Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

1. Η Λάρρα μαθαίνει ότι έχει καρκίνο



ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ 
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ:  ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΜΕΛΛΟΝΤΑ

 1. Η Λάρρα μαθαίνει ότι έχει καρκίνο

"Gli­o­ma.­.­.”
«Ο­ρί­στε;»
«Ε­δώ μέ­σα, στον μπρο­στι­νό λο­βό, έ­χεις έ­ναν όγ­κο σαν μπά­λα του γκολφ. G­l­i­o­ma λέ­γε­ται» θα πει η δι­ευ­θύν­τρια της ογ­κο­λο­γι­κής κλι­νι­κής κοι­τά­ζον­τας τις μα­γνη­τι­κές το­μο­γρα­φί­ες που θα εί­ναι α­ναρ­τη­μέ­νες στο φω­τει­νό πί­να­κα.
«Δη­λα­δή;»
«Καρ­κί­νος στον εγ­κέ­φα­λο» θα πει ά­χρω­μα.
Θα νι­ώ­σω να χά­νω τον κό­σμο κά­τω α­π’ τα πό­δια μου· θα κλο­νι­στώ και θ’ α­κουμ­πή­σω στο γρα­φεί­ο· τα γό­να­τά μου θα λυ­θούν· το στό­μα μου θα στε­γνώ­σει.
Οι για­τροί και νο­ση­λευ­τές που θα βρί­σκον­ται στο γρα­φεί­ο θα με πα­ρα­τη­ρούν με πε­ρι­έρ­γεια κα­πνί­ζον­τας· κα­νείς δε θα ση­κω­θεί για να μου προ­σφέ­ρει θέ­ση· το γρα­φεί­ο θα ’­ναι α­σφυ­κτι­κά μι­κρό· θα πνί­γο­μαι.­..
«Λί­γο νε­ρό.­.­.» θα ψελ­λί­σω.
«Φε­ρ’ της λί­γο νε­ρό, Θω­μά!» θα πει σ’ έ­να νο­σο­κό­μο η δι­ευ­θύν­τρια με τα χον­τρά μυ­ω­πι­κά γυα­λιά. Ο νο­σο­κό­μος θα μου φέ­ρει α­π’ τον ψύ­κτη σ’ έ­να μι­κρό πλα­στι­κό πο­τη­ρά­κι.
«Εί­στε σί­γου­ρη;» θα ρω­τή­σω.Θα με κοι­τά­ξει με α­πο­ρί­α.
«Για τη δι­ά­γνω­ση.­., εί­στε σί­γου­ρη;»
«Ό­λοι αυ­τό ρω­τά­τε. Ο­ρί­στε.­.­.» θα πει και θα σπρώ­ξει προς το μέ­ρος μου το α­πο­τέ­λε­σμα των ι­στο­λο­γι­κών ε­ξε­τά­σε­ων. «Δεν υ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση σφάλ­μα­τος ού­τε μια στο δι­σε­κα­τομ­μύ­ριο. Σε δι­α­βε­βαι­ώ­νω»
«Θα.­., θα πε­θά­νω;­!» θα ψι­θυ­ρί­σω με α­πό­γνω­ση και δά­κρυ­α θ’ α­νέ­βουν στα μά­τια μου.
«Ο τύ­πος καρ­κί­νου που έ­χεις κο­ρί­τσι μου, έ­χει προσ­δό­κι­μο επιβίωσης έ­ξι μή­νες. Η χει­ρουρ­γι­κή ε­πέμ­βα­ση έ­χει μό­λις τρί­α τοις ε­κα­τό ε­πι­τυ­χί­α».
Το βλέμ­μα της θα εί­ναι ά­δει­ο· δε θα φα­νε­ρώ­νει τί­πο­τε· κα­νέ­να συ­ναί­σθη­μα.
Έ­νας νε­α­ρός, α­νό­η­τος για­τρός θα πε­τα­χτεί και θα πει:
«Με­λέ­τες έ­δει­ξαν ό­τι τα κι­νη­τά ε­νο­χο­ποι­ούν­ται για τη ρα­γδαί­α ά­νο­δο των πε­ρι­πτώ­σε­ων καρ­κί­νου του εγ­κε­φά­λου. Ε­σείς δε­σποι­νίς θα πρέ­πει να εί­χα­τε κά­νει ε­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση κι­νη­τού· έ­τσι δεν εί­ναι;»
Θα τον κοι­τά­ξω μέ­σα α­πό τα δά­κρυ­α σαν να ’­βλε­πα ε­ξω­γή­ι­νο και με μια ξαφ­νι­κή μπου­νιά θα του βου­λώ­σω το μά­τι. Θα πέ­σει στο πά­τω­μα, ε­νώ ο Θω­μάς κι έ­νας α­κό­μα σω­μα­τώ­δης νο­σο­κό­μος θα με αρ­πά­ξουν α­πό πί­σω.
«Πε­τάξ­τε την έ­ξω!» θα δι­α­τά­ξει η δι­ευ­θύν­τρια. «Και μην ξα­να­πα­τή­σεις το πό­δι σου ε­δώ!»
«Α­φή­στε με, α­φή­στε με!» θα τους ε­κλι­πα­ρώ πα­λεύ­ον­τας.
Θα κα­τα­φέ­ρω να βγά­λω α­πό την τσέ­πη μου μια χού­φτα    vouc­h­e­rs και θα τους τα πε­τά­ξω στα μού­τρα. Βλέ­πον­τας τις μα­γι­κές κάρ­τες θα κο­κκα­λώ­σουν.
«Θω­μά, φε­ρ’ τα ε­δώ»
Ο Θω­μάς θα υ­πα­κού­σει και ’κεί­νη θα τα χώ­σει στην τσέ­πη της βρώ­μι­κης ι­α­τρι­κής πο­διάς της.
«Έ­χω πολ­λά· δου­λεύ­ω σε πρα­τή­ριο υ­δρο­γό­νου,» θα της φω­νά­ξω.
Στο μά­τι της θα λάμ­ψει η σκλη­ρό­τη­τα και η α­πλη­στί­α. Αλ­λά­ζον­τας ύ­φος θα πει:
«Κά­θι­σε.­.. Πε­ρι­στα­τι­κά σαν το δι­κό σου αν­τι­με­τω­πί­ζον­ται με χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α ή α­κτι­νο­θε­ρα­πεί­α ή.­., α­νά­λο­γα. Πό­σα v­o­u­c­h­e­rs μπο­ρείς να μας ε­ξα­σφα­λί­σεις;»
«Ό­σα χρεια­στούν»
«Ω­ραί­α· μπο­ρού­με ν’ α­κο­λου­θή­σου­με συν­δυα­σμό δύ­ο θε­ρα­πει­ών. Ξε­κι­νάς με t­e­m­o­d­al των 250mg α­πό σή­με­ρα και σε μια βδο­μά­δα έρ­χε­σαι για α­κτι­νο­θε­ρα­πεί­α. Αυ­τό θα ε­πα­να­λη­φθεί για δυ­ο μή­νες, ε­ναλ­λάξ· τη μια βδο­μά­δα χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α, την άλ­λη α­κτί­νες· κα­τά­λα­βες; Εν­δι­ά­με­σα θα βγά­ζου­με μα­γνη­τι­κές για να πα­ρα­κο­λου­θού­με την ε­ξέ­λι­ξη του όγ­κου. Κά­θε φο­ρά θα πλη­ρώ­νεις προ­κα­τα­βο­λι­κά τρί­α v­o­u­c­h­e­rs. Αν δεν τα έ­χεις, να μην έρ­χε­σαι· συ­νεν­νο­η­θή­κα­με;»
«Ναι.­.­.»
«Θω­μά πιά­σε τα t­e­m­o­d­al»
Ο Θω­μάς θα μου φέ­ρει έ­να με­γά­λο ο­βάλ, ά­σπρο χά­πι κι έ­να κυ­πελ­λά­κι νε­ρό. Θα κρα­τώ το χά­πι στα δά­χτυ­λά μου και θα το κοι­τά­ζω α­να­πο­φά­σι­στη.­..
 «Πι­ες το, ντε! Τι το κοι­τά­ζεις;» θα πει η χον­τρή και ά­σχη­μη δι­ευ­θύν­τρια.
«Τι πα­ρε­νέρ­γει­ες έ­χει;»
Θα δυ­σα­να­σχε­τή­σει.
«Ε­δώ πε­θαί­νεις, τις πα­ρε­νέρ­γει­ες κοι­τάς;»
«Θέ­λω να ξέ­ρω»
«Ε­ξαρ­τά­ται, α­πό τον α­σθε­νή.­.. Συ­νή­θως α­πώ­λεια μαλ­λι­ών, δι­άρ­ροι­α, ναυ­τί­α, ε­με­τοί, ί­λιγ­γοι, αι­μορ­ρα­γί­ες, α­ναι­μί­α, ε­ξάν­τλη­ση, τέ­τοι­α.­.. Θω­μά πες να πε­ρά­σει ο ε­πό­με­νος».
Θα κα­τα­πι­ώ το χά­πι, θα ση­κω­θώ, θα βά­λω τον ι­α­τρι­κό μου φά­κε­λο κά­τω α­π’ τη μα­σχά­λη σα ν’ α­πο­δέ­χο­μαι την κα­τα­δί­κη μου, αλ­λά θα ε­ξα­κο­λου­θή­σω να πα­ρα­μέ­νω καρ­φω­μέ­νη στην ί­δια θέ­ση.
«Τι άλ­λο θες; Δεν ή­μουν σα­φής;­!» θα πει ε­κνευ­ρι­σμέ­νη.
«Αν.­., αν δεν έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα η θε­ρα­πεί­α;»
«Ε­ε, τό­τε θα προ­χω­ρή­σου­με στην ε­πέμ­βα­ση. Θω­μά, ο ε­πό­με­νος!»
 Θα βγω αρ­γά, α­θό­ρυ­βα σα να μην πα­τούν τα πέλ­μα­τά μου στο δά­πε­δο, σαν φάν­τα­σμα που αι­ω­ρεί­ται στον α­έ­ρα. Κα­θώς η πόρ­τα θα κλεί­νει πί­σω μου, έ­νας φα­λα­κρός, πρό­στυ­χος για­τρός θα χου­φτώ­σει τα χον­τρά πι­σι­νά της δι­ευ­θύν­τριας λέ­γον­τας με προ­σποι­η­τό πά­θος:
«Γλυ­φο­τσίμ­που­κα ρου­φο­καυ­λά­τα, μα­νά­ρα μου!»
Ό­λοι θα χα­χα­νί­σουν χυ­δαί­α.­..

1 σχόλιο: