Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

3. Η Αθήνα του 2025 μ.Χ.

Θα βα­δί­ζω και τα βή­μα­τα δε θα ’­ναι δι­κά μου· θα βα­δί­ζω σαν άλ­λη, σαν υ­πνο­βά­της, ή κα­λύ­τε­ρα σαν ό­νει­ρο υ­πνο­βά­τη, ά­σκο­πα, χω­ρίς να ξέ­ρω πού πά­ω, ώ­ρες α­τέ­λει­ω­τες, χω­ρίς να αι­σθά­νο­μαι κού­ρα­ση, για­τί θα ’­μαι ο­λό­κλη­ρη μια κού­ρα­ση, χω­ρίς να αι­σθά­νο­μαι δί­ψα, για­τί θα ’­μαι η δί­ψα.­.. Θα εί­ναι α­πό­γευ­μα, θα βρα­διά­ζει κι η ζέ­στη θα κρέ­με­ται πά­νω α­πό την πό­λη σαν τε­ρά­στια, μωβ αι­μορ­ρο­ΐ­δα· ο Θε­ός θα μας έ­χει εν­τε­λώς χε­σμέ­νους. Στους εν­τε­λώς έ­ρη­μους και στε­νούς σαν φα­ράγ­για δρό­μους θ’ αν­τη­χεί πα­ρά­ξε­να η με­τά­δο­ση κά­ποι­ου πο­δο­σφαι­ρι­κού α­γώ­να που θ’ α­κού­γε­ται α­πό τα μπαλ­κό­νια των πο­λυ­κα­τοι­κι­ών. Θα νι­ώ­θω ξέ­νη· ξέ­νη σ’ αυ­τή την πό­λη, ξέ­νη μέ­σα σ’ αυ­τό το σώ­μα που θα ’­χει καρ­κί­νο, ε­ξο­ρι­σμέ­νη ε­δώ στον κό­σμο και στη ζω­ή.
Μπι­ι­ι­ι­ίπ! Θ’ α­κού­σω έ­να ε­πί­μο­νο κορ­νά­ρι­σμα, λά­στι­χα να στριγ­γλί­ζουν και θα δω έ­να αυ­το­κί­νη­το να στα­μα­τά δέ­κα ε­κα­το­στά δε­ξιά μου. Θα στέ­κω ε­κεί, στη μέ­ση του δρό­μου, χα­μέ­νη, σαν κού­τσου­ρο.­..
«Θες να πε­θά­νεις;­!» θα ουρ­λιά­ξει ορ­γι­σμέ­να ο ο­δη­γός.
«Ό­χι!» θα ψι­θυ­ρί­σω.
«Ε, άν­τε πη­δή­ξου τό­τε!» θα με βρί­σει και θα φύ­γει σπι­νά­ρον­τας α­να­τρι­χι­α­στι­κά.
Θα συ­νε­χί­σω.­., θα συ­νε­χί­σω να περ­πα­τώ, ώ­σπου κά­ποι­α στιγ­μή θα συ­ναν­τή­σω μπρο­στά μου μια κα­φε­τέ­ρια που θα ’­χει κα­τα­λά­βει ό­λο το πε­ζο­δρό­μιο με τρα­πέ­ζια, που θα ’­ναι γε­μά­τα με ο­πα­δούς, με τα μά­τια καρ­φω­μέ­να σε μια τε­ρά­στια ο­θό­νη p­l­a­s­ma πα­ρα­κο­λου­θών­τας κά­ποι­ο πο­δο­σφαι­ρι­κό α­γώ­να. Θα κα­θίσω μη­χα­νι­κά και θ’ α­κουμ­πή­σω τον ά­σπρο φά­κε­λο στο τρα­πέ­ζι. Θα χα­ϊ­δέ­ψω με τα δά­χτυ­λα μου το μέ­τω­πό μου. ‘Ε­δώ μέ­σα εί­ναι.­., σαν μπά­λα του γκολφ.­..’
«Τι θα πά­ρε­τε;»
«Ε.­.­;»
«Θα πα­ραγ­γεί­λε­τε κά­τι;»
«Έ­να μπου­κά­λι νε­ρό.»
Θα βγά­λω λί­γο την το­μο­γρα­φί­α α­πό το φά­κε­λο και θα κοι­τά­ξω το μι­κρό ά­σπρο κύ­κλο. Θ’ α­πο­ρή­σω πώς ο τρο­μα­κτι­κός θά­να­τος θ’ α­πει­κο­νί­ζε­ται α­πλώς με μια πιο φω­τει­νή δι­α­βάθ­μι­ση στο α­σπρό­μαυ­ρο φιλμ της α­κτι­νο­γρα­φί­ας.
Ο σερ­βι­τό­ρος θα φέ­ρει το νε­ρό και κοι­τά­ζον­τας προς την τη­λε­ό­ρα­ση θα το α­νοί­ξει α­πρό­σε­κτα· το μπου­κά­λι θα πέ­σει και θα βρέ­ξει το φά­κε­λο.­..
«Ω, συγ­γνώ­μη! Θα φέ­ρω άλ­λο.»
«Ό­χι δεν πει­ρά­ζει.»
«Κα­λά.»
Το νε­ρό θα μα­ζευ­τεί σε λι­μνού­λες στην ε­πι­φά­νεια της το­μο­γρα­φί­ας. Θα σύ­ρω το δά­χτυ­λό μου α­πό την μί­α στην άλ­λη ε­νώ­νον­τάς τες. ‘Τρι­χο­ει­δές φαι­νό­με­νο, υ­δρό­φο­βο υ­λι­κό,’ θα πα­ρα­τη­ρή­σω. Θα τρί­ψω με το δά­χτυ­λό μου τον λευ­κό κύ­κλο που θ’ α­πει­κο­νί­ζει τον όγ­κο λες και μ’ αυ­τόν τον τρό­πο θα μπο­ρού­σα να τον σβή­σω και να θε­ρα­πευ­τώ.
«Ά­α­α­α­αχ.­.­!» θ’ α­κου­στεί μια μυ­ρι­ό­στο­μη κραυ­γή α­πο­γο­ή­τευ­σης και θα πε­τα­χτούν ό­λοι όρ­θιοι! Θα τρο­μά­ξω. Τρα­πέ­ζια θ’ α­να­πο­δο­γυ­ρί­σουν, πο­τή­ρια θα σπά­σουν. ‘Τι έ­γι­νε;’
«Ό­χι, ρε πού­στη μου!»
«Το ’­χα­σε ο μα­λά­κας!»
«Να­α­ά.­., μα­λά­κα!» δε­κά­δες τεν­τω­μέ­να χέ­ρια θα μουν­τζώ­νουν την ο­θό­νη.
Η ο­μά­δα τους θα εί­χε χά­σει κά­ποι­α ευ­και­ρί­α.
Μό­λις θα κα­τα­σι­γά­σει ο θό­ρυ­βος, οι α­παί­σι­ες σκέ­ψεις θα ε­πι­στρέ­ψουν σαν μαύ­ρα όρ­νια στο ξε­ρα­μέ­νο δέν­τρο της ύ­παρ­ξής μου: ‘Ποι­ος θα ’ρ­θει στην κη­δεί­α μου; Μό­νο ο K­r­i­ll… Η μά­να μου; Μπα, ό­χι! Αυ­τό α­πο­κλεί­ε­ται. Θε μου, θα ’­ναι μια πο­λύ θλι­βε­ρή κη­δεί­α.­.. Μό­νο ο K­r­i­ll, ο πα­πάς, κι οι νε­κρο­θά­φτες.­.. Ο ή­λιος θα καρ­φώ­νει τα σι­δε­ρέ­νια κον­τά­ρια του στην ξε­ρή γη. Ο πα­πάς θα βι­ά­ζε­ται για­τί θα ξέ­ρει ό­τι δεν θα πρό­κει­ται να πά­ρει φι­λο­δώ­ρη­μα· ποι­ος θα του δώ­σει; Ο K­r­i­ll?! Χα.­.! Το φέ­ρε­τρο θα εί­ναι το πιο φθη­νό που θα υ­πάρ­χει· σα­νι­δέ­νιο. Οι νε­κρο­θά­φτες θα πιά­σουν δου­λειά α­μέ­σως. Θα φτύ­σουν τις πα­λά­μες τους και θ’ αρ­χί­σουν να φτυ­α­ρί­ζουν βλα­στη­μών­τας τον καύ­σω­να. Ο α­πό­το­μος θό­ρυ­βος της πρώ­της φτυα­ριάς πά­νω στο ξύ­λι­νο φέ­ρε­τρο θα ’­χει κά­τι το τρο­μα­κτι­κά τε­λε­σί­δι­κο. Κα­νέ­νας δε θα πλη­ρώ­σει για να μου φτιά­ξουν έ­να μνή­μα με το ό­νο­μά μου, την η­με­ρο­μη­νί­α γέν­νη­σης και θα­νά­του μου. Ο τά­φος μου θα ’­ναι έ­νας α­νώ­νυ­μος σω­ρός χώ­μα. Κα­νείς δε θα ξέ­ρει ό­τι πέ­ρα­σα α­π’ τη ζω­ή, ό­τι ο­νο­μα­ζό­μουν Λάρ­ρα, ό­τι εί­δα τα δέν­τρα, τα που­λιά, ά­κου­σα κά­πο­τε τον ή­χο των κυ­μά­των.­.. Θα με θυ­μη­θεί πο­τέ κα­νείς; Μπα! Ποι­ος; Για­τί; Τι έ­χω κά­νει στη ζω­ή μου; Τί­πο­τα. Η B­l­u­ma? Θα με θυ­μη­θεί ά­ρα­γε με­τά α­πό χρό­νια; Θα με θυ­μά­ται κα­μιά φο­ρά; Ω, θα με πα­ρη­γο­ρού­σε λί­γο αν θα ή­ξε­ρα ό­τι με θυ­μά­ται ­πού και ­πού.­..’
Θα ση­κω­θώ και θ’ αρ­χί­σω πά­λι να βα­δί­ζω· θα δι­ψώ· νε­ρό θα εί­χα ξε­χά­σει να πι­ω.­.. Ε­φι­αλ­τι­κές σκέ­ψεις θα περ­νούν α­π’ το μυα­λό μου:
‘Του χρό­νου τέ­τοι­α μέ­ρα, 20 Ι­ου­νί­ου 2025, το πτώ­μα μου θα εί­ναι α­πο­συν­τε­θει­μέ­νο. Θα ’­μαι φρι­χτό θέ­α­μα! Πό­τε θα με ξε­θά­ψουν για την α­πο­κο­μι­δή των ο­στών; Χρει­ά­ζον­ται τους τά­φους· υ­πάρ­χει ζή­τη­ση· στοι­χί­ζουν. Θα βά­λουν τα κό­κα­λά μου σ’ έ­να τε­νε­κε­δέ­νιο κου­τί, ή θα τα πε­τά­ξουν σε κα­μιά σκο­τει­νή κα­τα­βό­θρα με χι­λιά­δες άλ­λα. Θα λι­ώ­σω γρή­γο­ρα; Ό­χι με τη χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α. Τα μαλ­λιά μέ­νουν, αλ­λά ε­γώ δε θα ’­χω μαλ­λιά. Θα προ­τι­μού­σα την α­πο­τέ­φρω­ση’
«Ι­α­α­α­α­α­α­ά.­.­!»
Μια ου­ρα­νο­μή­κης ια­χή θα τι­να­χτεί α­π’ ό­λη την πό­λη και σε λί­γα λε­πτά ε­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες κρε­τί­νοι θα ξε­χυ­θούν στους δρό­μους πα­νη­γυ­ρί­ζον­τας. Θα ζουν στον κό­σμο τους κι ε­γώ στο δι­κό μου.
Έ­νας κτη­νώ­δης τύ­πος, που θα βρω­μά­ει μπύ­ρα και ι­δρώ­τα, θα μ’ αγ­κα­λιά­σει σφι­χτά και ση­κώ­νον­τάς με στον α­έ­ρα και θα με φι­λή­σει στο στό­μα φω­νά­ζον­τάς μου κα­τα­πρό­σω­πο:
«Το πή­ρα­με το γα­μη­μέ­νο! Το πή­ρα­με­ε­ε!»
Θα του χώ­σω μια γο­να­τιά στ’ αρ­χί­δια και θα τον α­φή­σω ξε­ρό.  Θα βα­δί­ζω μέ­σα στο έ­ξαλ­λο πλή­θος.­.. ‘Για­τί.­., για­τί ε­γώ κι ό­χι κά­ποι­ος άλ­λος; Έ­νας α­π’ ό­λους αυ­τούς, έ­νας γέ­ρος, η μά­να μου.­.. Εί­ναι ά­δι­κο να πε­θά­νω, ά­δι­κο για­τί δεν έ­ζη­σα, δεν πρό­λα­βα να ζή­σω.­..’ Θα εί­μαι συν­τε­τριμ­μέ­νη· έ­νας κόμ­πος θα μου φρά­ζει το λαι­μό· θα βα­δί­ζω με σκυ­φτό κε­φά­λι, ο ό­χλος σαν βου­ε­ρό πο­τά­μι σκο­τει­νών εν­στί­κτων, θα με πα­ρα­σέρ­νει ά­βου­λη κι α­μέ­το­χη.
Κι ό­πως γίνεται συνήθως με­τά α­πό κά­θε α­γώ­να, θ’ αρ­χί­σουν οι συμ­πλο­κές και οι λε­η­λα­σί­ες. Σαν δαί­μο­νες με βαμ­μέ­να πρό­σω­πα στα χρώ­μα­τα της ο­μά­δας τους θα πέ­φτουν πά­νω μου κου­βα­λών­τας τη­λε­ο­ρά­σεις p­l­a­s­ma, l­a­p­t­op, D­VD p­l­a­y­er, CD, κι­νη­τά τη­λέ­φω­να, κού­τες τσι­γά­ρων, πο­τά, κο­σμή­μα­τα, καλ­λυν­τι­κά, γυα­λιά η­λί­ου, οτι­δή­πο­τε. Θα κλέ­βουν ό,τι θα μπο­ρούν να με­τα­φέ­ρουν· κι ό,τι δε θα μπο­ρούν να με­τα­φέ­ρουν, θα το σπά­νε· κι ό,τι δε θα μπο­ρούν να σπά­σουν, θα το πυρ­πο­λούν. Θα υ­πάρ­χει α­γα­νά­κτη­ση ε­πει­δή δε θα μπο­ρούν να τ’ α­γο­ρά­σουν, και μα­ζί θα υ­πάρ­χει μί­σος και ορ­γή και φθό­νος ε­ναν­τί­ον ε­κεί­νων των λί­γων που θα έ­χουν πολ­λά χρή­μα­τα και θα α­πο­λαμ­βά­νουν ό,τι ε­πι­θυ­μούν.
Τί­πο­τε δε θα μ’ αγ­γί­ζει· κα­νέ­νας ή­χος δε θα μπο­ρεί να δι­α­πε­ρά­σει τη μό­νω­ση της ψυ­χής μου· κα­μιά ει­κό­να δε θα μπο­ρεί να δι­εισ­δύ­σει στο πα­χύ, α­ό­ρα­το στρώ­μα θλί­ψης που θα τυ­λί­γει σαν κου­κού­λι το σώ­μα μου. Θα κα­τα­γρά­φω τα πάν­τα χω­ρίς συ­νεί­δη­ση, σαν ά­ψυ­χη κά­με­ρα.
«Βλέ­πεις τί­πο­τε πα­ρά­ξε­νο;­!» θα μου φω­νά­ξει με στριγ­γή φω­νή μια πα­νύ­ψη­λη τρα­βε­στί με πρά­σι­νο λα­μέ σα­κά­κι, μί­νι χρυ­σό φό­ρε­μα και ξαν­θιά πε­ρού­κα. Θα έ­χει σπά­σει τη βι­τρί­να του Νά­κα και θα πα­σχί­ζει να τρα­βή­ξει μ’ έ­να σχοι­νί έ­να με­γά­λο ά­σπρο πιά­νο με ου­ρά.
«Ό­χι.­.­.»
«Ε, τό­τε δί­νε του!»
Θα βγά­λει τα τα­κού­νια της και θα προ­σπα­θή­σει με με­γα­λύ­τε­ρη δύ­να­μη. Τί­πο­τε· το βα­ρύ πιά­νο θα πα­ρα­μέ­νει α­κού­νη­το. Θα στα­μα­τή­σει να πά­ρει α­νά­σα· η πε­ρού­κα θα έ­χει φύ­γει α­πό τη θέ­ση της, θα έ­χει ι­δρώ­σει α­π’ την προ­σπά­θεια.
«Τι κά­θε­σαι και χα­ζεύ­εις; Βά­λε έ­να χε­ρά­κι! Δεν βλέ­πεις ό­τι δεν μπο­ρώ μό­νη μου;»
Το μυα­λό μου θα ’­ναι ναρ­κω­μέ­νο, και η α­παί­τη­ση της τό­σο ε­ξω­φρε­νι­κά πα­ρά­λο­γη, που θα πιά­σω το σχοι­νί μη­χα­νι­κά και θ’ αρ­χί­σω να τρα­βώ μα­ζί της. Τε­λι­κά θα το βγά­λου­με έ­ξω.
Θα εί­μαι ζε­μέ­νη μα­ζί με μια ξυ­πό­λυ­τη τρα­βε­στί και θα σέρ­νου­με έ­να με­γά­λο ά­σπρο πιά­νο με ου­ρά στη Σό­λω­νος. Α­κό­μη και μέ­σα στην τό­ση α­πελ­πι­σί­α μου θα κα­τα­λα­βαί­νω την πα­ρά­νοι­α της κα­τά­στα­σης.
«Παί­ζεις πιά­νο;» θα ρω­τή­σω λα­χα­νι­α­σμέ­νη.
«Ό­χι»
Θα συ­νε­χί­σου­με.­.. Με­τά α­πό λί­γο:
«Θα το που­λή­σεις;»
«Ό­χι»
«Τό­τε;»
«Τι τό­τε;»
«Τι θα το κά­νεις;»
«Ό,τι γου­στά­ρω! Λο­γα­ρια­σμό θα σου δώ­σω; Τρά­βα!»
«Τρα­βά­ω»
Θα συ­νε­χί­σου­με.­.. Ξαφ­νι­κά θα στα­μα­τή­σει και θα φω­νά­ξει υ­στε­ρι­κά: «Θα το βά­λω σπί­τι μου! Θέ­λω να έ­χω πιά­νο! Για­τί; Ε­σύ τι ζό­ρι τρα­βάς;­!»
«Το πιά­νο»
«Τρά­βα το λοι­πόν!»
Θα τρα­βώ.­.. Με­τά α­πό λί­γο θα ρω­τή­σω πά­λι:
«Έ­χεις με­γά­λο σπί­τι;»
«Γκαρ­σο­νι­έ­ρα»
«Θα χω­ρέ­σει;»
«Ε.­.­;»
Θα στα­θεί και ξύ­νον­τας την πε­ρού­κα της θα το με­τρή­σει με το βλέμ­μα: «Χμ, θα γκρε­μί­σω τον τοί­χο και θα μπαί­νει λί­γο στο δι­α­μέ­ρι­σμα του δι­πλα­νού.­.­.»
«Θα γκρε­μί­σεις ξέ­νο σπί­τι;­!»
Θα με κοι­τά­ξει με μί­σος, έ­τοι­μη να ε­κρα­γεί:
«Άν­τε γα­μή­σου ε­σύ και το πιά­νο σου. Πα­ρ’ το, στο χα­ρί­ζω» Θα βά­λει τα τα­κού­νια της και θα α­πο­μα­κρυν­θεί νευ­ρι­α­σμέ­νη.
Θα στέ­κω ά­ναυ­δη στη μέ­ση του δρό­μου α­πο­ρών­τας αν ο κό­σμος τρε­λά­θη­κε ή αν ο­λ’ αυ­τά εί­ναι πα­ραι­σθή­σεις που ο­φεί­λον­ται στον όγ­κο του εγ­κε­φά­λου μου.
Θ’ α­φή­σω το σχοι­νί να γλι­στρή­σει α­π’ το χέ­ρι μου και θα συ­νε­χί­σω την πε­ρι­πλά­νη­σή μου. Α­συ­νεί­δη­τα θ’ α­πο­φεύ­γω να πά­ω προς το σπί­τι για­τί μέ­σα στο μι­κρό δω­μά­τιο θα βά­ραι­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο η θλί­ψη και δεν θα μπο­ρού­σα ν’ α­να­πνεύ­σω.
Έ­να βί­αι­ο κύ­μα ό­χλου θα πέ­σει πά­νω μου και θα με σπρώ­ξει προς τη βι­τρί­να ε­νός σού­περ-μάρ­κετ που θα σπά­σει με πά­τα­γο και τα τζά­μια θα με κό­ψουν στο πρό­σω­πο και στα χέ­ρια. Θα κοι­τά­ξω το αί­μα στις πα­λά­μες μου πα­ρα­ξε­νε­μέ­νη που το σώ­μα μου έ­χει α­κό­μα αί­μα μέ­σα.      
Η έ­ξαλ­λη μά­ζα θα ορ­μή­σει στα ρά­φια και θα αρ­πά­ζει ό,τι βρί­σκει μπρο­στά της: λα­χα­νι­κά, χαρ­τιά υ­γεί­ας, κρέ­α­τα, σερ­βι­έ­τες, τυ­ριά, προ­φυ­λα­κτι­κά, αλ­λαν­τι­κά, t­a­m­p­on, ζυ­μα­ρι­κά, τσί­χλες, φα­κές, μπα­το­νέ­τες οτι­δή­πο­τε.­.. Ο σε­κι­ου­ρι­τάς θα τρα­βή­ξει πι­στό­λι και θα πυ­ρο­βο­λή­σει στον α­έ­ρα. Ο κό­σμος αν­τί να φο­βη­θεί θα ε­ξα­γρι­ω­θεί· ο φύ­λα­κας για να σω­θεί θα πυ­ρο­βο­λή­σει δεύ­τε­ρη φο­ρά και μια χον­τρή τσιγ­γά­να που θα εί­χε αρ­πά­ξει έ­να καρ­πού­ζι θα σω­ρια­στεί χά­μω· το καρ­πού­ζι θα σκά­σει στα πό­δια μου· πη­χτό, μαύ­ρο αί­μα θα α­να­βρύ­σει α­πό το στό­μα της χον­τρής τσιγ­γά­νας· θα πα­ρα­κο­λου­θώ υ­πνω­τι­σμέ­νη την πα­χύρ­ρευ­στη κη­λί­δα που θα α­πλώ­νε­ται αρ­γά στο δά­πε­δο.­.. Μό­λις αγ­γί­ξει το πα­πού­τσι μου θα ξυ­πνή­σω και θα ο­πι­σθο­χω­ρή­σω τρο­μαγ­μέ­νη. Ο άν­τρας, ο πα­τέ­ρας, τ’ α­δέρ­φια κι ό­λο της το σό­ι θα πέ­σουν με α­λα­λαγ­μούς και κα­τά­ρες πά­νω στο φύ­λα­κα, θα τον ση­κώ­σουν ψη­λά, θα τον καρ­φώ­σουν στο τσιγ­κέ­λι του κρε­ο­πω­λεί­ου α­πό τον αυ­χέ­να, και θα τον αφήσουν εκεί, να σπαρταρά κρεμασμένος!
Εν­τε­λώς ξαφ­νι­κά ο ό­χλος θ’ α­πο­χω­ρή­σει σαν πα­λίρ­ροι­α, και θ’ α­πο­μεί­νω μό­νη στο κα­τε­στραμ­μέ­νο s­u­p­er m­a­r­k­et.­.. Θα κοι­τά­ζω μα­γνη­τι­σμέ­νη το κρε­μα­σμέ­νο πτώ­μα του φύ­λα­κα να αι­ω­ρεί­ται, και με­τά θα στρα­φώ, θα πα­τή­σω πά­νω στην ογ­κώ­δη κοι­λιά της τσιγ­γά­νας που θα μου φρά­ζει την έ­ξο­δο –α­π’ το στό­μα της θ’ α­να­βλύ­σει το τε­λευ­ταί­ο αί­μα– και θα βγω. 
Θ’ α­κου­στεί χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός θό­ρυ­βος ε­λι­κο­πτέ­ρου και θα κοι­τά­ξω ψη­λά. Η α­στυ­νο­μί­α δε θα ’κανε πια ε­πί­γει­ες ε­πι­χει­ρή­σεις, για­τί θα εί­χε βα­ρι­ές α­πώ­λει­ες. Θα ε­πε­νέ­βαι­νε με ει­δι­κά ε­λι­κό­πτε­ρα που θα ’­χαν την ι­κα­νό­τη­τα να ε­λίσ­σον­ται μέ­σα στους στε­νούς δρό­μους.
Θα ε­πι­κρα­τεί παν­δαι­μό­νιο· το δυ­να­τό ρεύ­μα α­έ­ρα που θα δη­μι­ουρ­γούν οι έ­λι­κες θα ση­κώ­νει χαρ­τιά και σύν­νε­φα σκό­νης· ι­σχυ­ροί προ­βο­λείς θα σα­ρώ­νουν το δρό­μο και τις προ­σό­ψεις των πο­λυ­κα­τοι­κι­ών· ο ό­χλος θα τρέ­χει· οι σει­ρή­νες και τα με­γά­φω­να θα ουρ­λιά­ζουν εκ­κω­φαν­τι­κά:
«Δι­α­λυ­θεί­τε! Α­πα­γο­ρεύ­ον­ται η κυ­κλο­φο­ρί­α και οι συγ­κεν­τρώ­σεις! Δι­α­λυ­θεί­τε χω­ρίς δεύ­τε­ρη προ­ει­δο­ποί­η­ση!»
Πα­νι­κό­βλη­τοι άν­θρω­ποι θα πέ­φτουν πά­νω μου, θα με σπρώ­χνουν, θα με πα­ρα­σύ­ρουν, κι ε­γώ θα πε­ρι­φέ­ρο­μαι μέ­σα στον ο­ρυ­μα­γδό σφίγ­γον­τας το λευ­κό φά­κε­λο κά­τω α­π’ τη μα­σχά­λη μου να μην τον χά­σω, να μη χά­σω την πο­λύ­τι­μη θα­να­τι­κή μου κα­τα­δί­κη. Θα εί­μαι ξέ­νη, α­μέ­το­χη, α­δι­ά­φο­ρη σε ό,τι θα συμ­βαί­νει γύ­ρω μου. Οι ει­κό­νες κι οι ή­χοι θα γλι­στρούν πά­νω μου ό­πως η βρο­χή κυ­λά πά­νω στο α­δι­ά­βρο­χο, ή ό­πως ο ά­νε­μος περ­νά μέ­σα α­πό το δί­χτυ χω­ρίς να συ­ναν­τά αν­τί­στα­ση.  Θα εί­μαι ά­δεια, εν­τε­λώς ά­δεια.­.. Θα βλέ­πω τον κό­σμο σαν πρω­ι­νή ο­μί­χλη που θα παίρ­νει αλ­λό­κο­τες μορ­φές και που σε λί­γο θα τη δι­έλυε ο ή­λιος. Θα εί­μαι νε­κρή σ’ έ­να νε­κρό κό­σμο. Ο θά­να­τος θα εί­ναι μέ­σα μου και γύ­ρω μου. Η κοι­νω­νί­α και το κε­φά­λι μου θα σα­πί­ζουν α­πό τον ί­διο καρ­κί­νο.
Και τό­τε τα εξ ου­ρα­νού αν­θρω­πο­ει­δή κρε­μα­σμέ­να α­πό το έ­να χέ­ρι έ­ξω α­πό τα ε­λι­κό­πτε­ρα θ’ αρ­χί­σουν να πυ­ρο­βο­λούν με σα­δι­στι­κή ευ­χα­ρί­στη­ση κα­τά του πλή­θους που θα τρέ­χει να σω­θεί σαν πα­νι­κό­βλη­τη α­γέ­λη α­φή­νον­τας πί­σω του, α­σά­λευ­τα στην ά­σφαλ­το, μαύ­ρα κου­φά­ρια θη­ρα­μά­των.­..
Θα μπω στον ε­θνι­κό κή­πο και θα χω­θώ στις σκι­ές των φυλ­λω­μά­των. Θα κα­θί­σω ε­ξαν­τλη­μέ­νη σ’ έ­να παγ­κά­κι. Πά­νω α­π’ τα δέν­τρα στον ου­ρα­νό, θα φαί­νε­ται η αν­τι­φεγ­γιά των πυρ­κα­γι­ών· α­πό παν­τού θ’ α­κού­γον­ται ε­λι­κό­πτε­ρα, σπο­ρα­δι­κές ρι­πές κι α­πό­μα­κρη ο­χλο­βο­ή.
Μια σκο­τει­νή φι­γού­ρα θα με πλη­σιά­σει τρε­κλί­ζον­τας και μο­νο­λο­γών­τας:
«Εί­ναι τρε­λοί.­., τρε­λοί ό­λοι τους.­., χικ!»
 Θα εί­ναι έ­νας αλ­κο­ο­λι­κός γέ­ρος με μαύ­ρο κα­ουμ­πό­ι­κο κα­πέ­λο που θα βρω­μο­κο­πά­ει. Θα με δει, θα στα­θεί, θα τα­λαν­τεύ­ε­ται μπρος-πί­σω και κα­τα­βάλ­λον­τας με­γά­λη προ­σπά­θεια θα πει:
«Ποι­α εί­σαι ’­συ; Χικ! Αυ­τό εί­ναι το παγ­κά­κι μου» Θα τον κοι­τά­ζω α­μί­λη­τη. «Εί­ναι το παγ­κά­κι μου σου λέ­ω· σή­κω.­., χικ!»
«Θέ­λω να σου δεί­ξω κά­τι· κά­τσε!» θα του πω τρα­βών­τας τον α­πό το χέ­ρι. Ο γέ­ρος θα ’­ναι σαν ά­δει­ο σα­κί με κό­κκα­λα που θα κρο­τα­λούν.
«Ά­ι, με πο­νάς»
Θα βγά­λω α­πό το φά­κε­λο τη μα­γνη­τι­κή το­μο­γρα­φί­α, θα τη ση­κώ­σω ψη­λά και θα του δεί­ξω τον όγ­κο.
«Βλέ­πεις αυ­τόν τον ά­σπρο κύ­κλο;»
«Ω, η σε­λή­νη!» θα πει α­νοι­γο­κλεί­νον­τας τα μά­τια του. «Τι ό­μορ­φη που εί­ναι.­., χικ!»
«Δεν εί­ναι η σε­λή­νη, εί­ναι έ­νας όγ­κος που έ­χω μέ­σα στο κε­φά­λι μου. Με λέ­νε Λάρ­ρα κι έ­χω καρ­κί­νο στον εγ­κέ­φα­λο· g­l­i­o­ma τον εί­παν οι για­τροί»
«Λάρ­ρα· μι­κρή, κα­η­μέ­νη μου Λάρ­ρα… Τι με­γά­λο καρ­κί­νο έ­χεις μέ­σα στ’ ό­μορ­φο κε­φα­λά­κι σου!» θα πει γλυ­κά.
«Μου μέ­νουν έ­ξι μή­νες ζω­ής!»
Θα με­τρή­σει αρ­γά με τα δά­χτυ­λά του:
«Έ­να.­., δύ­ο.­., χικ! Α, η ζω­ή! Η ζω­ή εί­ναι μια πα­γί­δα που πέ­σα­με μέ­σα.­.­.­»· θα γεί­ρει α­πα­λά στον ώ­μο μου και θ’ αρ­χί­σει να ρο­χα­λί­ζει.
Θα τον σπρώ­ξω α­πό πά­νω μου και θα πέ­σει κά­τω στο έ­δα­φος ό­που θα συ­νε­χί­σει να κοι­μά­ται του κα­λού και­ρού. Αυ­τός του­λά­χι­στον θα είχε τη ζω­ή μπρο­στά του.
‘Γκι­ών!’ θ’ α­κου­στεί η κραυ­γή ε­νός κρυμ­μέ­νου γκι­ώ­νη και θα ’ναι η μι­κρή α­πελ­πι­σμέ­νη κραυ­γού­λα της ψυ­χής μου με­σ’ το σκο­τά­δι.­..
Θα ση­κω­θώ και θα πά­ρω πά­λι τους δρό­μους· θα πε­ρι­πλα­νι­έ­μαι ό­λη τη νύ­χτα. Το νε­κρι­κό, α­νέκ­φρα­στο πρό­σω­πό μου θα φω­τί­ζε­ται α­π’ τις αν­ταύ­γει­ες των φλε­γό­με­νων τρα­πε­ζών, m­a­l­ls, α­στυ­νο­μι­κών τμη­μά­των, αν­τι­προ­σω­πει­ών αυ­το­κι­νή­των... Στην Πα­νε­πι­στη­μί­ου οι ε­ξε­γερ­μέ­νοι θα πα­νη­γυρίζουν γύ­ρω α­πό έ­να ε­λι­κό­πτε­ρο της α­στυ­νο­μί­ας το οποίο θα είχαν κα­ταρ­ρί­ψει και τώρα θα καίγεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου