Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

44. Ἡ διεστραμμένη εἰσαγγελεὺς



«Αἱ­μο­δι­ψής; Ἐ­γώ;!»
«Ναὶ ἐ­σεῖς. Μό­λις σᾶς εἶ­δον, ἡ ὑ­πο­βό­σκου­σα δι­α­στρο­φὴ ἡ κα­τα­τρώ­γου­σα τὰ σπλάγ­χνα μου, ἐ­ξε­τι­νά­χθη ὡς ἠ­φαι­στει­α­κὴ λά­βα καὶ κα­τέ­κα­ψεν τὰς φρέ­νας μου. Σᾶς ἠράσθην κε­ραυ­νο­βό­λως. Εἶ­σθε αὐ­τὸς τὸν ὁ­πο­ῑ­ον ὠ­νει­ρευ­ό­μην ἀ­νέ­κα­θεν ὡς ἰ­δα­νι­κὸν ἐ­ρα­στήν: ῥι­ψο­κίν­δυ­νος, σκλη­ρός, βά­ναυ­σος, στυ­γνός, ἀ­δί­στα­κτος.»
«Μᾶλ­λον ἀ­να­φέ­ρε­σθε εἰς τὸν φά­κε­λον ἄλ­λου κα­τα­δί­κου.»
«Ὅ­λην τὴν νύ­κτα ἐ­πά­λαι­ον με­τα­ξὺ τοῦ πά­θους μου δι­ὰ ἐ­σᾶς, καὶ τῆς συ­νει­δή­σε­ως τοῦ κα­θή­κον­τος. Καὶ τε­λι­κῶς ὑ­πε­ρί­σχυ­σεν τὸ πά­θος καὶ ἔ­λα­βον τὴν ἐ­πώ­δυ­νον ἀλ­λὰ μοι­ραί­αν ἀ­πό­φα­σιν. Δι­ὰ χά­ριν σας θὰ γί­νω ἐ­πί­ορ­κος καὶ θὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω μί­αν ἐ­πι­τυ­χῆ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴν στα­δι­ο­δρο­μί­αν, δύ­ο προ­σφι­λῆ τέ­κνα καὶ ἕ­να ἄ­με­πτον σύ­ζυ­γον.»
«Μή­πως ἐ­ὰν ἐ­πα­νε­ξη­τά­ζα­τε τὸ ζή­τη­μα...»
«Ὄ­χι, ὄ­χι... Ἡ ἀ­πό­φα­σίς μου εἶ­ναι ὁ­ρι­στι­κὴ καὶ ἀ­με­τά­κλη­τος. Ἀ­κού­σα­τε... Θὰ σᾶς φυ­γα­δεύ­σω ἐκ τῆς φυ­λα­κῆς καὶ θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σω­μεν ζεῦ­γος πα­ρά­νο­μον, κα­τα­ζη­τού­με­νον καὶ κα­τα­δι­ω­κό­με­νον ὑ­πὸ τῶν ἀρ­χῶν. Ναί; Ναί!
»Θὰ ζή­σω­μεν εἰς τὴν πα­ρα­νο­μί­αν ὡς φυ­γά­δες... Θὰ εἴ­με­θα βι­αι­ο­πα­θεῖς, αἰχ­μά­λω­τοι τοῦ πά­θους... Ὤ, ναί! Τὰς ἡ­μέ­ρας θὰ δι­α­πράτ­τω­μεν λῃ­στεί­ας τρα­πε­ζῶν καὶ ἄλ­λα συ­να­φῆ κα­κουρ­γή­μα­τα τρί­του βαθ­μοῦ, ἐ­νῷ τὰς νύ­κτας θὰ πα­ρα­δι­δό­με­θα ἀ­συγ­κρά­τη­τοι εἰς ἀ­κραί­ας ἡ­δο­νὰς ἐ­πὶ ῥυ­πα­ρῶν σιν­δό­νων ἀ­θλί­ων ἐ­παρ­χι­α­κῶν ξε­νο­δο­χεί­ων... Καὶ βε­βαί­ως θὰ βά­ψω­μεν τὰς χεῖ­ρας μας εἰς τὸ αἷ­μα. Θὰ δι­α­πρά­ξω­μεν πολ­λοὺς φό­νους, πά­ρα πολ­λούς... Θὰ σκορ­πί­ζω­μεν τὰ χρή­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ ἀ­πο­κο­μί­ζω­μεν ἐκ τῶν λῃ­στει­ῶν δι­ά­γον­τες πο­λυ­τε­λῆ καὶ προ­κλη­τι­κὸν βί­ον... Θὰ πα­ρε­κτρα­πῶ­μεν εἰς ὄρ­γι­α. Ναί, ναί· μὲ ἔμ­φα­σιν εἰς τὰ κτη­νώ­δη ὄρ­γι­α...
»Ἐν τέ­λει θά μὲ ἐ­ξω­θή­ση­τε εἰς τὴν πορ­νεί­αν· ἄχ, ναί, θὰ ἐκ­πλη­ρω­θῇ ἐ­πι­τέ­λους τὸ ὄ­νει­ρόν μου νὰ γί­νω κα­θη­μα­ξευ­μέ­νον γύ­ναι­ον κα­τω­τά­της ὑ­πο­στάθ­μης – κό­φα κοι­νῶς, ἴ­σως μά­λι­στα καὶ πα­λι­ο­σκρό­φα! Καὶ σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, μὴ μοῦ τὸ ἀρ­νη­θῆ­τε· θὰ εἶ­σθε ὁ πορ­νο­βο­σκός μου – ὁ μπε­ζε­βέγ­κης μου, θὰ μὲ ὑ­βρί­ζη­τε σκαι­ῶς: ‘πόρ­νη δι­και­ο­σύ­νη, χα­μαι­τύ­πη!’ καὶ ἄλ­λα τοι­αῦ­τα πα­ρεμ­φε­ρῆ εἰς τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­ρέ­σκο­μαι. Θὰ μὲ ἐ­ξευ­τε­λί­ζη­τε, θὰ μοῦ ἀ­πο­σπᾶ­τε τὰ χρή­μα­τα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, θὰ μὲ δέ­ρε­τε ἀ­συγ­κί­νη­τος, θὰ σᾶς φο­βοῦ­μαι καὶ θὰ εἶ­μαι δού­λη σας. Ἄχ, θὰ πε­ρά­σω­μεν ὡ­ραί­α, τί ὡ­ραί­α! Ἐ­πλά­σθην δι­ὰ τὴν πα­ρα­νο­μί­αν καὶ τὴν τα­πεί­νω­σιν! Θὰ ἐ­κτρο­χι­α­σθῶ­μεν, ἀ­γά­πη μου· θὰ ἐ­ξο­κεί­λω­μεν, θὰ ἀ­πο­χα­λι­νω­θῶ­μεν... Μμμ, δαι­μο­νι­σμέ­νε μου ἐ­ρα­στά· δι­α­τί σι­ω­πᾶ­τε, δὲν εὑ­ρί­σκε­τε ὑ­πέ­ρο­χον τὸ μέλ­λον μας;!»
Ἡ γυ­νὴ πα­ρε­λή­ρη ἕ­ως πα­ρο­ξυ­σμού· ἐ­μαί­νε­το ὑ­πὸ βι­αί­ων, σκο­τει­νῶν πα­θῶν· δὲν εἶ­χεν συ­νεί­δη­σιν τοῦ τί ἔ­λε­γεν.
«Μὲ τρο­μά­ζε­τε, madame...»
«Κο­λα­σμέ­νη μου ἀ­γά­πη, κα­τα­χθό­νι­έ μου τύ­πε! Θὰ πε­ρι­πέ­σω­μεν εἰς πᾶ­σαν ἁ­μαρ­τί­αν καὶ ἀ­νη­θι­κό­τη­τα, θὰ γί­νω­μεν οἱ αἰ­σχρό­τε­ροι τῶν αἰ­σχρο­τέ­ρων, οἱ ἀ­χρει­ό­τε­ροι τῶν ἀ­χρει­ο­τέ­ρων, ἕ­ως ὅ­του...»
«Ἕ­ως ὅ­του;»
«Ἕ­ως ὅ­του μί­αν ἑ­σπέ­ραν κα­τὰ τὴν δύ­σιν τοῦ ἡ­λί­ου, τὰ ὁ­πλο­πο­λυ­βό­λα τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας θὰ θε­ρί­σουν τὰ πτω­χά μας σώ­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­μως προ­η­γου­μέ­νως θὰ ἔ­χουν προ­λά­βει νὰ δρέ­ψουν ὅ­λας τὰς ἡ­δο­νάς! Λοι­πόν; Δὲν εἶ­ναι συ­ναρ­πα­στι­κόν;»
Ἡ γυ­νὴ ἦ­το τε­λεί­ως πα­ρά­φρων. Εἶ­χον ἀ­πω­λέ­σει πᾶ­σαν ἐλ­πί­δα ὅ­τι θὰ ἐ­τύγ­χα­νον ἀ­με­ρο­λή­πτου δί­κης καὶ ὅ­τι θὰ ἠ­θω­ού­μην... Δὲν ἤλ­πι­ζον πλέ­ον εἰς τὴν δι­και­ο­σύ­νην.
«Λυ­ποῦ­μαι, ἀλ­λὰ προ­τι­μῶ τὴν ἀ­σφά­λει­αν τῶν φυ­λα­κῶν,» εἶ­πα.


   




Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

43. Ἡ σκληρὰ ἀνάκρισις.



καὶ ἡ σκλη­ρὰ ἀ­νά­κρι­σις ἐ­συ­νε­χί­ζε­το ἐ­πὶ ἡ­μέ­ρας πολ­λάς, ἐ­ρω­τοῦ­σα πά­λιν καὶ πά­λιν τὰς ἰ­δί­ας καὶ ἄλ­λας λε­πτο­με­ρεί­ας, ἐ­πι­δι­ώ­κου­σα νὰ ἐν­το­πί­σῃ ἀ­σα­φεί­ας, χά­σμα­τα καὶ ἀν­τι­θέ­σεις εἰς τὰς κα­τα­θέ­σεις μου. Ἦ­το εἰς μί­αν τοι­αύ­την πο­λύ­ω­ρον ἐ­ξου­θε­νω­τι­κὴν ἀ­νά­κρι­σιν κα­θ’ ἥν μὲ εἶ­χεν κα­θη­λώ­σει ὑ­πτί­ως χα­μαί, πα­τοῦ­σα μὲ τὸ αἰχ­μη­ρὸν τα­κού­νι τοῡ μπο­τι­νι­οῦ της τὸ στῆ­θός μου, ἐ­πι­μέ­νου­σα:
«Ὁ­μο­λο­γή­σα­τε ἐ­πι­τέ­λους νὰ τε­λει­ώ­νω­μεν· ὁ­μο­μο­λο­γή­σα­τε ὅ­τι εἰς τὸ μέλ­λον θὰ δι­α­πρά­ξη­τε τρεῖς φό­νους εἰς τὸ μπὰρ ‘Ντό’ τὸ ὁ­ποῖ­ον θὰ δι­α­τη­ρῇ ὁ Τον­τὸλ Μπαρ­ντό.»
Ὅ­μως δεν τὴν ἤ­κου­ον, δι­ό­τι –ὦ θε­οί!– ὑ­πο­κά­τω­θεν τοῦ βρα­χέ­ως τα­γι­ὲρ ἔ­βλε­πον τὴν με­γά­λην εἰ­σαγ­γε­λι­κὴν κλει­το­ρί­δα ἑ­λισ­σο­μέ­νην ὡς μέ­γας σκώ­ληξ, τὴν βα­θεῖ­αν ἠ­βι­κήν της αὔ­λα­κα κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ τὰ ἐν­τυ­πω­σι­α­κὰ σαρ­κώ­δη χεί­λη, κα­θό­σον ἡ δι­κα­στι­κὸς λει­τουρ­γὸς οὐ­δό­λως ἐ­φό­ρει ἐ­σώ­ρου­χα!
Ἀν­τε­λή­φθη τὸ προ­ση­λω­μέ­νον εἰς τὸ αἰδοῖ­ον της βλέμ­μα μου καὶ ἐ­φώ­να­ξεν:
«Ἀ­νώ­μα­λε ἡ­δο­νο­βλε­ψί­α! Κοι­τά­ζε­τε τ’ ἀ­πό­κρυ­φά μου μέ­ρη, ἔ; –χλάτς!- Σᾶς δι­ε­γεί­ρει τὸ γεν­νη­τι­κόν μου μό­ρι­ον; Ὤ­ω.., μὴν τὸ ἀρ­νεῖ­σθε· τὸ ἐ­ξόγ­κω­μα εἰς τὴν πε­ρι­σκε­λί­δα σας δὲν ἀ­φή­νει πε­ρι­θώ­ρι­α πα­ρερ­μη­νεί­ας. Ὁ ἠ­ρε­θι­σμέ­νος φαλ­λός σας σᾶς προ­έ­δω­κεν!»
Ἠ­σθάν­θην με­γά­λην ἐν­τρο­πὴν κι ἔ­γι­να κα­τέ­ρυ­θρος ἐκ τῆς αἰ­σχύ­νης.
«Ζη­τῶ συγ­γνώ­μην, δὲν τὸ ἐ­πε­δί­ω­ξα.., ὅ­λως τυ­χαί­ως τὸ βλέμ­μα μου ἔ­πε­σεν... Ἐξ ἄλ­λου δὲν δι­έ­κρι­να καὶ πολ­λὰ πράγ­μα­τα...» ἐ­πά­σχι­ζον νὰ δι­και­ο­λο­γη­θῶ ψελ­λί­ζων.
«Εἶ­σθε φι­λο­γύ­νης. Μὲ πο­θεῖ­τε, μὲ πο­θεῖ­τε σφο­δρῶς! Πα­ρα­δε­χθεῖ­τε το, ἄ­θλι­ε!» ἐ­κραύ­γα­σεν ὑ­στε­ρι­κῶς, καὶ ἀ­πο­τό­μως ἐ­δρά­ξα­το τὸ πέ­ος μου. «Mon Dieu! Τί μέ­γε­θος, τί μέ­γε­θος!» ἔ­κα­μεν μὲ ἔ­ξα­ψιν πε­ρι­σφίγ­γου­σα τὸν φαλ­λὸν πα­ρα­φό­ρως. «Ὁ­μο­λο­γή­σα­τε τὴν αἰ­σχρὰν ἐ­πι­θυ­μί­αν σας! Θέ­λε­τε νὰ μὲ βι­ά­ση­τε κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψιν· να μὲ σο­δο­μή­ση­τε ἀ­νη­λε­ῶς κι ἀ­γρί­ως.»
«Πρὸς θε­οῦ! Οὔ­τε κα­τὰ δι­ά­νοι­αν! Ἐ­γὼ τι­μῶ τὴν δι­και­ο­σύ­νην καὶ σᾶς ἔ­χω πε­ρὶ πολ­λοῦ»
«Ὄ­χι, ὄ­χι! Θέ­λε­τε νὰ μ’ ἐκ­πορ­νεύ­ση­τε, νὰ μὲ πα­ρα­σύ­ρη­τε εἰς φρι­κτὰς ἀ­κο­λα­σί­ας, νὰ δι­α­πρά­ξη­τε ἀ­κα­τα­νό­μα­στα ὄρ­γι­α ἐ­πὶ τοῦ σώ­μα­τός μου, να μὲ βακ­χεύ­ση­τε κα­τὰ συρ­ρο­ὴν καὶ κα­θ’ ὑ­πο­τρο­πήν. Ἔ; Δὲν τὸ θέ­λε­τε;»
«Τί νὰ εἴ­πω...»
«Μὴν εἰ­πῆ­τε ὄ­χι.»
«Ἄν ἐ­πι­μέ­νε­τε...»
«Χά! Ὁ­μο­λο­γεῖ­τε, λοι­πόν!» Καὶ σφίγ­γου­σα νευ­ρι­κῶς τὴν λα­βήν: «Τί καυ­λός! Τί κραταιὸς καυ­λός!»
Ὡς νὰ συ­νῆλ­θεν αἴφ­νης ἐκ τοῦ πα­ρο­ξυ­σμοῦ, ἠ­γέρ­θη καὶ ἀ­πε­χώ­ρη­σεν τρο­χά­δην...
Εἶ­χα μεί­νει ἄ­φω­νος!
Τζζτ-τζζτ!