Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

2. Η Λάρρα θυμάται τη Bluma















     
    
     Ο ή­λιος θα βιά­σει τα μά­τια μου υ­περ­φω­τί­ζον­τας και τις πιο  α­πό­κρυ­φες γω­νι­ές του μυα­λού μου. Σαν πα­νι­κό­βλη­τες νυ­χτε­ρί­δες οι σκέ­ψεις μου θα χτυ­πι­ούν­ται δε­ξιά α­ρι­στε­ρά στα τοι­χώ­μα­τα του κρα­νί­ου πα­σχί­ζον­τας να βρουν δι­έ­ξο­δο.
«Θα πε­θά­νω..,» θα ψι­θυ­ρί­σω α­πελ­πι­σμέ­νη.
Θα στέ­κο­μαι στα φθαρ­μέ­να μαρ­μά­ρι­να σκα­λιά της ε­ξό­δου του ογ­κο­λο­γι­κού νο­σο­κο­μεί­ου στη λε­ω­φό­ρο Α­λε­ξάν­δρας με τον φά­κε­λο κά­τω α­πό τη μα­σχά­λη.
«Θα πε­θά­νω,» θα ε­πα­να­λά­βω για να τ’ α­κού­σω και να το συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω· θα νι­ώ­σω το σώ­μα μου να κα­ταρ­ρέ­ει σαν άμ­μος. Θα κοι­τά­ξω ψη­λά ε­κλι­πα­ρών­τας τον α­στρα­φτε­ρό, α­βά­στα­χτο ου­ρα­νό για σω­τη­ρί­α, και.­..
Θα αι­σθαν­θώ ό­τι εί­μαι μια χί­μαι­ρα· θα νι­ώ­σω ό­τι δε ζω πραγ­μα­τι­κά, ό­τι δεν υ­πάρ­χω στ’ α­λή­θεια, ό­τι ο κό­σμος που βλέ­πω γύ­ρω μου εί­ναι ψευ­δαί­σθη­ση, αυ­τα­πά­τη, κι ο θό­ρυ­βος της κυ­κλο­φο­ρί­ας α­κρο­α­μα­τι­σμός.
Και ταυ­τό­χρο­να θα υ­πο­ψια­σθώ κά­ποι­α α­προσ­δι­ό­ρι­στη, α­θέ­α­τη ύ­παρ­ξη που θα πλά­θει την ι­στο­ρί­α μου λέ­γον­τας: ‘θα εί­μαι η Λάρ­ρα.­., θα έ­χω καρ­κί­νο.­., θα στέ­κο­μαι στα σκα­λιά του νο­σο­κο­μεί­ου, θα εί­μαι σε α­πό­γνω­ση, θα ζω σ’ έ­να κό­σμο που θα ’­ναι έ­τσι, θα ’ναι αλ­λι­ώς, θα.­., θα.­., θα.­..’ Και θα προ­σπα­θή­σω να δι­α­κρί­νω το πρό­σω­πο αυ­τής της μυ­στη­ρι­ώ­δους γυ­ναί­κας που θ’ α­φη­γεί­ται τη ζω­ή μου, αλ­λά δε θα μπο­ρώ για­τί θα το κα­λύ­πτει έ­να νέ­φος ο­μί­χλης. Η φω­νή της που θα περ­νά μέ­σα α­πό πα­γω­μέ­νους αι­ώ­νες και θα μυ­ρί­ζει υ­γρα­σί­α σπη­λαί­ων, θα ’­ναι η μοί­ρα μου, ό­χι για­τί θα εί­μαι πα­γι­δευ­μέ­νη στην πλο­κή της δι­ή­γη­σής της, αλ­λά για­τί ε­γώ η ί­δια θα ’­μαι πλα­σμέ­νη α­πό λέ­ξεις.­..
Θα περ­πα­τώ σαν αυ­τό­μα­το, έ­τσι, χω­ρίς σκο­πό, χω­ρίς προ­ο­ρι­σμό· δε θα ξέ­ρω πού θα βρί­σκο­μαι και πού θα πη­γαί­νω· δε θα μ’ εν­δι­α­φέ­ρει. Θα βα­δί­ζω.­.. θα βα­δί­ζω μέ­σα στον α­φό­ρη­το καύ­σω­να που δε θα τον νι­ώ­θω, μό­νη μέ­σα στο πλή­θος που δε θα το βλέ­πω και δε θα με βλέ­πει. Το μυα­λό μου θα ’­χει μου­διά­σει, θα ’­χει α­ναι­σθη­το­ποι­η­θεί α­πό την α­φό­ρη­τη σκέ­ψη ό­τι σε έ­ξι μή­νες θα εί­μαι νε­κρή· θα με βα­ραί­νει μια τό­σο δυ­σβά­στα­κτη θλί­ψη που ο κό­σμος γύ­ρω μου θα ’­χει χά­σει κά­θε νό­η­μα, θα ’­χει ξε­θω­ριά­σει, θα εί­ναι ό­νει­ρο που θα δι­α­λύ­ε­ται, και τα πράγ­μα­τα δε θα ’­ναι πλέ­ον α­πτά, θα ε­ξα­χνί­ζον­ται.
«G­l­i­o­ma.­., g­l­i­o­ma.­..» θα ψιθυρίζω σαν να προ­σπα­θώ να σπά­σω κρυ­φά έ­να κα­ρύ­δι στην τσέ­πη μου. «G­l­i­o­ma.­..» θα ε­πα­να­λά­βω για να κα­τα­νο­ή­σω την ά­τεγ­κτη, α­πάν­θρω­πη α­λή­θεια που θα έ­κρυ­βε μέ­σα της αυ­τή η μι­κρή, πα­ρά­ξε­νη λε­ξού­λα. Θα προ­σπα­θώ να την ερ­μη­νεύ­σω, αλ­λά οι λέ­ξεις δυ­στυ­χώς θα ’­ναι α­νί­κα­νες να ε­ξη­γή­σουν τι εί­ναι θά­να­τος, για­τί οι λέ­ξεις είναι φλύ­α­ρα σπουρ­γί­τια που τι­τι­βί­ζουν στα δέν­τρα και που μό­λις α­κου­στεί πυ­ρο­βο­λι­σμός σκορ­πί­ζουν τρο­μαγ­μέ­να.
Θα με­τρώ κρυ­φά με τα δά­χτυ­λά μου: ‘Ι­ού­λιος, Αύ­γου­στος, Σε­πτέμ­βριος, Ο­κτώ­βριος, Νο­έμ­βριος, Δε­κέμ­βριος.­.. Μέ­χρι τα Χρι­στού­γεν­να.­.. Αχ, μέ­χρι τα Χρι­στού­γεν­να.­.. Τον ε­πό­με­νο χρό­νο δε θα ζω.­.. Θα πε­θά­νω στα τριά­ντα τρί­α μου.­.. Εί­ναι ά­δι­κο, ά­δι­κο.­..’ Θα με πιά­σουν τα κλά­μα­τα· θα περ­πα­τώ και δά­κρυ­α θα τρέ­χουν α­π’ τα μά­τια μου. Κα­νείς δε θα μου δί­νει ση­μα­σί­α.
Δε θ’ αν­τέ­χω άλ­λο· θα θέ­λω να μι­λή­σω σε κά­ποι­ον, να μοι­ρα­στώ τη θλί­ψη που θα με συν­τρί­βει, να του πω πό­σο φο­βά­μαι να πε­θά­νω,  να μ’ αγ­κα­λιά­σει, να με πα­ρη­γο­ρή­σει, να μου δώ­σει λί­γο κου­ρά­γιο κι ελ­πί­δα. Και θα ψά­ξω με το νου μου να βρω σε ποι­ον να κα­τα­φύ­γω και δε θα βρί­σκω κα­νέ­ναν. ‘Θε μου, εί­μαι μό­νη, εν­τε­λώς μό­νη, δεν έ­χω κα­νέ­ναν.­..’ θα συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω με τρό­μο.
Και τό­τε θα πα­ρου­σια­στεί μπρο­στά μου ο­λο­ζών­τα­νο το ό­μορ­φο πρό­σω­πο της B­l­u­ma! Α, ναι! Την B­l­u­ma θα ή­θε­λα να είχα κον­τά μου αυ­τή την ώ­ρα· σ’ αυ­τή θα μπο­ρού­σα να μι­λή­σω, να της ε­ξο­μο­λο­γη­θώ ό­τι έ­χω καρ­κί­νο, ό­τι οι για­τροί μου έ­χουν δώ­σει μό­νο έ­ξι μή­νες ζω­ής.­..
Για­τί η B­l­u­ma θα ή­ταν η μό­νη που θα ’­χα α­γα­πή­σει στη ζω­ή μου και θα τη θυ­μό­μουν α­κό­μη, δέ­κα χρό­νια α­πό τό­τε που θα ερ­γα­ζό­μα­σταν σαν με­τα­πτυ­χια­κές φοι­τή­τρι­ες στο πεί­ρα­μα C­E­RN στη Γε­νεύ­η. Θα ή­μουν ε­ρω­τευ­μέ­νη μα­ζί της, αλ­λά μό­νο μια φο­ρά θα την εί­χα φι­λή­σει, ε­κεί­νη τη νύ­χτα στο α­ε­ρο­δρό­μιο της Γε­νεύ­ης που θα έ­φευ­γε· μό­νο έ­να φι­λί, αλ­λά με ’­κεί­νο το φι­λί θα εί­χε κλέ­ψει την ψυ­χή μου. Έ­τσι θα ή­ταν οι με­γά­λοι έ­ρω­τες, έ­να φι­λί θα ή­ταν αρ­κε­τό για να τους δι­α­τη­ρεί αι­ώ­νια.
Με­τά το τρα­γι­κό τέ­λος του πει­ρά­μα­τος C­E­RN θα εί­χα­με χω­ρί­σει, ε­κεί­νη θα εί­χε πά­ει στο Πα­ρί­σι, ε­γώ θα εί­χα ε­πι­στρέ­ψει στην Α­θή­να.­.. Δε θα είχαμε δι­α­τη­ρή­σει ε­πι­κοι­νω­νί­α, δε θα είχαμε ξα­να­ει­δω­θεί, θα είχαμε χα­θεί, δε θα ή­ξε­ρα πού θα βρι­σκό­ταν, τι θα έ­κα­νε.­.. Θα τη σκε­φτό­μουν ό­μως και θα τη νο­σταλ­γού­σα πα­ρ’ ό­λους τους δε­σμούς που θα εί­χα αυ­τά τα χρό­νια. Και θα ή­ταν το πρώτο και μο­να­δι­κό πρό­σω­πο που θα μου εί­χε έρ­θει στο μυα­λό μέ­σα στην α­πελ­πι­σί­α μου. ‘Θε μου, την α­γα­πώ· πό­σο μου λεί­πει.­.. Πό­σο θα ’­θε­λα να ή­ταν τώ­ρα κον­τά μου!’

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου