ­ζει τὸ αἰ­δοῖ­ον σας;!»
«Κρώ­ζει, χρι­στι­α­νέ μου· κρώ­ζει ἐκ τῆς πο­λυ­ε­τοῦς ἀ­γα­μί­ας κι ἀ­νοι­γο­κλεί­ει ἐκ τῆς προσ­δο­κί­ας.»
«Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ! Τί ἄλ­λον θὰ ἀ­κού­σουν τὰ ὦ­τα μου εἰς τοῦ­το τὸ πα­ρα­νο­ϊ­κὸν μυ­θι­στό­ρη­μα;!» εἶ­πον σταυ­ρο­κο­πού­με­νος.
«Ὄ­χι μό­νον κρώ­ζει, ἀλ­λὰ δι­α­θέ­τει ἐ­πι­προ­σθέ­τως καὶ ὀ­δόν­τας.»
«Ὀ­δόν­τας;! Κιν­δυ­νεύ­ει τὸ πέ­ος μου!»
«Μὴν ὀρ­ρω­δεῖ­τε φίλ­τα­τε καὶ μὴν πτο­εῖ­σθε.» μὲ ἐ­νε­θάρ­ρυ­νεν ὁ δι­ευ­θυν­τής.
«Σᾶς τὴν πα­ρα­χω­ρῶ· ἐ­γὼ α­πο­χω­ρῶ...» καὶ ἀ­νοί­ξας τὴν θύ­ραν ἔ­φυ­γα δρο­μέ­ως.
«Προ­δό­τα­α, ῥί­ψα­σπι­ι­ι!» ἔρ­ρη­ξεν κραυ­γὴν ὀ­ξεῖ­αν ἐ­γει­ρο­μέ­νη ἐκ τῆς κλί­νης καὶ κα­τα­δι­ώ­κου­σά με γυ­μνὴ εἰς τὸν δι­ά­δρο­μον. «Ἐ­πι­στρέ­ψα­τε εἰς τὸν κρά­βα­τον!» ἐ­κραύ­γα­ζεν. «Δι­ευ­θυν­τα­α­ά! Συλ­λά­βα­τε τὸν λι­πο­τά­κτην!»
Κρὰ-κρά! συ­νη­γό­ρει τὸ τε­ρα­τῶ­δες αἰ­δοῖ­ον...


[1] Ἡ φράση προέρχεται ἀπό τὸν αἰσώπειο μῦθο, ‘Ἀνὴρ κομπαστής’: ‘Ἀλλ’ ὦ οὗτος, εἰ τοῡτο ἀληθὲς ἐστι, οὐδέν δεῖ σοι μαρτύρων· αὐτοῦ γὰρ καὶ τάφρος καὶ πήδημα.

Ἐγχειρίδιο ἐπιβίωσης στοὺς καιροὺς τῆς κρίσης: http://issuu.com/larrycool/docs/larry_cool_-______________________________________?mode=window

Ἄγγελοι Καρφώνονται μέ τό Κεφάλι στήν Ἄσφαλτο


(ἀπόσπασμα) ...Μεσημβρία Ἰουλίου, καὶ ὁ καύσων ἀφόρητος· ἐσπόγγισα τὸ μέτωπόν μου ἐκ τοῦ ἱδρῶτος μὲ τὸ μανδήλιον κι ἐστράφην πρὸς τὸ ἐσωτερικόν· μυῖαι ἐβόμβουν εἰς τὸ δωμάτιον· αἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου εἰσερχόμεναι διὰ τοῦ παραθύρου ἐσχημάτιζον στρεβλὸν τετράπλευρον ἐπὶ τοῦ δαπέδου. Ἔχυσα ὀλίγον κονιὰκ εἰς ποτήριον κι ἐκάθησα πλησίον τοῦ πτώματός μου· ἤναψα σιγαρέτον κι ἐχαλάρωσα τὸν λαιμοδέτην. Ἀπελάμβανον τὸ μοναδικὸν προνόμιον νὰ εἶμαι θεατὴς τοῦ θανάτου μου!
       Μία μυία ἐκάθησεν ἐπὶ τῆς ῥινὸς τοῦ πτώματος. Παρηκολούθουν τὴν ἄσκοπον περιπλάνησίν της μὲ ἀποκεχαυνωμένον ἐκ τοῦ καύσωνος καὶ τοῦ ἀλκοὸλ βλέμμα. Περιεπάτησεν ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ βλεφάρου τοῦ νεκροῦ, ἠκινητοποίηθη, ἔτριψεν τοὺς ἐμπροσθίους πόδας της μὲ ἐμφανῆ ἱκανοποίησιν διὰ τὸ μέγα γεῦμα τὸ ὁποῖον ἡπλοῦτο ἐνώπιόν της, ὕστερον ἐσυνέχισεν πρὸς νότον, εἰσῆλθεν ὀλίγον εἰς τὸν δεξιὸν ρώθωνα, ἐξήλθεν ἀμέσως, καὶ ἀφοῦ διῆλθεν τὰ πελιδνὰ χείλη τοῦ ἐκλειπόντος, ἀπέπτη αἰφνιδίως διὰ παρορμητικῆς κινήσεως. Τὸ συγκλονιστικὸν θέαμα μὲ εἶχεν ἀπορροφήσει ὁλοκληρωτικῶς -διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, ὑπνηλία μὲ κατέλαβεν καὶ βαθέως ἐχασμήθην...
       Τὸ ἐπὶ τοῦ δαπέδου φωτεινὸν τετράπλευρον εἶχεν μετατοπισθῇ τώρα καὶ ἀνήρχετο ὀλισθαῖνον ἀθορύβως ἐπὶ τῆς νεκρικῆς κλίνης. Δὲν ἐγνώριζον τί νὰ κάμνω μόνος μὲ τὸ πτῶμα μου εἰς τὸ αὐτὸ δωμάτιον, καὶ ὅπως ἐκαθήμην παρετήρουν τὸ κολόβιον –κοινῶς ζιμπούνι– τὸ ὁποῖον ἐφόρει ὁ μακαρίτης, καὶ ἄνευ σκέψεως, ἀπὸ ἀνίαν καὶ μόνον, ἤρχισα νὰ ἑλκύω ἀποτετλιμένην[1] ἄκρην νήματος ἐκ τῆς παρυφῆς τοῦ πλεκτοῦ. Ἦτο βεβαίως ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὸν ἀείμνηστον ἀλλ’ ἤμην μόνος καὶ οὐδεὶς μ’ ἔβλεπεν.
       Ἐπεράτωσα τὸ κολόβιον, καὶ ἐπειδὴ τὰ πράγματα ἐν τῷ κόσμῳ εἶναι ἀλληλοσυνδεόμενα καὶ ἀλληλοεξαρτώμενα ὡς λέξεις ἐν κειμένω, τὸ κλῶσμα ἐσυνεχίζετο καὶ ἤρχισα νὰ ἀπυφαίνω καὶ τὸν  μακαρίτην! Τὸν εἶχον ἀπυφάνει σχεδὸν κατὰ τὸ ἥμισυ, ὅταν κάτωθεν τῆς κλίνης προέβαλεν ὅλως αἰφνιδίως ὁ…

Ἐγχειρίδιο ἐπιβίωσης στοὺς καιροὺς τῆς κρίσης: http://issuu.com/larrycool/docs/larry_cool_-______________________________________?mode=window


[1] ξηλωμένη

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

La Signora del Giocondo


(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα, Ἄγγελοι Καρφώνονται μὲ τὸ Κεφάλι στὴν Ἄσφαλτο)
Ἡ με­γά­λη sala τῶν χο­ρο­ε­σπε­ρί­δων μὲ τοὺς κα­θρέ­πτας ἐ­φω­τί­ζε­το ἀ­πο­κλει­στι­κῶς ὑ­πὸ τοῦ ἀρ­γυ­ρό­χρου σέ­λα­ος τῆς σε­λή­νης, τὸ ὁ­ποῖ­ον δι­ήρ­χε­το μέ­σῳ ὑ­περ­με­γέ­θους, ἐν­τυ­πω­σι­α­κοῦ, ὑ­α­λί­νου θό­λου. Καὶ εἶ­δον εἰς τὸ ἡ­μί­φως καὶ ἐ­θαύ­μα­σα!
Εἶ­δον γυ­μνὰ καὶ ἡ­μί­γυ­μνα, γυ­ναι­κεῖ­α καὶ ἀν­δρι­κὰ σώ­μα­τα αἰ­ω­ρού­με­να μὲ θεί­αν χά­ριν εἰς μέ­γα ὕ­ψος σχη­μα­τί­ζον­τα κυ­μα­τί­ζον δα­κτυ­λι­ο­ει­δὲς ἐ­ρω­τι­κὸν σύμ­πλεγ­μα πε­ρι­στρε­φό­με­νον βρα­δέ­ως! Ἐ­που­ρά­νι­ον ὄρ­γι­ον ἐ­τε­λεῖ­το εἰς τοὺς αἰ­θέ­ρας… ‘Ρί­γος ἠ­σθάν­θην καὶ ἔ­παρ­σιν καὶ με­τα­φυ­σι­κὴν με­ταρ­σί­ω­σιν ἀλ­λὰ καὶ ἄ­με­σον ἐν­το­νω­τά­την στῦ­σιν.
Τὸ δι­ά­πλεγ­μα τῶν σω­μά­των ἐ­νε­θύ­μι­ζεν ζω­γρα­φι­κοὺς δι­α­κό­σμους ὀ­ρο­φῶν ἀ­να­γεν­νη­σι­α­κῶν palazzi, ἀ­να­πα­ρι­στά­νον τὰς ἐ­ρω­το­τρο­πί­ας τῶν ὀ­λυμ­πί­ων θε­ῶν. Ἐ­θαύ­μα­ζον τὴν ποι­κι­λί­αν καὶ πρω­το­τυ­πί­αν τῶν ἐ­ρω­τι­κῶν στά­σε­ων καὶ πε­ρι­πτύ­ξε­ων, ἐ­πι­τυγ­χα­νο­μέ­νων χά­ρις εἰς τὴν ἀ­πο­δέ­σμευ­σιν τῶν σω­μά­των ἐκ τοῦ γη­ί­νου βά­ρους, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως εἰς τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σιν τῶν ψυ­χῶν ἐκ τῶν ἠ­θι­κῶν δε­σμεύ­σε­ων καὶ κα­νό­νων. Τὰ ἀ­ρα­χνο­ϋ­φῆ φο­ρέ­μα­τα τῶν γυ­ναι­κῶν ἐ­σά­λευ­ον χα­ρι­έν­τως ὡς πέ­πλα με­δου­σῶν, κα­λύ­πτον­τα κι ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τα ἐ­ξαι­σί­ους μη­ρούς, ἀ­γλα­οὺς μα­στοὺς καὶ ρο­δί­νους σχι­σμὰς αἰ­δοί­ων ἐν­τός τῶν ὁ­ποί­ων στίλ­βον­τες φαλ­λοὶ πρι­α­πεί­ων ἀν­δρῶν ὠ­λί­σθαι­νον με­θ’ ἁ­βρό­τη­τος εἰς τὸν ῥυθ­μὸν τοῦ βάλς.
Ἐν­τὸς τῆς πλει­ά­δος τῶν δι­ο­νυ­σι­α­στῶν ἀ­νε­γνώ­ρι­σα τὸν ῥω­μα­λέ­ον ἰ­σπα­νὸν κι­νη­μα­το­γρα­φι­στὴν Luis Buñuel (1900-1983) ἐ­νερ­γοῦν­τα βα­θεῖ­αν εἰ­σέ­λα­σιν ἐ­πὶ τῆς βε­βυ­θι­σμέ­νης εἰς ἡ­δο­νι­κὴν ἔκ­στα­σιν δε­σποι­νί­δος Genevieve Straus (1849-1926), τῆς ὁ­ποί­ας οἱ ὡ­ραῖ­οι πλό­κα­μοι ἐ­κυ­μά­τι­ζον ἀ­κτι­νο­ει­δῶς, ἐ­νῷ τὸν μα­στὸν αὐ­τῆς ἐ­μά­λα­ζεν πε­ρι­πα­θῶς ὁ γάλ­λος ποι­η­τὴς Guillaume Apollinaire (1880–1918), ὅ­στις ἔ­χων τὴν πε­ρι­σκε­λί­δα κα­τα­βι­βα­σμέ­νην ἕ­ως τῶν ἀ­στρα­γά­λων προ­σέ­φε­ρεν θυ­σί­αν αἰ­νέ­σε­ως τὸ πέ­ος αὐ­τοῦ εἰς τὴν αὐ­στρι­α­κὴν φω­το­γρά­φον Dora Kallmus, γνω­στὴν ὡς madame D' Ora (1881-1963), ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χεν ἐγ­κα­τα­λει­φθῇ ψυ­χῇ τε καὶ σώ­μα­τι εἰς τὸν πε­ώ­δη γάλ­λον συγ­γρα­φέ­α Georges Bataille (1897–1962), τοὺς ὀγ­κώ­δεις ὄρ­χεις τοῦ ὁ­ποί­ου ἐ­κρά­τη δι­ὰ τῆς δε­ξι­ᾶς ἡ ἀ­ναρ­χι­κὴ φε­μι­νί­στρι­α ρω­σὶς Anna Kuliscioff ἢ Kulischov (1857-1925), ἥ­τις δι­ὰ τῆς ἀ­ρι­στε­ρᾶς προ­σέ­φε­ρεν βό­τρυν στα­φυ­λῆς εἰς τὸν κο­ρυ­φαῖ­ον ἰ­δι­κόν μας Ἀν­δρέ­αν Ἐμ­πει­ρί­κον (1901-1975) τὸν ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τα ταυ­το­χρό­νως τὴν χα­λα­ρω­τι­κὴν πε­ο­λει­χί­αν τῆς αἰ­σθη­σι­α­κῆς ἰ­τα­λί­δος δη­μο­σι­ο­γρά­φου καὶ κρι­τι­κοῦ τέ­χνης Margherita Sarfatti (1880–1961), ἐ­ρω­μέ­νης τοῦ δι­κτά­το­ρα Benito Mussolini, ἡ ὁ­ποί­α… Καὶ ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ ἅ­λυ­σος ἐ­συ­νε­χί­ζε­το μὲ πολ­λὰ ἀ­κό­μη γνω­στὰ ἱ­στο­ρι­κὰ ὀ­νό­μα­τα, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἁ­πλὴ καὶ μό­νον μνη­μό­νευ­σις θὰ ἀ­πή­τει σε­λί­δας ἐ­πὶ σε­λί­δων...
Ἐ­θε­ώ­ρουν ἔκ­θαμ­βος τὸν δα­κτύ­λι­ον τῶν ἀ­στρο­ναυ­τῶν-βακ­χευ­τῶν ὅ­στις ἐ­λι­κνί­ζε­το κυ­μα­το­ει­δῶς εἰς τὴν ὑ­ψη­ρε­φῆ αἴ­θου­σαν ὡς σι­ω­πη­ρόν, γα­λή­νι­ον ὅ­ρα­μα, ἐ­νῷ ἡ ὀρ­χή­στρα ἐ­πὶ τοῦ δα­πέ­δου ἐ­ξε­τέ­λει μὲ ἄ­ψο­γον τρό­πον τὸ δι­ά­ση­μον βάλς.
«Mon Dieu! Quelle partouse!» ­θαύ­μα­σα.
  «Εὑ­ρι­σκό­με­θα εἰς τὴν γα­μό­σφαι­ραν, ­κτὸς πε­δί­ου βα­ρύ­τη­τος καὶ ­θι­κῆς...» ­ξή­γη­σεν Marcel.

.......................................................................................................................................

       «Χί, χί, χί..!»
Ἔ­κρη­ξις γυ­ναι­κεί­ου γέ­λω­τος εἵλ­κυ­σεν τὴν προ­σο­χήν μου καὶ ἀ­να­ση­κώ­σας τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸν ὑ­ά­λι­νον θό­λον.., ἔ­μει­να μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­κτόν!
Ἡ signora del Giocondo -ἡ δι­ά­ση­μος Mona Lisa!- μὲ τὰ αἰ­θέ­ρι­α πέ­πλα της ἀ­να­πε­πτα­μέ­να καὶ τοὺς πό­δας εἰς πλή­ρη δι­ά­στα­σιν -spagato- ἱ­πτα­μέ­νη βρα­δέ­ως ἐν μέ­σῳ δα­κτυ­λί­ου ἀν­δρῶν ἀ­να­φω­νοῦν­των ρυθ­μι­κῶς ὤ..! ὤ..! ὤ..!, φλάπ! ἐ­δέ­χθη εἰς τὸν χα­λα­ρόν της πρω­κτὸν καὶ χὶ-χὶ-χί! ἐ­γέ­λα­σεν, τὸ μέ­γα πέ­ος τοῦ ἱ­δρυ­τοῦ τοῦ νταν­τα­ϊ­σμοῦ[1] Tristan Tzara (1896–1963), ὅ­στις μὲ ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὴν κί­νη­σιν τῆς λε­κά­νης – ὤ­ωπ! τὴν ἐ­ξα­πέ­στει­λεν -ὤ..! ὤ..! ὤ..! τὴν ἐ­νε­θάρ­ρυ­νεν ἡ χο­ρεί­α τῶν νταν­τα­ϊ­στῶν- ἐ­πὶ τοῦ ἀ­να­μέ­νον­τος αὐ­τὴν πέ­ους  - φλούπ!, τοῦ ρω­μα­νο-ἑ­βραί­ου ζω­γρά­φου καὶ ἀρ­χι­τέ­κτο­νος Marcel Janco[2]  (1895-1984), ὅ­στις μὲ τὴν σει­ράν του τὴν ἔ­πεμ­ψεν –ὤ..! ὤ..! ὤ..!– πρὸς τὸ λαμ­βά­νον ἐ­πί­και­ρον θέ­σιν πέ­ος – γλούπ! τοῦ γάλ­λο-γερ­μα­νοῦ ζω­γρά­φου γλύ­πτου καὶ ποι­η­τοῦ Hans Arp (1886 – 1966). Οὕ­τω, μὲ ἀλ­λε­πάλ­λη­λα φλάπ! καὶ φλούπ! καὶ γλούπ! καὶ χὶ-χὶ-χί! τὴν δι­ε­βί­βα­ζον ὁ εἷς εἰς τὸν ἄλ­λον, ἀ­θλού­με­νοι κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν πρω­τό­τυ­πον τρό­πον εἰς τὸ ἀ­παι­τη­τι­κὸν ἄ­θλη­μα τῆς πε­ο­ει­δοῦς πε­το­σφαι­ρί­σε­ως, ἐ­νῷ κα­τὰ τὴν τε­θλα­σμέ­νην δι­α­δρο­μήν της ἡ signora Gioconda –ἡ πε­ρί­φη­μος Mona Lisa!– δι­ὰ κυ­βι­στή­σε­ων, ἀ­να­στρο­φῶν καὶ πε­ρι­στρο­φῶν τοῦ εὐ­λυ­γί­στου σώ­μα­τός της, ἐ­σά­ρω­νεν τὸν χῶ­ρον συλ­λέ­γου­σα εἰς τὸ στό­μα της τὰς σε­λα­γιζούσας, δι­αυ­γεῖς, σφαι­ρι­κὰς στα­γό­νας τοῦ σπέρ­μα­τος τῶν νταν­τα­ϊ­στῶν.
«Elle a chaud au cul[3]...» ἐ­πα­νέ­λα­βεν μὲ συγκινητικὴν ἀφοσίωσιν ὁ Marcel.




[1] ‘Dada’ or ‘Dadaism’ is a cultural movement that began in Zürich, Switzerland, during World War I and peaked from 1916 to 1922. According to its proponents, Dada was not art, it was ‘anti-art’. For everything that art stood for, Dada was to represent the opposite. Where art was concerned with traditional aesthetics, Dada ignored aesthetics. If art was to appeal to sensibilities, Dada was intended to offend. Through their rejection of traditional culture and aesthetics, the Dadaists hoped to destroy traditional culture and aesthetics.
[2] Marcel Janco recalled, ‘We had lost confidence in our culture. Everything had to be demolished. We would begin again after the ‘tabula rasa’. At the Cabaret Voltaire we began by shocking common sense, public opinion, education, institutions, museums, good taste, in short, the whole prevailing order’.
[3] She has a hot ass

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Ἡ Διεστραμμένη Εἰσαγγελεύς




     «Αἱ­μο­δι­ψής; Ἐ­γώ;!»
«Ναὶ ἐ­σεῖς. Μό­λις σᾶς εἶ­δον, ἡ ὑ­πο­βό­σκου­σα δι­α­στρο­φὴ ἡ κα­τα­τρώ­γου­σα τὰ σπλάγ­χνα μου, ἐ­ξε­τι­νά­χθη ὡς ἠ­φαι­στει­α­κὴ λά­βα καὶ κα­τέ­κα­ψεν τὰς φρέ­νας μου. Σᾶς ἠράσθην κε­ραυ­νο­βό­λως. Εἶ­σθε αὐ­τὸς τὸν ὁ­πο­ῑ­ον ὠ­νει­ρευ­ό­μην ἀ­νέ­κα­θεν ὡς ἰ­δα­νι­κὸν ἐ­ρα­στήν: ῥι­ψο­κίν­δυ­νος, σκλη­ρός, βά­ναυ­σος, στυ­γνός, ἀ­δί­στα­κτος.»
   «Μᾶλ­λον ἀ­να­φέ­ρε­σθε εἰς τὸν φά­κε­λον ἄλ­λου κα­τα­δί­κου.»
«Ὅ­λην τὴν νύ­κτα ἐ­πά­λαι­ον με­τα­ξὺ τοῦ πά­θους μου δι­ὰ ἐ­σᾶς, καὶ τῆς συ­νει­δή­σε­ως τοῦ κα­θή­κον­τος. Καὶ τε­λι­κῶς ὑ­πε­ρί­σχυ­σεν τὸ πά­θος καὶ ἔ­λα­βον τὴν ἐ­πώ­δυ­νον ἀλ­λὰ μοι­ραί­αν ἀ­πό­φα­σιν. Δι­ὰ χά­ριν σας θὰ γί­νω ἐ­πί­ορ­κος καὶ θὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω μί­αν ἐ­πι­τυ­χῆ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴν στα­δι­ο­δρο­μί­αν, δύ­ο προ­σφι­λῆ τέ­κνα καὶ ἕ­να ἄ­με­πτον σύ­ζυ­γον.»
«Μή­πως ἐ­ὰν ἐ­πα­νε­ξη­τά­ζα­τε τὸ ζή­τη­μα...»
«Ὄ­χι, ὄ­χι... Ἡ ἀ­πό­φα­σίς μου εἶ­ναι ὁ­ρι­στι­κὴ καὶ ἀ­με­τά­κλη­τος. Ἀ­κού­σα­τε... Θὰ σᾶς φυ­γα­δεύ­σω ἐκ τῆς φυ­λα­κῆς καὶ θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σω­μεν ζεῦ­γος πα­ρά­νο­μον, κα­τα­ζη­τού­με­νον καὶ κα­τα­δι­ω­κό­με­νον ὑ­πὸ τῶν ἀρ­χῶν. Ναί; Ναί!
»Θὰ ζή­σω­μεν εἰς τὴν πα­ρα­νο­μί­αν ὡς φυ­γά­δες... Θὰ εἴ­με­θα βι­αι­ο­πα­θεῖς, αἰχ­μά­λω­τοι τοῦ πά­θους... Ὤ, ναί! Τὰς ἡ­μέ­ρας θὰ δι­α­πράτ­τω­μεν λῃ­στεί­ας τρα­πε­ζῶν καὶ ἄλ­λα συ­να­φῆ κα­κουρ­γή­μα­τα τρί­του βαθ­μοῦ, ἐ­νῷ τὰς νύ­κτας θὰ πα­ρα­δι­δό­με­θα ἀ­συγ­κρά­τη­τοι εἰς ἀ­κραί­ας ἡ­δο­νὰς ἐ­πὶ ῥυ­πα­ρῶν σιν­δό­νων ἀ­θλί­ων ἐ­παρ­χι­α­κῶν ξε­νο­δο­χεί­ων... Καὶ βε­βαί­ως θὰ βά­ψω­μεν τὰς χεῖ­ρας μας εἰς τὸ αἷ­μα. Θὰ δι­α­πρά­ξω­μεν πολ­λοὺς φό­νους, πά­ρα πολ­λούς... Θὰ σκορ­πί­ζω­μεν τὰ χρή­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ ἀ­πο­κο­μί­ζω­μεν ἐκ τῶν λῃ­στει­ῶν δι­ά­γον­τες πο­λυ­τε­λῆ καὶ προ­κλη­τι­κὸν βί­ον... Θὰ πα­ρε­κτρα­πῶ­μεν εἰς ὄρ­γι­α. Ναί, ναί· μὲ ἔμ­φα­σιν εἰς τὰ κτη­νώ­δη ὄρ­γι­α...
»Ἐν τέ­λει θά μὲ ἐ­ξω­θή­ση­τε εἰς τὴν πορ­νεί­αν· ἄχ, ναί, θὰ ἐκ­πλη­ρω­θῇ ἐ­πι­τέ­λους τὸ ὄ­νει­ρόν μου νὰ γί­νω κα­θη­μα­ξευ­μέ­νον γύ­ναι­ον κα­τω­τά­της ὑ­πο­στάθ­μης – κό­φα κοι­νῶς, ἴ­σως μά­λι­στα καὶ πα­λι­ο­σκρό­φα! Καὶ σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, μὴ μοῦ τὸ ἀρ­νη­θῆ­τε· θὰ εἶ­σθε ὁ πορ­νο­βο­σκός μου – ὁ μπε­ζε­βέγ­κης μου, θὰ μὲ ὑ­βρί­ζη­τε σκαι­ῶς: ‘πόρ­νη δι­και­ο­σύ­νη, χα­μαι­τύ­πη!’ καὶ ἄλ­λα τοι­αῦ­τα πα­ρεμ­φε­ρῆ εἰς τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­ρέ­σκο­μαι. Θὰ μὲ ἐ­ξευ­τε­λί­ζη­τε, θὰ μοῦ ἀ­πο­σπᾶ­τε τὰ χρή­μα­τα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, θὰ μὲ δέ­ρε­τε ἀ­συγ­κί­νη­τος, θὰ σᾶς φο­βοῦ­μαι καὶ θὰ εἶ­μαι δού­λη σας. Ἄχ, θὰ πε­ρά­σω­μεν ὡ­ραί­α, τί ὡ­ραί­α! Ἐ­πλά­σθην δι­ὰ τὴν πα­ρα­νο­μί­αν καὶ τὴν τα­πεί­νω­σιν! Θὰ ἐ­κτρο­χι­α­σθῶ­μεν, ἀ­γά­πη μου· θὰ ἐ­ξο­κεί­λω­μεν, θὰ ἀ­πο­χα­λι­νω­θῶ­μεν... Μμμ, δαι­μο­νι­σμέ­νε μου ἐ­ρα­στά· δι­α­τί σι­ω­πᾶ­τε, δὲν εὑ­ρί­σκε­τε ὑ­πέ­ρο­χον τὸ μέλ­λον μας;!»
Ἡ γυ­νὴ πα­ρε­λή­ρη ἕ­ως πα­ρο­ξυ­σμού· ἐ­μαί­νε­το ὑ­πὸ βι­αί­ων, σκο­τει­νῶν πα­θῶν· δὲν εἶ­χεν συ­νεί­δη­σιν τοῦ τί ἔ­λε­γεν.
«Μὲ τρο­μά­ζε­τε, madame...»
«Κο­λα­σμέ­νη μου ἀ­γά­πη, κα­τα­χθό­νι­έ μου τύ­πε! Θὰ πε­ρι­πέ­σω­μεν εἰς πᾶ­σαν ἁ­μαρ­τί­αν καὶ ἀ­νη­θι­κό­τη­τα, θὰ γί­νω­μεν οἱ αἰ­σχρό­τε­ροι τῶν αἰ­σχρο­τέ­ρων, οἱ ἀ­χρει­ό­τε­ροι τῶν ἀ­χρει­ο­τέ­ρων, ἕ­ως ὅ­του...»
«Ἕ­ως ὅ­του;»
«Ἕ­ως ὅ­του μί­αν ἑ­σπέ­ραν κα­τὰ τὴν δύ­σιν τοῦ ἡ­λί­ου, τὰ ὁ­πλο­πο­λυ­βό­λα τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας θὰ θε­ρί­σουν τὰ πτω­χά μας σώ­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­μως προ­η­γου­μέ­νως θὰ ἔ­χουν προ­λά­βει νὰ δρέ­ψουν ὅ­λας τὰς ἡ­δο­νάς! Λοι­πόν; Δὲν εἶ­ναι συ­ναρ­πα­στι­κόν;»
Ἡ γυ­νὴ ἦ­το τε­λεί­ως πα­ρά­φρων. Εἶ­χον ἀ­πω­λέ­σει πᾶ­σαν ἐλ­πί­δα ὅ­τι θὰ ἐ­τύγ­χα­νον ἀ­με­ρο­λή­πτου δί­κης καὶ ὅ­τι θὰ ἠ­θω­ού­μην... Δὲν ἤλ­πι­ζον πλέ­ον εἰς τὴν δι­και­ο­σύ­νην.
   «Λυ­ποῦ­μαι, ἀλ­λὰ προ­τι­μῶ τὴν ἀ­σφά­λει­αν τῶν φυ­λα­κῶν,» εἶ­πα.




Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Στον κόσμο του παρελθόντος


      Ζντούπ!
Οὐ­ρα­νό­θεν ἐρ­ρί­φθην ἐ­πὶ γῆς!
Κι ἔ­μει­να ἐκ­στα­τι­κὸς ἐκ τοῦ θαύ­μα­τος τῆς ὑ­πάρ­ξε­ως!
Πῶς δη­λα­δὴ ὑ­πῆρ­χον;
Δι­α­τί;
Πό­θεν;
Ὑ­πῆρ­χον πράγ­μα­τι;
Τί ἦ­το ἡ ὕ­παρ­ξις;
Πῶς αὕ­τη κα­τέ­στη δυ­να­τή;
Τί ἤ­μην πρὶν ὑ­πάρ­ξω· καὶ τί με­τά;
Καὶ τί θὰ ἤ­μην ἐ­ὰν δὲν ὑ­πῆρ­χον τώ­ρα;
Καὶ ἐ­γνώ­ρι­ζον ὅ­τι ἡ ἀ­πάν­τη­σις εἰς τὰ ἀ­νω­τέ­ρω ζη­τή­μα­τα ὑ­πῆρ­χεν πρὶν ἐ­γερ­θοῦν αὐ­τά, ὑ­πάρ­χει καὶ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα τὰ ἴ­δι­α, καὶ θὰ ὑ­πάρ­χει ἀ­φοῦ παύ­σουν νὰ ἔ­χουν αὐ­τὰ ἰ­σχὺν καὶ νό­η­μα.
Κλί­νας τὴν κε­φα­λὴν εἶ­δον ἔκ­πλη­κτος τὸ σῶ­μα μου: ἦ­το γυ­μνόν, στι­βα­ρόν, μαλ­λω­τόν[1] καὶ με­τρί­ου μᾶλ­λον ἀ­να­στή­μα­τος. Λα­βὼν ἐν τῇ πα­λά­μῃ τὸ πέ­ος, πε­ρι­ερ­γά­σθην αὐ­τό· ἦ­το βα­ρύ, με­λα­νό­μορ­φον, ἁ­δρο­με­ρὲς ὡς κω­νά­ρι­ον[2], ἐ­λα­στι­κὸν ὡς πρὸς τὴν ἀ­φήν, ἔ­χον οὖ­λον[3] τρί­χω­μα. Κα­θ’ ὅ­λας τὰς ἐν­δεί­ξεις ἤ­μην ἀ­νὴρ πεν­τή­κον­τα -κα­τὰ τὸ μᾶλ­λον ἢ ἧτ­τον[4]- ἐ­τῶν.
Ἔ­φε­ρον πῖ­λον τύ­που bowler ἐ­πὶ κε­φα­λῆς, βερ­νι­κω­τὰ ὑ­πο­δή­μα­τα, καὶ πε­ρι­πό­δι­α με­τὰ κνη­μο­δε­τῶν[5]. Εἰς τὸν ἀ­ρι­στε­ρὸν βρα­χί­ο­να εἶ­χον δε­δι­πλω­μέ­να τὰ ἐ­σώ­ρου­χά μου, ὑ­πο­κά­μι­σον, κο­στού­μι, ἐ­κρά­τουν δὲ καὶ ἀ­λε­ξί­βρο­χον[6].
Ἠ­σθάν­θην ἐν­τρο­πὴν δι­ὰ τὴν γυ­μνό­τη­τά μου. Ἦ­το βε­βαί­ως Αὔ­γου­στος μήν, ὁ καύ­σων ἀ­σφα­λῶς ἀ­φό­ρη­τος, ἀλ­λὰ ἐν οὐ­δε­μί­ᾳ πε­ρι­πτώ­σει ἐ­δι­και­ο­λο­γού­μην νὰ κυ­κλο­φο­ρῶ γυ­μνὸς ἀ­νὰ τὰς ὁ­δοὺς καὶ τὰς ῥύ­μας τῆς πό­λε­ως. Ἐ­κοί­τα­ξα ἀ­νή­συ­χος γύ­ρω καὶ δι­ε­πί­στω­σα ὅ­τι εὑ­ρι­σκό­μην ἐ­πὶ τῆς μι­κρᾶς, γρα­φι­κῆς place de Furstenberg τῆς πό­λε­ως τῶν Πα­ρι­σί­ων. Εὐ­τυ­χῶς ἐ­κεί­νην τὴν με­σημ­βρι­νὴν ὥ­ραν ἡ μι­κρὰ πλα­τεί­α ἦ­το ἔ­ρη­μος. Ἐ­κοί­τα­ξα πρὸς τὴν κα­τεύ­θυν­σιν τῆς rue de l’ Abbaye· οὐ­δείς. Ἐ­κοί­τα­ξα καὶ πρὸς τὴν ἀν­τί­θε­τον, ἐ­κεί­νης τῆς rue Jacob· μη­δείς. Τὰ κα­τα­στή­μα­τα ἦ­σαν κλει­δω­μέ­να καὶ τὰ ἐ­ξώ­φυλ­λα τῶν πα­ρα­θύ­ρων κε­κλει­σμέ­να· ἀλ­λὰ ὑ­πω­πτεύ­θην ὀ­πί­σω ἀ­πὸ τὰς περ­σί­δας παι­δι­κοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς πα­ρα­τη­ροῦν­τας μὲ φι­λο­παίγ­μο­να δι­ά­θε­σιν τὸ πέ­ος μου.
Ὁ ἥ­λι­ος μὲ συ­νέ­θλι­βεν δι­ὰ τῶν πυ­ρι­φλε­γῶν πελ­μά­των του. Ἱ­στά­μην ἐ­κεῖ ἀ­μή­χα­νος, ἄ­ερ­γος, ἀ­πο­ρῶν τί κά­μνω ἐ­πὶ τῆς γῆς, δι­α­τί ζῶ, ‘chi sono iochi sono gli altri[7]. Ἐ­δί­ψων· καὶ ἡ δί­ψα ἐ­κεί­νη δὲν ἐ­κορ­ρέ­νε­το δι’ ὕ­δα­τος ἀλ­λ’ ἦ­το δί­ψα με­τα­φυ­σι­κή, δί­ψα δι’ ἐ­κεῖ­νον τὸ ἄ­γνω­στον τὸ ὁ­ποῖ­ον ἀ­πώ­λε­σα ἀ­πο­κτή­σας σῶ­μα καὶ ὕ­παρ­ξιν. Ἐ­σπόγ­γι­σα δι­ὰ μαν­δη­λί­ου τὸν ἱ­δρώ­τα ἐκ τοῦ κα­τε­ρύ­θρου προ­σώ­που μου. Ἐν τῇ ἄ­κρᾳ σι­ω­πῇ, μο­να­δι­κὸς πα­ρή­γο­ρος ἦ­χος, ὁ ἀ­σθε­νής, κε­λα­ρυ­στὸς ἦ­χος πί­πτον­τος ὕ­δα­τος μι­κρᾶς τι­νος κρή­νης τῆς πλα­τεί­ας. 
Ἤ­κου­σα τό­τε ὀ­πί­σω μου εἰ­ρω­νι­κὸν γέ­λω­τα παι­δί­σκης καὶ τὰκ-τὰκ-τάκ! κρό­τον δρο­μαί­ων βη­μά­των πλη­σι­ά­ζον­τα. Δι’ αὐ­θορ­μή­του κι­νή­σε­ως ἀ­πέ­κρυ­ψα δι­ὰ τῶν πα­λα­μῶν τὰ γεν­νη­τι­κά μου ὄρ­γα­να κι ἐ­στρά­φην.., πλὴν ὅμως παι­δί­σκην – σᾶς ὁρ­κί­ζο­μαι, οὐκ εἶ­δον! «MarfaMarfa!» ἤ­κου­σα φωνὴν φω­νά­ζουσαν τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τῆς. Τὰ βή­μα­τα ἔ­κα­μαν δύ­ο κύ­κλους γύ­ρω μου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπεμακρύνθησαν τῆς ἐντάσεώς των ἐξασθενουμένης, ἕ­ως ὅ­του ἔ­παυ­σαν νὰ ἠ­χοῦν, ἐ­πι­κρα­τη­σά­σης σι­γῆς τά­φου.
Ἤρ­χι­σα νὰ ἐν­δύ­ο­μαι τὸ ὑ­πο­κά­μι­σον ὅ­ταν αἴφ­νης, κρρρ..! τριγ­μὸς ἠ­κού­σθη, καὶ τὸ κιγ­κλί­δω­μα τῆς ἁ­ψι­δω­τῆς θύ­ρας τοῦ ἔ­ναν­τι ἀ­να­γεν­νη­σι­α­κοῦ κτι­ρί­ου τῆς rue Abbaye, ἤ­νοι­ξεν βρα­δέ­ως καὶ ἐ­νε­φα­νί­σθη ἐ­πὶ τοῦ κα­τω­φλί­ου μέ­γας ὄρ­νις –στρου­θο­κά­μη­λος τὸ εἶ­δος!
Τὸ βα­σι­λι­κὸν πτη­νὸν κα­τελ­θὸν με­γα­λο­πρε­πῶς τὰς πέν­τε βαθ­μί­δας τῆς κλί­μα­κος κα­τευ­θύν­θη πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ πλη­σι­ά­σαν εἰς ἀ­πό­στα­σιν πέν­τε πε­ρί­που μέ­τρων, ἐ­στά­θη μὲ με­τέ­ω­ρον πό­δα, κοι­τά­ζον μὲ αὐ­ταρ­χι­κόν, βλα­κῶ­δες βλέμ­μα.
Ἱ­στά­μην ἀ­σά­λευ­τος κα­θη­λω­μέ­νος ὑ­πὸ τῶν δι­α­πύ­ρων ἀ­κτί­νων τοῦ ἡ­λί­ου αἵ­τι­νες μὲ δι­ε­πέ­ρων ἐκ τῆς κο­ρυ­φῆς τῆς κε­φα­λῆς ἕ­ως τῶν πελ­μά­των ὡς ὀ­βε­λί­αν. Ἐ­γνώ­ρι­ζον βε­βαί­ως ὅ­τι τὰ φαι­νό­με­να ἀ­πα­τοῦν· ἀλ­λὰ δι­ὰ πρώ­την φο­ρὰν μοῦ ἐ­δη­μι­ουρ­γή­θη ἡ ὑ­πό­νοι­α ὅ­τι ἡ συ­νεί­δη­σις, –τοῦτο τὸ φαι­νό­με­νον τῶν φαι­νο­μέ­νων– ἐ­λάμ­βα­νεν πλη­θώ­ραν μορ­φῶν καὶ αὐ­τη­πα­τᾶ­το ἀν­τι­λαμ­βα­νο­μέ­νη τὰ ἰ­δι­κά της σχή­μα­τα ὡς δῆ­θεν ἐ­ξω­τε­ρι­κήν, ἀν­τι­κει­με­νι­κήν, ἀ­νε­ξάρ­τη­τον ἀ­πὸ αὐ­τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα... Αἰφ­νι­δί­ως τὸ ἠ­λί­θι­ον πτη­νὸν ἐ­ξέ­βα­λεν ὀ­ξεῖ­αν, πο­λε­μι­κὴν κραυ­γὴν καὶ τι­νάσ­σον τοὺς πτέ­ρυ­γας μοῦ ἐ­πε­τέ­θη ἄ­νευ λό­γου καὶ αἰ­τί­ας. Φυ­σι­κῷ τῷ λό­γῳ ἐ­τρά­πην εἰς ἄ­τα­κτον φυ­γήν.
Πα­ρου­σί­α­ζον γε­λοῖ­ον θέ­α­μα κα­τα­δι­ω­κό­με­νος ὑ­πὸ στρου­θο­κα­μή­λου, τρέ­χων ἡ­μί­γυ­μνος πρὸς τὴν ὁ­δὸν Cardinale, ὅ­ταν ἤρ­χι­σαν νὰ πί­πτουν στὰκ-στὰκ-στάκ! στα­γό­νες οὐ­χὶ συ­νή­θους βρο­χῆς, ἀλ­λ’ ἀ­μαυ­ραί, στιγ­μα­τί­ζου­σαι τὰς λευ­κὰς πλά­κας τῶν πε­ζο­δρο­μί­ων, κη­λι­δώ­νου­σαι τὰ φυλ­λώ­μα­τα τῶν δέν­δρων, σπι­λώ­νου­σαι τὰς προ­σό­ψεις τῶν κτι­ρί­ων, ἀ­μαυ­ρώ­νου­σαι τα­χέ­ως τὴν πό­λιν ὁ­λό­κλη­ρον. Ἔκ­πλη­κτος ἐκ τοῦ πα­ρὰ φύ­σιν φαι­νο­μέ­νου ἔ­σπευ­σα νὰ προ­φυ­λα­χθῶ τό­σον ἐ­γώ, ὅ­σον καὶ τὸ πτη­νόν, ὑ­πὸ τοῦ ρα­βδω­τοῦ, πρα­σί­νου καὶ λευ­κοῦ, ὑ­φα­σμα­τί­νου στε­γά­σμα­τος –κοι­νῶς τέν­τας- τοῦ ἐ­στι­α­το­ρί­ου ‘La Santé par l’ Alimentation’ κει­μέ­νου εἰς τὴν συμ­βο­λὴν τῶν ὁ­δῶν Cardinale καὶ de l’ Abbaye.
Ἐ­ξε­τά­ζων δι­ὰ τοῦ δεί­κτου στα­γό­να τι­νὰ δι­ε­πί­στω­σα ὅ­τι ἦ­το με­λά­νη! Ἤ­κου­σα τό­τε θρό­ι­σμα γρα­φί­δος ἐ­πὶ χάρ­του οὐ­ρα­νό­θεν, καὶ ἀ­να­βλέ­πων, στάκ! κη­λὶς με­λά­νης ἐ­πέ­πε­σεν ὡς φώ­τη­σις ἐ­πὶ τοῦ με­τώ­που μου. Αἴφ­νης εἶ­χον τὴν πα­ρά­ξε­νον ἐ­πί­γνω­σιν ὅ­τι ἐ­γὼ καὶ ὁ κό­σμος λέ­ξεις εἴ­με­θα τὰς ὁ­ποί­ας μυ­στη­ρι­ώ­δης, ἀ­ό­ρα­τος χεὶρ συγ­γρά­φει, δι­η­γου­μέ­νη τὸν μῦ­θον τῆς ζω­ῆς καὶ τοῦ κό­σμου.



[1] μαλλιαρό
[2] χοντροκόμματο σαν κουκουνάρα
[3] σγουρό
[4] λίγο-πολύ
[5] κάλτσες με καλτσοδέτες
[6] ομπρέλα
[7] ‘ποιος είμαι εγώ, ποιοι είναι οι άλλοι’ φράση από την ταινία του Ταρκόφσκυ, ‘Νοσταλγία’.



Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Το τέλος των δολοφόνων Μω & Γο


Ό,τι θα συμβεί στη συνέχεια, θα συμβεί χωρίς σκέψη, βούληση ή συναίσθημα· δεν θα νιώθω τον παραμικρό φόβο ή αγωνία· καμία οργή, κανένα έλεος. Θα βλέπω την μορφή μου σαν σε ταινία· όχι σαν θεατής, αλλά σαν να είμαι η οθόνη όπου πάνω της θα παίζεται η ζωή μου· σαν την οθόνη η οποία δεν επηρεάζεται απ’ τα γεγονότα που διαδραματίζονται, και που πάνω της μπορεί να παιχτεί οποιαδήποτε έργο -κωμωδία ή δράμα αδιάφορο· σαν την οθόνη που χωρίς αυτήν δεν θα μπορεί ειδωθεί καμιά ταινία, και που υπάρχει πριν την έναρξη και μετά το φινάλε κάθε ταινίας. 
Στο κλάσμα του δευτερολέπτου που θα μεσολαβήσει από την  εκπυρσοκρότηση του όπλου μέχρι να νιώσω ένα κάψιμο κάτω απ’ τη μασχάλη μου, το αριστερό μου χέρι θα τιναχτεί προς τον λαιμό του Μω· τα νύχια μου θα μπηχτούν γύρω από το λαρύγγι του και τραβώντας το έξω θα του το ξεριζώσουν· ταυτόχρονα το δεξί μου χέρι τεντωμένο σαν σπαθί, θα διαγράψει με απίστευτη ταχύτητα οριζόντια τροχιά στο ύψος της κοιλιάς τού Γο και τα νύχια μου σαν ξυράφια θα τον σχίσουν από την μια άκρη ως την άλλη· θα χρειαστεί μερικά λεπτά μέχρι να αντιληφθεί τί του συνέβη. Εν τω μεταξύ θα κοιτάζει έκπληκτος τον Μω ο οποίος θα τρέχει σαν σφαγμένο κοτόπουλο γύρω-γύρω στο μαγαζί αναποδογυρίζοντας τραπέζια, πυροβολώντας στον αέρα, πιτσιλώντας με πορφυρό αίμα τοίχους και θαμώνες, βγάζοντας βραχνές, ανατριχιαστικές κραυγές απ’ τα βάθη της κόλασης, και τελικά θα πέσει στο πάτωμα, και θα τον κοιτάμε αποσβολωμένοι να σπαρταράει ώσπου θα μείνει επιτέλους ασάλευτος..!
Τότε μόνο θα νιώσει κάτι στην κοιλιά του ο Γο και σκύβοντας  θα δει τον μεγάλο κόκκινο λεκέ στο σκισμένο του πουκάμισο και τα έντερά του να γλιστράνε σιγά-σιγά έξω. Θα μας κοιτάξει σαν χαζός· δεν θα καταλαβαίνει τίποτα. Οι πελάτες θα βρουν την ευκαιρία και θα τρέξουν έξω να γλυτώσουν. Ο Μω θα πιάσει τα έντερά του και θα προσπαθήσει να τα χώσει μέσα αλλά θα ξεχειλίζουν από την άλλη μεριά. Θα προσπαθεί να τα μπάσει μέσα, αλλ’ αυτά θα γλιστράνε σαν χέλια έξω. Απελπισμένος θα σταθεί ασάλευτος με τα έντερά του να κρέμονται μέχρι το πάτωμα και θα με κοιτάζει μ’ ένα παραπονεμένο ύφος σαν δαρμένος σκύλος.
Θα τον προσπεράσω χωρίς να δώσω σημασία…
…………………………………………………………………………………………………………………………………………
Η Kanami Kato θα με βοηθήσει να σηκωθώ. Θα διασχίσουμε το café· ο Γο θα στέκεται αμήχανος εκεί ακριβώς όπου θα τον είχαμε αφήσει κρατώντας στα χέρια του τα έντερά του σαν να κρατούσε ένα δέμα που δεν θα ’ξερε πού να το παραδώσει. Μόλις τον προσπεράσουμε θα καταρρεύσει.

ΤΙ ΦΕΡΕΙ ΤΟ 2013;

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Οι επί πληρωμή δολοφόνοι, Μω & Γο


 Οι Μω και Γο θ’ απλώσουν τα πόδια τους πάνω στο πτώμα τού ταξιτζή βλέποντας manga porno στην τηλεόραση.
«Αναπαυτικός ο μακαρίτης, ε;»
«Τέλειος»
«Μω...» θα πει ο Γο.
«Μμ..;»
«Ο τύπος που γαμάει στην τηλεόραση, όλο ‘小さい 姉妹 και ‘小さい 姉妹 λέει στην γκόμενα. Τί σημαίνει αυτό;»
«Μικρή αδερφή»
«Τόσο ανώμαλοι είναι αυτοί οι γιαπωνέζοι;! Γαμάνε τις μικρές τους αδερφές;»
«Έκφραση είναι, ηλίθιε· όπως εμείς λέμε: ‘σε ξεσκίζω μωρό μου’. Αλλά δεν είναι μωρά οι γκόμενες, είναι;»
«Χο-χο-χο! Όχι, βέβαια»
«Πρέπει να μελετάμε την κουλτούρα του κάθε λαού για να τον κατανοήσουμε σε βάθος»
«Αυτό που θαυμάζω σε σένα, Μω, είναι ότι δίνεις στα μικρά πράγματα μεγάλες προοπτικές Μμω..,»
«Τί ’ναι πάλι;»
«Πώς λέγονται οι λεσβίες στα γιαπωνέζικα;»
«レズビアン»
«Χμ, δεν μπορώ να τις καταλάβω... Οι γυναίκες είναι για να τις πηδάμε· έτσι δεν είναι, Μω;»
«Έτσι είναι, Γο»
«Αυτές γιατί το κάνουν μεταξύ τους;»
«Είναι παλιοανώμαλες Γο· καταλαβαίνεις τί σού λέω;» Θα σηκωθεί όρθιος και θα τονίζει μία μία τις συλλαβές: «Πα-λιο-α-νώ-μα-λες!» Θα τον πιάσει κάτι σαν ντελίριο. «Δεν τους αρέσουμε εμείς οι άντρες· μάς περιφρονούν Γο· με καταλαβαίνεις; Θέλω να μου πεις ότι με καταλαβαίνεις!»
«Σε καταλαβαίνω, σε καταλαβαίνω· μην κάνεις έτσι!»
«Δεν μάς θέλουν, δεν τους χρησιμεύουμε σε τίποτα· την βρίσκουν μόνες τους· είναι παλιοανώμαλες· παλιοανώμαλες, σου λέω!» και φτου! θα φτύσει με αηδία την πολτοποιημένη μπουκιά πετυχαίνοντας στο μάτι το πτώμα.
«Εντάξει, εντάξει Μω. Μη συγχύζεσαι, το κατάλαβα, σ’ έπιασα· είναι παλιοανώμαλες. Ηρέμησε τώρα και κάθισε κάτω»
«Ουφ! Με τσαντίζεις, Γο· πολύ με τσαντίζεις»
«Εγώ;! Γιατί;»
«Γιατί είσαι γομάρι Γο· γι’ αυτό!»
«Όλο με αποπαίρνεις Μω, και με μειώνεις μπροστά στους άλλους· γι’ αυτό δεν απέκτησα ποτέ αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση...»


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ