Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

14. Το φονικό στο piano-bar


(ακούγονται οι πρώτες νότες του πιάνου)
Α.­.! Η F­a­n­t­a­s­ie i­m­p­r­o­m­p­tu. Θα μου φέ­ρει δά­κρυ­α στα μά­τια· ο C­h­o­p­in θα ή­ταν α­πό τους α­γα­πη­μέ­νους μου. Θα προ­σπα­θή­σω να μη σκέ­φτο­μαι το θά­να­το· θα συγ­κεν­τρω­θώ στη μου­σι­κή. Ο A­l­f­r­ed θα εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κός δε­ξι­ο­τέ­χνης. Τα μα­κριά του δά­χτυ­λα θ’ α­πε­λευ­θε­ρώ­νουν δε­κά­δες α­νά­λα­φρες, πο­λύ­χρω­μες πε­τα­λού­δες που θα πε­τούν ο­λό­γυ­ρά μου, θα κα­λύ­πτουν τα χέ­ρια μου, το κορ­μί μου, θα μου χα­ϊ­δεύ­ουν το πρό­σω­πο, τα βλέ­φα­ρα. Θα πε­τούν στο χώ­ρο του υ­πο­γεί­ου, θα ζουν για λί­γες στιγ­μές, και με­τά θα πέ­φτουν α­πα­λά κι α­θό­ρυ­βα στο τσι­μεν­τέ­νιο δά­πε­δο.
‘Πό­σο ευ­αί­σθη­τη, πό­σο α­κρι­βή και σπά­νια εί­ναι η ζω­ή!’ θ’ α­να­λο­γι­στώ. ‘Πό­σο ευ­ά­λω­τοι εί­μα­στε.­.. Ζού­με σχε­δόν σαν α­πό θαύ­μα.’ Θα κλαί­ω βου­βά, θα θρη­νώ τον ε­αυ­τό μου, το θά­να­τό μου, για­τί δε θα υ­πάρ­χει άλ­λος να με θρη­νή­σει. ‘Μια με­τα­χει­ρι­σμέ­νη ο­δον­το­γλυ­φί­δα στα δά­χτυ­λα του θα­νά­του εί­μα­στε, που την τσα­κί­ζει α­δι­ά­φο­ρα.’ Οι κα­η­μέ­νες νό­τες-πε­τα­λού­δες θα βά­ζουν ό­λες μα­ζί τις ε­λά­χι­στες δυ­νά­μεις τους για να ση­κώ­σουν το βά­ρος που θα συν­θλί­βει το στή­θος μου και ω.., ναι! Θα τα κα­τα­φέ­ρουν για λί­γο. Ναι, η μου­σι­κή θα εί­ναι η μό­νη που θα μας πα­ρη­γο­ρεί για τον α­μεί­λι­κτο θά­να­το που μας πε­ρι­μέ­νει. Θα κά­νει λί­γο πιο υ­πο­φερ­τή τη θλι­βε­ρή ζω­ή μας.
Οι πε­τα­λού­δες θα πε­τούν γύ­ρω μου, θα γε­μί­ζουν με χρώ­μα­τα τα μά­τια μου, θ’ α­πο­κα­λύ­πτουν με τον ή­χο τους μια δρο­σε­ρή, πα­ρή­γο­ρη σι­ω­πή.
Ξαφ­νι­κά η πόρ­τα του υ­πο­γεί­ου θ’ α­νοί­ξει και θα ει­σβά­λει μια θο­ρυ­βώ­δης πα­ρέ­α πεντ’ έ­ξι αν­τρών και γυ­ναι­κών γύ­ρω στα τριά­ντα, φο­ρών­τας πα­νά­κρι­βα ρού­χα και κο­σμή­μα­τα, που δε θα ται­ριά­ζουν κα­θό­λου με το πε­ρι­βάλ­λον. Στο πρό­σω­πο ε­νός α­πό αυ­τούς θ’ α­να­γνω­ρί­σω τον ι­δι­ο­κτή­τη μιας πο­δο­σφαι­ρι­κής ο­μά­δας και γιο γνω­στού τρα­πε­ζί­τη. Μα­ζί τους θα έ­χουν και δύ­ο σω­μα­το­φύ­λα­κες με μαύ­ρα κου­στού­μια και μαύ­ρα γυα­λιά.
Ο Μπάρ­ντο θα τρέ­ξει να τους ε­ξυ­πη­ρε­τή­σει και να τους προ­σφέ­ρει τρα­πέ­ζι. Θα κά­τσουν, θα πα­ραγ­γεί­λουν σαμ­πά­νι­ες, ο γιος του τρα­πε­ζί­τη θα α­πλώ­σει κο­κα­ΐ­νη στο τρα­πέ­ζι και θα σνι­φά­ρουν ό­λοι. Θα εί­ναι ή­δη φτι­αγ­μέ­νοι. Οι μπρά­βοι τους θα στέ­κουν όρ­θιοι πί­σω τους στυ­γε­ροί κι α­νέκ­φρα­στοι με τα χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να στο στή­θος.
Θα στρα­φώ και πά­λι προς τον A­l­f­r­ed. Ό­μως ο γιος του τρα­πε­ζί­τη -που η θρα­σύ­τη­τα και η χυ­δαι­ό­τη­τα δε θα εύ­ρι­σκαν κα­ταλ­λη­λό­τε­ρο πρό­σω­πο για να εκ­φρα­στούν α­πό το δι­κό του- θα βά­λει τα δά­χτυ­λά του στο στό­μα και θα σφυ­ρί­ξει πα­ρα­τε­τα­μέ­να μ’ ό­λη του τη δύ­να­μη. Ο A­l­f­r­ed θα κα­τορ­θώ­σει να δι­α­τη­ρή­σει τη συγ­κέν­τρω­σή του και να συ­νε­χί­σει.
Μαύ­ρη, κα­κή α­χλύς θ’ αρ­χί­σει να μα­ζεύ­ε­ται· θα δω το δο­κά­ρι της ο­ρο­φής και τους τοί­χους ραν­τι­σμέ­να με αί­μα­τα.
«Τι μα­λα­κί­ες μου­σι­κή εί­ναι αυ­τή που παί­ζεις! Παί­ξε κα­νέ­να b­e­at!» θα φω­νά­ξει με προ­κλη­τι­κή α­ναί­δεια και ε­ξορ­γι­στι­κή α­σχε­το­σύ­νη.
Ο A­l­f­r­ed για δεύ­τε­ρη φο­ρά θα τον α­γνο­ή­σει και θα συ­νε­χί­σει. Ο ά­ξε­στος άν­τρας ση­μα­δεύ­ον­τάς τον με μια σαμ­πά­νια, θα την α­νοί­ξει και θα τον πε­τύ­χει με το πώ­μα στο κε­φά­λι. Η πα­ρέ­α του θα χει­ρο­κρο­τή­σει για την ευ­στο­χί­α του και θα ξε­σπά­σει σε μα­νια­κά, α­ναί­σχυν­τα γέ­λια που θα τους φέ­ρουν δά­κρυ­α στα μά­τια. Ξαφ­νι­κά θα παύ­σει κά­θε ή­χος· τα πρό­σω­πά τους θα εί­ναι πα­ρα­μορ­φω­μέ­να· θα εί­ναι σαν να υ­πο­φέ­ρουν πο­λύ, σαν να θρη­νούν.  Η σκη­νή θα μου θυ­μί­ζει τη μνη­στη­ρο­φο­νί­α της Ο­δύσ­σειας. Ο A­l­f­r­ed θα έ­χει στα­μα­τή­σει και θα έ­χει α­κουμ­πή­σει ή­ρε­μα τις πα­λά­μες του στα γό­να­τά του.
Αυ­τό που θα συμ­βεί στη συ­νέ­χεια θα έ­χει ή­δη συμ­βεί. Το πε­πρω­μέ­νο θα εί­ναι πα­ρόν κα­τα­με­σής στην αί­θου­σα αλ­λά δε θα το βλέ­που­με, για­τί θα εί­ναι κα­τά­φω­ρα φα­νε­ρό.
Ο γιος του τρα­πε­ζί­τη και πρό­ε­δρος με­γά­λης πο­δο­σφαι­ρι­κής ο­μά­δας θα πλη­σιά­σει τον A­l­f­r­ed, θα βγά­λει έ­να μι­κρό, α­ση­μέ­νιο πι­στό­λι α­π’ την ε­σω­τε­ρι­κή τσέ­πη του σα­κα­κιού του και θα του το κολ­λή­σει στο μέ­τω­πο. Νε­κρι­κή η­συ­χί­α θα ε­πι­κρα­τή­σει στην αί­θου­σα. Οι μπρά­βοι θ’ αγ­γί­ξουν τις λα­βές των ό­πλων τους.
«Παί­ξε, b­e­at
Ο A­l­f­r­ed θα κά­θε­ται στη­τός και θα κοι­τά­ζει ί­σα μπρο­στά του με α­μεί­λι­κτη α­ξι­ο­πρέ­πεια.
«Παί­ξε ή θα πε­θά­νεις!»
Ού­τε βλέ­φα­ρο α­πό τον A­l­f­r­ed δε θα σα­λέ­ψει. Θα εί­ναι α­πο­φα­σι­σμέ­νος να πε­θά­νει πα­ρά να προ­δώ­σει τη μου­σι­κή. Ό­λοι θα κρα­τούν την α­να­πνο­ή τους. Θ’ α­κου­στεί τό­τε μια φω­νή που θα ’ρ­χε­ται α­πό πο­λύ μα­κριά, α­πό έ­ναν άλ­λον κό­σμο.­..
«Ά­φη­σε ή­συ­χο τον A­l­f­r­ed, και φύ­γε­τε α­πό το μα­γα­ζί ε­σύ και η πα­ρέ­α σου.»
Μ’ έκ­πλη­ξη θα δι­α­πι­στώ­σω ό­τι εί­ναι η δι­κή μου φω­νή. Θα πα­ρα­κο­λου­θώ μί­α-μί­α τις λέ­ξεις να βγαί­νουν α­βί­α­στα α­π’ το στό­μα μου μό­νες τους, λεί­ες, και να κρέ­μον­ται με­τέ­ω­ρες, ά­χρω­μες σαν πα­γε­ροί στα­λα­κτί­τες στο μέ­σον της αί­θου­σας. Οι μπρά­βοι θα τρα­βή­ξουν τα ό­πλα τους και θα με ση­μα­δέ­ψουν.
Ο γιος του τρα­πε­ζί­τη θα στρα­φεί με ύ­φος ει­λι­κρι­νούς α­πο­ρί­ας:
«Ποι­α μί­λη­σε;­!»
«Ε­γώ.­.­.»
«Θέ­λεις να πε­θά­νεις;»
«Ό­λοι θα πε­θά­νου­με.., αυτό είναι γνωστό. Ε­κεί­νο που μένει να μάθουμε εί­ναι ποι­ος α­π’ τους δυ­ό μας θα πε­θά­νει πρώ­τος»
Ο K­r­i­ll θα τρέ­ξει κον­τά μου:
«Λάρ­ρα, τρε­λά­θη­κες;! Ξέ­ρεις ποι­οι εί­ναι; Θα σε σκο­τώ­σουν· δεν α­στει­εύ­ον­ται!»
«Μην α­να­κα­τεύ­ε­σαι, K­r­i­ll. Δεν εί­ναι δι­κή σου δου­λειά. Πή­γαι­νε.­.­.» θα πω α­πο­μα­κρύ­νον­τάς τον. Θα κοι­τά­ξω το ρο­λό­ι μου και θα πω ή­ρε­μα προς τον γιο του τρα­πε­ζί­τη: «Σου δί­νω πέν­τε δευ­τε­ρό­λε­πτα να φύ­γεις ε­σύ κι η πα­ρέ­α σου.»
«Ποι­α στο δι­ά­ο­λο εί­σαι ’­συ;» θα με ρω­τή­σει.
Δε θα βια­στώ ν’ α­παν­τή­σω. Θα γε­μί­σω το πο­τή­ρι μου αρ­γά, θα πι­ω και με­τά θα πω:
«Εί­μαι κά­ποι­α που ά­κου­γε την α­γα­πη­μέ­νη της μου­σι­κή, και ήρ­θες ε­σύ -έ­να τσο­γλά­νι- και της στέ­ρη­σες την α­πό­λαυ­ση.»
«Θα σε σκο­τώ­σω.» θα πει στρέ­φον­τας το ό­πλο του ε­ναν­τί­ον μου.
«Δεν μπο­ρείς.­.­.» θα ψι­θυ­ρί­σω, «εί­μαι ή­δη νε­κρή.»
«Τι εί­πες;­!»
«­.­.­.»
Δε θα έ­χω βού­λη­ση, δε θα σκέ­φτο­μαι, δε θα αι­σθά­νο­μαι τί­πο­τα. Πα­νί­σχυ­ρες ρο­ές θα ξε­χυ­θούν μέ­σα στα μέ­λη μου και θα με συμ­πα­ρα­σύ­ρουν στην πε­λώ­ρια κο­σμι­κή χο­ρο­γρα­φί­α που ό­λοι μας χο­ρεύ­ου­με χω­ρίς να το θέ­λου­με και χω­ρίς να το ξέ­ρου­με. Το σώ­μα μου θα εί­ναι τυ­φλό όρ­γα­νο της μοί­ρας. Θ’ α­κού­ω κα­θα­ρά τη φω­νή και θα με συ­νε­παίρ­νει η πνο­ή που θ’ α­φη­γεί­ται τη ζω­ή μου. Θα ταυ­τί­ζο­μαι α­πό­λυ­τα με ό,τι μου εί­ναι γραμ­μέ­νο.
Μέ­σα σε μια στιγ­μή θα συμ­βούν ό­λα: Θα δω το σώ­μα μου να τι­νά­ζε­ται σε αρ­γή, α­έ­ρι­νη κί­νη­ση, να πε­ρι­στρέ­φε­ται, το χέ­ρι μου να γυ­ρί­ζει πί­σω στη μέ­ση μου και να τρα­βά το πι­στό­λι.­.. Θα δω τέσ­σε­ρις σφαί­ρες κα­τα­σκευ­α­σμέ­νες α­πό το πιο σκλη­ρό υ­λι­κό του κό­σμου -την ορ­γή- να βγαί­νουν α­πό την κά­νη προ­ω­θού­με­νες α­πό την πιο ε­κρη­κτι­κή ύ­λη – τον κα­τα­πι­ε­σμέ­νο θυ­μό δε­κα­ε­τι­ών! Θα τις δω να κα­τευ­θύ­νον­ται α­να­πό­τρε­πτα ε­ναν­τί­ον ε­κεί­νων που στέ­ρη­σαν τη μου­σι­κή α­πό τις ζω­ές μας και μας έ­κα­ναν δυ­στυ­χι­σμέ­νους. Οι δύ­ο πρώ­τες θα μπουν στα μά­τια του άν­τρα που ή­θε­λε τα b­e­at. Κι α­μέ­σως με­τά, τα μαύ­ρα γυα­λιά των δύ­ο μπρά­βων θα τι­να­χτούν μα­κριά σπα­σμέ­να στη μέ­ση α­πο­κα­λύ­πτον­τας τα έκ­πλη­κτα μά­τια τους και μί­α κόκ­κι­νη τρυ­πού­λα α­κρι­βώς στο πά­νω ση­μεί­ο της μύ­της, α­νά­με­σα στα μά­τια. 
Θα χρεια­στούν με­ρι­κά δευ­τε­ρό­λε­πτα μέ­χρι το κοι­νό της υ­πό­γειας αί­θου­σας να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει τι α­κρι­βώς συ­νέ­βη.­.. Α­μέ­σως με­τά α­να­πο­δο­γυ­ρί­ζον­τας κα­ρέ­κλες και τρα­πέ­ζια θα στρι­μω­χτούν ό­λοι στην έξοδο και θα βγουν στον δρό­μο τρέ­χον­τας.
Στο ά­δει­ο υ­πό­γει­ο θα μεί­νου­με τρεις: ο A­l­f­r­ed, ο K­r­i­ll, κι ε­γώ· θα κοι­τα­ζό­μα­στε με­τα­ξύ μας, ε­νώ στα πό­δια μας θα κεί­τον­ται τρί­α πτώ­μα­τα.
«Εί­σαι πο­λύ κα­λός ε­κτε­λε­στής,» θα πει ο A­l­f­r­ed χα­μο­γε­λών­τας. «Πα­ρα­κα­λώ κα­θί­στε! Μας δι­έ­κο­ψαν, αλ­λά μην α­νη­συ­χεί­τε, θα ξα­να­παί­ξω το κομ­μά­τι α­πό την αρ­χή.»
Ο K­r­i­ll ό­μως θ’ α­νη­συ­χεί:
«Θα ’ρ­θουν οι μπά­τσοι.»
«Ό,τι και να γί­νει, η μου­σι­κή προ­η­γεί­ται.» θα πει α­πο­φα­σι­στι­κά ο A­l­f­r­ed.
Θα εί­ναι μια υ­πέ­ρο­χη ε­κτέ­λε­ση. Στο τέ­λος θα χει­ρο­κρο­τή­σω· θ’ α­νέ­βου­με πά­νω, θ’ α­πο­χαι­ρε­τή­σου­με τον A­l­f­r­ed, και θα κα­βα­λή­σου­με τη μο­το­συ­κλέ­τα. Κα­θώς θ’ α­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε θ’ α­κού­σου­με πί­σω μας τις σει­ρή­νες των πε­ρι­πο­λι­κών που θα κα­τα­φθά­νουν στο p­i­a­no-b­ar ό­που θα εί­χε συμβεί το τρι­πλό φο­νι­κό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου