οῦ ἤμην;! Ἐκοίταξα γύρω μου καὶ διεπίστωσα ἔκπληκτος ὅτι εὑρισκόμην ἐπὶ θεατρικῆς σκηνῆς! Εἶχον διακόψει κάποιαν παράστασιν;! Ἐκοίταξα μὲ ἀπορίαν τοὺς ἠθοποιοὺς κι ἐκεῖνοι ἀνταπέδωσαν τὸ βλέμμα μου μὲ ἀμηχανίαν. Θόρυβος ἀνησυχίας καὶ ψίθυροι δυσαρεσκείας ὑψώθησαν ἐκ τοῦ κοινοῦ διὰ τὴν αἰφνίδιον εἴσοδον καὶ ἄσχετον παρουσίαν μου. Εἷς βραχύσωμος, μαδαρὸς[1] ἀνὴρ μὲ ὑπογένειον, μύστακα καὶ πεπυρακτωμένον βλέμμα προέβαλεν ἐκ τοῦ θιάσου καὶ μὲ ἠρώτησεν μὲ ἔντονον ρωσσικὴν προφοράν: «Πῶς εὑρέθητε ἐδῶ; Ποῖος εἶσθε, κύριε;» Καὶ τότε τὸν ἀνεγνώρισα! Ὦ Θεέ μου, ἦτο... «Ὁ Λένιν!» ἀνεφώνησα. «Αὐτοπροσώπως. Κι ἐσεῖς;» «Λαρρὺ Λεφρὲ ἤ Λάρρα Cool ἄν προτιμᾶτε, ἐκ τοῦ μέλλοντος ὁρμωμένη.» Μ’ ἐξήτασεν μὲ εὔλογον δυσπιστίαν. «Ὥστε εἶσθε ἡ Λάρρα ἔ; Ἡ Лара[2] ἀπ’ τὸ μέλλον, χμ...» ἔκαμεν μὲ δυσπιστίαν θωπεύων τὸ ὑπογένειόν του. «Περὶ τοῦ προσώπου μου πρέπει νὰ σᾶς ἔχῃ ὁμιλήσει ἡ σύντροφος Ἄννια» «Ἄ, μάλιστα! Ἐκείνη ἡ μικρὰ σύντροφος ἥτις κάμνει ὡραίας πίπας...» εἶπεν νοσταλγικῶς ὁ Λένιν ψαύων τοὺς ὄρχεις του. «Κι ἐσεῖς; Τί κάμνετε;» ἠρώτησα. «Ἐπανάστασιν.» «Καλῶς, ἄριστα! Ἐδῶ, τί εἶναι;» «Τὸ ἰνστιτοῦτον Σμόλνι· ἕδρα τοῦ σοβιὲτ τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως, τὸ στρατηγεῖον ἐκ τοῦ ὁποίου συντονίζομεν τὰς ἐπαναστατικὰς ἐπιχειρήσεις. Νῦν εἶναι ἡ κρίσιμος νὺξ τῆς 24ης πρὸς 25ην Ὀκτωβρίου τοῦ 1917. Αὐτὴν τὴν νύκτα κρατοῦμεν εἰς τὰς χεῖρας μας τὰς ἐλπίδας ἑκατομμυρίων καταπεπιεσμένων ἁπανταχοῦ τῆς γῆς...» «Θεέ μου! Θὰ ζήσω κοσμοϊστορικὰ γεγονότα! Ὀρθοτριχῶ[3]. Ὁπόσον τυχερὸς αἰσθάνομαι.» «Ἀλλ’ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἀφίχθητε ἐκ τοῦ μέλλοντος,» ἐπανῆλθεν ὁ Λένιν. «Μάλιστα.» «Τότε εἴπατέ μας: θὰ ἐπιτύχῃ ἡ ἐπανάστασις; Θὰ ἐπικρατήσῃ τὸ σοσιαλιστικὸν καθεστώς; Θὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις ἀνθρώπου ἀπὸ ἄνθρωπον; Θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ παγκόσμιος ἀταξικὴ κοινωνία; Θὰ πραγματοποιηθοῦν αἱ ἐλπίδες μας; Ζεῖτε ’σεις οἱ ἄνθρωποι τοῦ μέλλοντος εὐτυχισμένοι;» «Ἔε...» ἐδίσταζον νὰ ἀπαντήσω. Ἐκ τῆς σκιᾶς προέβαλον ὡς ἀπειλητικὰ φαντάσματα γνωστὰ πρόσωπα τῆς Ἱστορίας: ὁ Τρότσκυ, ὁ Στάλιν, ὁ Πλεχάνωφ, ὁ Ποτρέσωφ, ὁ Μαρτώφ, ὁ Μόλοτωφ, καὶ ἠκολούθουν δεκάδες ἐργάται καὶ ἀγρόται κραδαίνοντες σφύρας καὶ δρέπανα, ἔχοντες ὠχρά, ἀνέκφραστα πρόσωπα. «Λοιπόν;» ἐπανέλαβεν ἐναγωνίως ὁ Λένιν. «Αἱ ἐλπίδες μας θὰ πραγματοποιηθοῦν;» «Ἔ.., ναί... Βεβαίως τὰ πράγματα δὲν ἔρχονται πάντα ὅπως ἀκριβῶς ἐπιθυμοῦμεν· ὑπάρχουν ἀστάθμητοι παράγοντες...» ἔλεγον πασχίζων ἀνεπιτυχῶς νὰ ὑπεκφύγω. Ὁ Λένιν ἐκόλλησεν τὸ περιστροφόν του εἰς τὸν κρόταφόν μου. «Τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνον τὴν ἀλήθειαν, ὅσον πικρὰ καὶ ἂν εἶναι,» διέταξεν μὲ βραχνὴν φωνήν. Εὑρισκόμην εἰς δεινὴν θέσιν. Πῶς νὰ εἴπω εἰς τοὺς δυστυχεῖς ὅτι αἱ ἐλπίδες τους διεψεύθησαν καὶ ὅτι τίποτε ἐξ ὅσων προσεδόκουν δὲν ἐξεπληρώθη; Ἐπιπροσθέτως, ὡς κομιστὴς δυσαρέστων εἰδήσεων, ἐφοβούμην διὰ τὴν ζωήν μου. Σταγόνες ψυχροῦ ἱδρῶτος ἐκόσμουν τὸ ὡραῖον μου μέτωπον. Τὰ πρόσωπα τῶν ἐπαναστατῶν ἐσκληρύνθησαν ἐκ τῆς ἀγωνίας. |
Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011
38. Η γνωριμία μου με τον Λένιν
Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011
36Α. Ο υἱός μου Albert
Σπογγίσασα τὰ χείλη της διὰ τῆς ἐμπροσθέλλας –κοινῶς ποδιᾶς– ἔσπευσεν εἰς τὸ μαγειρεῖον, ἐνῷ ἐγὼ ἀναβιβάσας τὴν περισκελίδα, ἀλλ’ ἀφήσας τὰ γεννητικά μου ὄργανα ἐκτὸς αὐτῆς δι’ εὐνοήτους λόγους -ποίους ἄραγε;!- ἀνέβην εἰς τὸν πρῶτον ὄροφον καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν τραπεζαρίαν ἐστάθην εἰς τὴν εἴσοδον μειδιῶν καὶ εὐδιάθετος.
Οἱ παρευρισκόμενοι μ’ ἐκοίταζον ὄρθιοι κι ἄλαλοι μετ’ ἀποδοκιμαστικῆς ἐκπλήξεως. Ἦσαν ἐκεῖ ἁπαξάπαντες: ἡ σύζυγός μου Adelaide, ὁ υἱός μου Albert, ὁ συμμαθητής του Marcel, καὶ ὁ οἰκογενειακός μας φίλος, ἰατρὸς Barnabe.
«Καθήσατε, καθήσατε, νὰ γευματίσωμεν,» τοὺς παρώτρυνα λαμβάνων θέσιν ἐπὶ κεφαλῆς. «Ἄλμπερτ, τὴν προσευχήν!» διέταξα.
Ἀντεπάθουν τὸν υἱόν μου Albert, διότι ἔβριθεν σπυρίων ἀκμῆς. Ὅλοι ἐκλίναμεν τὰς κεφαλὰς καὶ ὁ Ἄλμπερτ ἀπήγγειλεν μηχανικῶς τὴν σύντομον προσευχήν:
«Κύριε, Σ’ εὐχαριστοῦμεν διὰ τὸν ἐπιούσιον, ὑμνοῦμεν τὸ ὄνομά Σου, ὑπηρετοῦμεν τὸ θέλημά Σου καὶ δὲν παρεκκλίνομεν τοῦ ὀρθοῦ δρόμου. Ἀμήν.»
«Ἀμήν.»
Ἡ Ἄννια ἐπλήρωσεν τὰ πινάκια μὲ εὐώδη soupe de pistou –ζωμὸν λαχανικῶν.
«Mon chère...» ἤρχισεν ἡ Adelaide· - δὲν τῆς ἔδωσα σημασίαν. «Mon chère, Λαρρύ...» ἐπέμεινεν. «Σήμερον τὴν πρωίαν συνέβη κάτι τὸ ὁποῖον μὲ κατεθορύβησεν.» Ἡ Adelaide ἦτο ὑστερική.
«Μμ.., ναί;» ἔκαμα μὲ ἀπόλυτον ἀπάθειαν ἀπομακρύνων ἕναν δαῦκον –κοινῶς καρότο– ἐκ τοῦ ζωμοῦ μου, διότι οἱ δαῦκοι δὲν μοῦ ἤρεσαν.
«Ἦλθεν ὁ Marcel διὰ νὰ μελετήσουν μετὰ τοῦ Albert τὸ μάθημα τῶν μαθηματικῶν…»
Ἔπαιζον ὠθῶν διὰ τοῦ κοχλιαρίου τεμάχιον ἄρτου τὸ ὁποῖον ἐπέπλεεν εἰς τὸν ζωμόν μου ὡς μικρὰ λέμβος. Ἡ Ἀδελαῒς ἐσυνέχισεν:
»Ἐκτύπησα τὴν θύραν τοῦ δωματίου των προσκομίζουσα δύο ἀναψυκτικά, καὶ μὴ λαβοῦσα ἀπόκρισιν, ἐτόλμησα καὶ ἤνοιξα. Καὶ τί εἶδον Λαρρύ μου οἱ ὀφθαλμοί μου; Τί εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου;!»
Ἀνεσήκωσα τὸ βλέμμα ἐκ τοῦ πινακίου μου καὶ ἐκοίταξα τοὺς ὀφθαλμούς της: Ἦσαν βλακώδεις ὡς ἀγελάδος.
«Τί εἶδον οἱ ὡραῖοι ὀφθαλμοί σας, θησαυρέ μου;» εἶπα μὲ εἰρωνικὴν τρυφερότητα.
«Εἶδον εἰς τὴν κλίνην τὸν Marcel ἐπὶ τοῦ Albert μας, καὶ ὁ Μαρσὲλ ἠσπάζετο τὸν Ἄλμπερτ ἐρωτικῶς εἰς τὰ χείλη λέγων: ‘Albertin, Albertin! Mon amour, Albertin!’»
Διὰ μίαν στιγμὴν ἔμεινα κεχηνώς...
«Πῶς τὸν ἀπεκάλει;»
«Albertin.»
«Ἀλμπερτίν;! Μπουὰ-χὰ-χά!» ἐξέσπασα εἰς μέχρι δακρύων βροντώδεις γέλωτας. «Ἀλμπερτιίν, Ἀλμπερτιιίν..!» περιεγέλων αὐτὸν καὶ τὸν ἐδείκνυον διὰ τοῦ δείκτου.
Ἅπαντες μ’ ἐκοίταζον ἀποροῦντες, μὴ ἀντιλαμβανόμενοι ποῦ τὸ ἀστεῖον, καὶ συναισθανθεὶς τὸ βάρος τῆς κοινῆς γνώμης διὰ τὴν ἄστοχον –mal a propos– στάσιν μου ὡς πατρός, ἔβηξα –γκούχ, γκοὺχ– καὶ λαβὼν αὐστηρὸν ὕφος ἠρώτησα εὐθέως καὶ ἄνευ περιστροφῶν τὸν Albert.
«Εἶσαι πούστης, υἱέ μου;» ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ συγκρατήσω τοὺς γέλωτας τοὺς ὁποίους μετὰ δυσκολίας κατέπνιγον και.., «μπουὰχ-χὰ-χά! Ἀλμπερτίν! Ὦ θεέ μου! Σὲ γαμεῖ ὁ Marcel, Ἀλμπερτίν; Χὰ-χὰ-χά!»
«Papa, γίνεσθε χυδαῖος. Ο Marcel θὰ γίνῃ μία των ἡμερῶν μέγας συγγραφεύς. Μοῦ ὑπεσχέθη μάλιστα ὅτι θὰ ἀπαθανατίσῃ τὸν ἀσπασμόν μας εἰς τὸ μέγα μυθιστόρημα τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συγγράψῃ. Οἱ καθηγηταί μας εἰς τὸ Λύκειον τὸν ἐπαινοῦν καὶ τὸν ἐνθαρρύνουν συνεχῶς... Τοὺς προβληματίζει μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ προτάσεις του εἶναι σχοινοτενεῖς, τινὲς τῶν ὁποίων καταλαμβάνουσιν ἔκτασιν ἀρκετῶν σελίδων...»
Ἀπευθύνθην πρὸς τὸν Marcel μειδιῶν πονηρῶς:
«Κωλομπαριλίκι, ἔ Μαρσέλ;»
«Απαξιῶ, κύριε!» εἶπεν ἀνασηκώσας τὴν ὀφρὺν περιφρονητικῶς καὶ ἔλαβεν ἐκ τοῦ δίσκου ἓν γλύκισμα μαντλὲν ἐκ τοῦ ὁποίου ἐδοκίμασεν ὀλίγον.
«Μμμ..!» ἔκαμεν.
«Τί συμβαίνει Μαρσέλ;» τὸν ἠρώτησεν μὲ λατρείαν ὁ Ἄλμπερτ.
«Μμ, ἡ γεῦσις του... Ἡ γεῦσις του μοῦ ἐνθυμίζει, μοῦ ἐνθυμίζει…»
«Τί σᾶς ἐνθυμίζει; Τί σᾶς ἐνθυμίζει;»
Ἅπαντες ἐκρεμώμεθα ἐκ τῶν χειλέων του.
«Μμμ, ὡς ἄγκυρα ἀνασύρεται βραδέως ἐκ τῆς ἀβυσσαλέας μνήμης μου...» συνέχισεν ὁ Μαρσέλ.
Ἠγέρθην καὶ τὸν ἐνεψύχωσα μὲ ἐσφιγμένους γρόνθους:
«Θάρρος Μαρσέλ! Ἐμπρός! Ἀνδρίζου! Μπρούστ, Μπρούστ!»
«Ἄαχ, ὄχι!» ἔκαμεν ἀπογοητευμένος.
«Τί;!»
«Ἦτο πολὺ βαρεῖα ἀνάμνησις καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὴν ἀνελκύσω· ἡ ἅλυσσος ἐθραύσθη καὶ κατέπεσεν δυστυχῶς!»
«Φάγε ἓν ἀκόμη γλύκισμα ν’ ἀναλάβῃς,» εἶπα καὶ τοῦ προσέφερα τὸν δίσκον.
«Ἐνθυμοῦμαι.., ἐνθυμοῦμαι…»
«Τί;»
«Ἄααχ.., πάλιν μοῦ ἔπεσεν!»
«Γαμῶ το σου! Φάγε, φάγε νὰ ἐνδυναμωθῇς!» καὶ τοῦ ἔχωσα διὰ τῆς βίας δύο γλυκίσματα εἰς τὸ στόμα.
Ὁ Μαρσὲλ μὲ ὑπερπεπληρωμένον στόμα περιπεσῶν εἰς ἔκστασιν ἔλεγεν:
«Ἐνθυμοῦμαι, ὢ ναί, ἐπιτέλους ἐνθυμοῦμαι τὴν παιδικήν μου ἡλικίαν. Ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν κατεκλινόμην ἐνωρίς...»
«Θὰ γενῆτε μέγας συγγραφεύς!» τὸν ἐνεθάρρυνεν ὁ Ἄλμπερτ. «Θὰ συγγράψητε ποτάμιον μυθιστόρημα…»
Ἡ Ἀδελαῒς ἐπανέφερεν τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ὀξὺ οἰκογενειακόν μας πρόβλημα.
«Λαρρύ, φοβοῦμαι ὅτι ἐνῷ ὁ πολυαγαπημένος μας υἱὸς εἶναι κίναιδος – bardache, ἐσεῖς συμπεριφέρεσθε μὲ ἀκατανόητον ἀνευθυνότητα. Ὡς πατήρ του έχετε καθῆκον νὰ τὸν συνετίσητε.»
«Τί νὰ κάμνῃ ὁ πατὴρ ἂν ἀρέσει τοῦ υἱοῦ;»
«Ο Barnabe προτείνει ἐγκλεισμὸν τοῦ Albert εἰς τὴν κλινικήν του καὶ ἀφαιμάξεις διὰ βδελλῶν, χλιαρὰ καὶ παρατεταμένα λουτρά, ἐπιθέσεις πάγου ἐπὶ τῆς ὀσφυακῆς χώρας, ἀναφροδισιακὰ ποτά, φυτικὴ δίαιτα, καὶ ἀποχὴ ἀπὸ τροφὰς καὶ ποτὰ διεργετικά.»
«Ἐξαίρετος θεραπεία,» ἐπεκρότησα.
Ο Albert, εἰς τὸν ὁποῖον οὐδόλως ἤρεσεν ἡ ἰδέα, ἀντέδρασεν ὡς πούστης μὲ ὕπουλον καὶ δηκτικὸν τρόπον:
«Πάτερ, γνωρίζετε ὅτι ὁ ἰατρὸς εἶναι ἐραστὴς τῆς maman;»
«Πωῶς;!»
Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011
35. Ἡ μικρά Ἄννια
Τὴν θύραν ἤνοιξεν ἡ πάντοτε εὔχαρις, μικρὰ Ἄννια (Аня[1]). «Мои Аннушка, Мои Аннушка![2]» εἶπα μὲ χαμηλήν, βραγχώδη ἐκ τοῦ πόθου φωνήν, τείνων τὰς χεῖρας πρὸς τὰ δροσερά της στήθη.
«Ἄχ, κύριε· ἄχ, καλὲ κύριε! Θὰ σᾶς μαλώσω!» εἶπεν ἀκκιζομένη, διαφεύγουσα τῆς συλλήψεως δι’ ἐπιδεξίου ἑλιγμοῦ τοῦ εὐλυγίστου σώματός της. «Τὸ γεῦμα εἶναι ἕτοιμον καὶ σᾶς ἀναμένουν ἄνω εἰς τὴν τραπεζαρίαν ἵν’ ἀρχίσωσιν»
Ἤρχισα τότε νὰ λύω τὰ κομβία τῆς περισκελίδος μου ἐν σπουδῇ, λέγων:
«Τί ἔχει ἐδῶ ὁ κύριος Λαρρὺ διὰ τὸ μικρόν του τὸ πορνίδιον; Τί ἔχει, ἔ;»
«Τί, τιί;»
«Voila!» εἶπα ἑξαγαγὼν τὸ γαυριὸν πέος μὲ μίαν μεγαλόσχημον, θεατρικὴν κίνησιν. «Ἔχει πουλὶ γιὰ σένα!»
«O-la-la! Μία ψωλάρα σφύζουσα! Καλὲ κύριε, ὡσὰν ὀβίδα σᾶς εἶναι· κατέρυθρη καὶ ἕτοιμη νὰ ἐκραγῇ!»
«Μὴ φοβοῦ κόρη κεχαριτωμένη· ὁ κύριος μετά σοῦ,» εἶπα πλησιάζων μὲ προτεταμένην λεκάνην. «Θώπευσον, ἀσπάσου καὶ μετάλαβε αὐτῆς μετ’ εὐλαβείας,» τὴν ἐνεθάρρυνα.
Μόλις τὸ ἤγγιξεν ἀπεμακρύνθη, λέγουσα:
«Σᾶς τυφλώνει ἡ λαγνεία καὶ γίγνεσθε ῥιψοκίνδυνος. Ἡ κυρία ἀπὸ καιρὸ ὑποψιάζεται...»
«Νὰ σταθῇς νὰ σὲ γαμήσω λέγω ἐγὼ καὶ νὰ ἀφήσῃς τὰς δικαιολογίας,» εἶπα ὀργίλως.
Ἤρχισα νὰ τὴν καταδιώκω λάβρος πέριξ τῆς ῥοτόντας ἐπιχειρῶν νὰ ψαύσω τὰ ἀπιδοειδῆ[3] ὀπίσθιά της. Φεῦ, ἡ ἡλικία μου μ’ ἐπρόδωσεν! Συντόμως ἐξουθενώθην κι ἐστάθην ἀσθμαίνων, καταβεβλημένος, μὲ τὸ πέος ἀνὰ χεῖρα.
«Ἀννίτσκα μου· μικρά, τρυφερά μου δορκάς! –οὔφ!– ὑποφέρω· ὡς παῖς ἐν καμίνῳ φλέγομαι ἐκ τῆς καύλας ὁ τάλας· μάρτυς εἰμί, ἀναβαίνων τὸν Γολγοθὰν αἴρων βαρύτατον πέος –οὔφ!– δεσμώτης τοῦ πάθους εἶμαι κι ὁ ἄσπλαγχνος Πόθος μοῦ κατατρώγει τὰ σπλάγχνα...»
«Καλὲ κύριε, τὸ βλέμμα σας εἶναι θολερὸν καὶ ἀφεγγές· τί ἔχετε πάθει; Χὶ-χὶ-χί!»
«Ὑπερεπείγομαι νὰ σὲ γαμήσω, μανάρι μου! Μ’ ἐννοεῖς; Ἄχ, δὲν μὲ κατανοεῖς... Ὅλον το πρωινὸν εἰς τὸ ἐμπορικόν, ἐσυλλογιζόμην τὸ τρυφερὸν μουνέτον σου κι εἶχον πριαπισμὸν πολύωρον κι ὀδυνηρόν.»
«Χὶ-χὶ-χί! Θὰ σᾶς βάλω πέπερι εἰς τὴν γλῶτταν, κύριε· τί κακὰς λέξεις λέγετε!»
Οἱ ὀφθαλμοί μου ὑγράνθησαν καὶ εἶπον εἰς τόνον παρακλητικόν:
«Νὰ καθήσῃς νὰ σὲ γαμήσω Ἀννούλα μου, νὰ καθήσῃς σὲ παρακαλῶ... Βασανίζομαι, δὲν μὲ λυπεῖσαι; Βλέπεις τὸ κατάντημά μου; Βλέπεις τί μοῦ ἔχεις κάμνει; Τί θὰ κάμνω ἐγὼ τώρα μὲ τοῦτον τὸν κεκαυλωμένον ποῦτσον· ὄχι, εἰπέ μου σὲ παρακαλῶ, τί νὰ τὸν κάμνω;»
«Χὶ-χὶ-χί! Γίγνεσθε λίαν ἀστεῖος, κύριε.»
Εἶχον γίνει πράγματι περίγελως καὶ τὸ ἐγνώριζον. Εἶχον ποδοπατήσει τὴν ἀξιοπρέπειάν μου, εἶχον ἐξευτελισθῇ, εἶχον ταπεινωθῇ ἐνώπιόν τῆς ὑπηρετρίας... Αἴφνης φαεινὴν ἰδέαν εἶχα κι εἶπα:
«Νά, λαβέ, λαβὲ ταῦτα τὰ χρήματα διὰ νὰ ἀγοράσωμεν ἓν ἀκόμη τυφέκιον,» τῆς εἶπα ἐνσφηνώνων δύο χαρτονομίσματα τῶν εἴκοσι φράγκων –ὅλον το κέρδος τῆς ἡμέρας ἐκείνης– εἰς τὴν μεταξύ τῶν σφριγηλῶν μαστῶν της σχισμήν.
Ἡ Ἄννια ἦτο ἐξόριστος Ῥωσὶς κομμουνίστρια καὶ συνεκέντρωνεν δωρεὰς πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ κόμματος τῶν μπολσεβίκων, οἱ ὁποῖοι προετοίμαζον ἐπανάστασιν εἰς τὴν πατρίδα της. Ἐγὼ ποσῶς ἐνδιεφερόμην διὰ τὴν πολιτικὴν καὶ διὰ τὸν ἀναρχοκομμουνισμόν· ἐγὼ τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν ἦτο νὰ γαμῶ τὴν μικρὰν Ἄννια καὶ διὰ νὰ κερδίσω τὴν εὔνοιάν της ὑπεκρινόμην ὅτι συνεμεριζόμην τὸ πάθος της διὰ τοὺς πολιτικούς ἀγώνας.
Ἔκυψα εἰς τὸ ῥοδαλόν της οὖς ψιθυρίζων:
«Ὤ, βάλσαμον τῶν ὀφθαλμῶν μου· ὡς ἄνθος εὐωδιάζεις, ὡς χρυσαλλὶς σκορπίζεις τὴν χαράν! Ἐλθέ, ἐλθὲ νὰ μοῦ πάρῃς μίαν πίπαν, νὰ ἀνακουφισθῶ ὁ δυστυχὴς,» καὶ παρέσυρα αὐτὴν εἰς τὴν ὑπὸ τῆς κλίμακος μικρὰν ἀποθήκην ἔνθα ἡ μικρὰ κορασὶς ἐγονυπέτησεν εὐπειθῶς μὲ τὴν ῥάχην εἰς τὸν τοῖχον, ἀνοίγουσα τὸ τερπνὸν στόμα ὡς ἀνυπόμονος νεοσσὸς προσμένων τροφήν. Μόλις ὅμως ἤγγιξεν τὴν βάλανον εἰς τὰ χείλη, ἠρώτησεν:
«Θὰ ἔλθετε σήμερον εἰς τὴν ἔναρξιν τοῦ 5ου συνεδρίου τῆς Δευτέρας Διεθνοῦς;»
«Θὰ ἔλθω, γλυκεῖα μου· θὰ ἔλθω ἀνυπερθέτως. Λεῖξε τώρα, λεῖξε!»
«Ὤ, κύριε, εἶναι μέγα κρῖμα νὰ ἐξαπατᾶτε μίαν ἀδύναμον παιδίσκην μὲ ψευδεῖς ὑποσχέσεις προκειμένου νὰ σᾶς πεοθηλάσῃ.»
«Θὰ ἔλθω σοῦ λέγω, θὰ ἔλθω... Θὰ ἴδης. Θὰ ὑπάγωμεν ὁμοῦ εἰς τὸ πέμπτον συνέδριον μὲ βῆμα ταχύ. Βεβαίως... Οὐδεὶς θὰ λείψῃ ἐκ τοῦ πέμπτου συνεδρίου. Ζήτω τὸ 5ον συνέδριον! Λεῖξε ὅμως τώρα καλή μου, λεῖξε σὲ παρακαλῶ!»
«Θὰ εἶναι κρίσιμον διὰ τὸ μέλλον τοῦ κινήματος. Θὰ ληφθοῦν σημαντικαὶ ἀποφάσεις.»
«Γαμῶ τὸ κέρατό μου. Εἶναι σημαντικὸν καὶ κρίσιμον νὰ χύσω· ἀντιλαμβάνεσαι;»
Ὕψωσα τὰς χεῖρας ἐκ τῆς ἀπογνώσεως ἀναστενάζων:
«Θεέ, ἔλεος! Τί ἐζήτησα; Μίαν πίπαν ἐζήτησα κι ἐγὼ ὁ ταπεινός σου δοῦλος…»
«Ὁ товарищ Ульянов[5] ἡγεῖται τοῦ κόμματός μας καί...» γκλούπ! τὴν ἀπεστόμωσα αἰφνιδίως διὰ τοῦ μεγάλου διαμετρήματος φαλλοῦ, τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῆς διασταλθέντων ὑπερμέτρως.
Μὲ τὰς παλάμας ἐπὶ τοῦ τοίχου καὶ ἀνοικτά τα σκέλη ὤθουν διὰ παλινδρομικῶν κινήσεων τὸ ἄλκιμον πέος. Ἡ κεφαλὴ τῆς ὑπηρετρίας ἀντερειδομένη ἐπὶ τοῦ τοίχου μετέδιδεν τοὺς κραδασμοὺς τῶν γαμικῶν ὤσεων εἰς ὁλόκληρον τὸν οἶκον. Τὰ ὑαλικὰ τῆς οἰκίας συνήχουν τρέμοντα, ἡδονιζόμενα και αὐτά.
Κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον, τὸ δεκτικὸν κοράσιον ηὐνανίζετο διὰ τῆς δεξιᾶς συντόνως, ἀμιλλώμενοι ἀμφότεροι –ἀστὸς καὶ προλετάρια– τὸν καλὸν ἡδονικὸν ἀγώνα, συντηκόμενοι καὶ συγχωνευόμενοι ἐν τῇ ἐρωτικῇ καμίνῳ, ἀντικαθιστῶντες καὶ ὑπερβαίνοντες τὴν πάλην τῶν τάξεων δι’ ἐκείνης τῆς τερπνῆς τῶν ὀργώντων σωμάτων.
«Ἄννια!» ἠκούσθη ἡ ὀξεῖα κραυγὴ τῆς συζύγου μου. «Ἄννιαα!»
Ἡ μικρὰ ὑπηρέτρια ἀπεκρίθη εἰς τὸ κάλεσμα τῆς κυρίας της μὲ παραμεμορφωμένην φωνήν, «-αὰ-ιστα.., κυ-ίαα…»[6] ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ στόμα αὐτῆς ἦτο σφιγκτῶς πεπληρωμένον –κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, ἦτο ‘στουμπωμένη’– ἀπὸ τὸν κωνοειδῆ φαλλὸν τοῦ κυρίου της.
«Ἦλθεν ὁ κύριος, Ἄννια;»
«-αὰ-ι-τα, κυ-ία...»
«Διατί ἀργεῖ;»
«-ὰ χὺ-ῃ κι ἔ-χεται[7]»
«Τιί;»
«-ὰ χὺ-ῃ ὕδω- -ό-ω-ον κι ἔ-χεταιαι...[8]»
Παρελήρουν κατειλημμένος ὑπὸ βακχικῆς μανίας:
«Ῥόφει, ὦ ἀμβροσία τῆς ζωῆς μου κι ἐντρύφημα τῶν λογισμῶν μου! Ῥόφει, ὦ γλυκασμὲ τοῦ πέους μου! Ῥόφει ἰσχυρῶς κι ἀκαταπαύστως.»
Αἰσθανθεὶς τὸ ὀργασμικὸν κύμα -τσουνάμι ἦτο- πλησιάζον ἀκάθεκτον, ἐπέσπευσα τὰς ὠθήσεις καὶ ἀπεφόρτωσα κατὰ ριπὰς τὸ ἄφθονον καὶ ἀρωματικόν μου σπέρμα, χρεμετίζων ὡς ἵππος –ὅλοι μὲ ἤκουσαν– ὑπερχειλίζων τὸ χωρητικὸν στόμα τῆς ληπτικῆς μικρᾶς, ἥτις καταπίνουσα αὐτὸ ἀπλήστως μέχρι τελευταίας ῥανίδος, ἔφθασεν εἰς τὴν ἰδικήν της ἡδονικὴν κορύφωσιν.
Ἀπόσμασμα ἀπό τό μυθιστόρημα: ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
[1]Ηρωίδα τού Άντον Τσέχωφ στο θεατρικό έργο, ‘Ο Βυσσινόκηπος’
[2]Αννούσκα μου, Αννούσκα μου!
[3] αχλαδωτά
[4] Vladimir Ilyich Ulyanov (Lenin)
[5] Σύντροφος Οὐλιάνωφ
[6] Μάλιστα, κυρία
[7] Νὰ χύσῃ κι ἔρχεται.
[8] Νὰ χύσῃ ὕδωρ εἰς τὸ πρόσωπόν του κι ἔρχεται.
Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011
33. Στον κόσμο του παρελθόντος
Ζντούπ!
Οὐρανόθεν ἐρρίφθην ἐπὶ γῆς!
Κι ἔμεινα ἐκστατικὸς ἐκ τοῦ θαύματος τῆς ὑπάρξεως!
Πῶς δηλαδὴ ὑπῆρχον;
Διατί;
Πόθεν;
Ὑπῆρχον πράγματι;
Τί ἦτο ἡ ὕπαρξις;
Πῶς αὕτη κατέστη δυνατή;
Τί ἤμην πρὶν ὑπάρξω· καὶ τί μετά;
Καὶ τί θὰ ἤμην ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τώρα;
Καὶ ἐγνώριζον ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὰ ἀνωτέρω ζητήματα ὑπῆρχεν πρὶν ἐγερθοῦν αὐτά, ὑπάρχει καὶ ἐμφανίζεται ὡς τὰ ἐρωτήματα τὰ ἴδια, καὶ θὰ ὑπάρχει ἀφοῦ παύσουν νὰ ἔχουν αὐτὰ ἰσχὺν καὶ νόημα.
Κλίνας τὴν κεφαλὴν εἶδον ἔκπληκτος τὸ σῶμα μου: ἦτο γυμνόν, στιβαρόν, μαλλωτόν[1] καὶ μετρίου μᾶλλον ἀναστήματος. Λαβὼν ἐν τῇ παλάμῃ τὸ πέος, περιεργάσθην αὐτό· ἦτο βαρύ, μελανόμορφον, ἁδρομερὲς ὡς κωνάριον[2], ἐλαστικὸν ὡς πρὸς τὴν ἀφήν, ἔχον οὖλον[3] τρίχωμα. Καθ’ ὅλας τὰς ἐνδείξεις ἤμην ἀνὴρ πεντήκοντα -κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον[4]- ἐτῶν.
Ἔφερον πῖλον τύπου bowler ἐπὶ κεφαλῆς, βερνικωτὰ ὑποδήματα, καὶ περιπόδια μετὰ κνημοδετῶν[5]. Εἰς τὸν ἀριστερὸν βραχίονα εἶχον δεδιπλωμένα τὰ ἐσώρουχά μου, ὑποκάμισον, κοστούμι, ἐκράτουν δὲ καὶ ἀλεξίβροχον[6].
Ἠσθάνθην ἐντροπὴν διὰ τὴν γυμνότητά μου. Ἦτο βεβαίως Αὔγουστος μήν, ὁ καύσων ἀσφαλῶς ἀφόρητος, ἀλλὰ ἐν οὐδεμίᾳ περιπτώσει ἐδικαιολογούμην νὰ κυκλοφορῶ γυμνὸς ἀνὰ τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς ῥύμας τῆς πόλεως. Ἐκοίταξα ἀνήσυχος γύρω καὶ διεπίστωσα ὅτι εὑρισκόμην ἐπὶ τῆς μικρᾶς, γραφικῆς place de Furstenberg τῆς πόλεως τῶν Παρισίων. Εὐτυχῶς ἐκείνην τὴν μεσημβρινὴν ὥραν ἡ μικρὰ πλατεία ἦτο ἔρημος. Ἐκοίταξα πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς rue de l’ Abbaye· οὐδείς. Ἐκοίταξα καὶ πρὸς τὴν ἀντίθετον, ἐκείνης τῆς rue Jacob· μηδείς. Τὰ καταστήματα ἦσαν κλειδωμένα καὶ τὰ ἐξώφυλλα τῶν παραθύρων κεκλεισμένα· ἀλλὰ ὑπωπτεύθην ὀπίσω ἀπὸ τὰς περσίδας παιδικοὺς ὀφθαλμοὺς παρατηροῦντας μὲ φιλοπαίγμονα διάθεσιν τὸ πέος μου.
Ὁ ἥλιος μὲ συνέθλιβεν διὰ τῶν πυριφλεγῶν πελμάτων του. Ἱστάμην ἐκεῖ ἀμήχανος, ἄεργος, ἀπορῶν τί κάμνω ἐπὶ τῆς γῆς, διατί ζῶ, ‘chi sono io, chi sono gli altri’[7]. Ἐδίψων· καὶ ἡ δίψα ἐκείνη δὲν ἐκορρένετο δι’ ὕδατος ἀλλ’ ἦτο δίψα μεταφυσική, δίψα δι’ ἐκεῖνον τὸ ἄγνωστον τὸ ὁποῖον ἀπώλεσα ἀποκτήσας σῶμα καὶ ὕπαρξιν. Ἐσπόγγισα διὰ μανδηλίου τὸν ἱδρώτα ἐκ τοῦ κατερύθρου προσώπου μου. Ἐν τῇ ἄκρᾳ σιωπῇ, μοναδικὸς παρήγορος ἦχος, ὁ ἀσθενής, κελαρυστὸς ἦχος πίπτοντος ὕδατος μικρᾶς τινος κρήνης τῆς πλατείας.
Ἤκουσα τότε ὀπίσω μου εἰρωνικὸν γέλωτα παιδίσκης καὶ τὰκ-τὰκ-τάκ! κρότον δρομαίων βημάτων πλησιάζοντα. Δι’ αὐθορμήτου κινήσεως ἀπέκρυψα διὰ τῶν παλαμῶν τὰ γεννητικά μου ὄργανα κι ἐστράφην.., πλὴν ὅμως παιδίσκην – σᾶς ὁρκίζομαι, οὐκ εἶδον! «Marfa! Marfa!» ἤκουσα φωνὴν φωνάζουσαν τὸ ὄνομα αὐτῆς. Τὰ βήματα ἔκαμαν δύο κύκλους γύρω μου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπεμακρύνθησαν τῆς ἐντάσεώς των ἐξασθενουμένης, ἕως ὅτου ἔπαυσαν νὰ ἠχοῦν, ἐπικρατησάσης σιγῆς τάφου.
Ἤρχισα νὰ ἐνδύομαι τὸ ὑποκάμισον ὅταν αἴφνης, κρρρ..! τριγμὸς ἠκούσθη, καὶ τὸ κιγκλίδωμα τῆς ἁψιδωτῆς θύρας τοῦ ἔναντι ἀναγεννησιακοῦ κτιρίου τῆς rue Abbaye, ἤνοιξεν βραδέως καὶ ἐνεφανίσθη ἐπὶ τοῦ κατωφλίου μέγας ὄρνις –στρουθοκάμηλος τὸ εἶδος!
Τὸ βασιλικὸν πτηνὸν κατελθὸν μεγαλοπρεπῶς τὰς πέντε βαθμίδας τῆς κλίμακος κατευθύνθη πρὸς τὸ μέρος μου καὶ πλησιάσαν εἰς ἀπόστασιν πέντε περίπου μέτρων, ἐστάθη μὲ μετέωρον πόδα, κοιτάζον μὲ αὐταρχικόν, βλακῶδες βλέμμα.
Ἱστάμην ἀσάλευτος καθηλωμένος ὑπὸ τῶν διαπύρων ἀκτίνων τοῦ ἡλίου αἵτινες μὲ διεπέρων ἐκ τῆς κορυφῆς τῆς κεφαλῆς ἕως τῶν πελμάτων ὡς ὀβελίαν. Ἐγνώριζον βεβαίως ὅτι τὰ φαινόμενα ἀπατοῦν· ἀλλὰ διὰ πρώτην φορὰν μοῦ ἐδημιουργήθη ἡ ὑπόνοια ὅτι ἡ συνείδησις, –τοῦτο τὸ φαινόμενον τῶν φαινομένων– ἐλάμβανεν πληθώραν μορφῶν καὶ αὐτηπατᾶτο ἀντιλαμβανομένη τὰ ἰδικά της σχήματα ὡς δῆθεν ἐξωτερικήν, ἀντικειμενικήν, ἀνεξάρτητον ἀπὸ αὐτὴν πραγματικότητα... Αἰφνιδίως τὸ ἠλίθιον πτηνὸν ἐξέβαλεν ὀξεῖαν, πολεμικὴν κραυγὴν καὶ τινάσσον τοὺς πτέρυγας μοῦ ἐπετέθη ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας. Φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐτράπην εἰς ἄτακτον φυγήν.
Παρουσίαζον γελοῖον θέαμα καταδιωκόμενος ὑπὸ στρουθοκαμήλου, τρέχων ἡμίγυμνος πρὸς τὴν ὁδὸν Cardinale, ὅταν ἤρχισαν νὰ πίπτουν στὰκ-στὰκ-στάκ! σταγόνες οὐχὶ συνήθους βροχῆς, ἀλλ’ ἀμαυραί, στιγματίζουσαι τὰς λευκὰς πλάκας τῶν πεζοδρομίων, κηλιδώνουσαι τὰ φυλλώματα τῶν δένδρων, σπιλώνουσαι τὰς προσόψεις τῶν κτιρίων, ἀμαυρώνουσαι ταχέως τὴν πόλιν ὁλόκληρον. Ἔκπληκτος ἐκ τοῦ παρὰ φύσιν φαινομένου ἔσπευσα νὰ προφυλαχθῶ τόσον ἐγώ, ὅσον καὶ τὸ πτηνόν, ὑπὸ τοῦ ραβδωτοῦ, πρασίνου καὶ λευκοῦ, ὑφασματίνου στεγάσματος –κοινῶς τέντας- τοῦ ἐστιατορίου ‘La Santé par l’ Alimentation’ κειμένου εἰς τὴν συμβολὴν τῶν ὁδῶν Cardinale καὶ de l’ Abbaye.
Ἐξετάζων διὰ τοῦ δείκτου σταγόνα τινὰ διεπίστωσα ὅτι ἦτο μελάνη! Ἤκουσα τότε θρόισμα γραφίδος ἐπὶ χάρτου οὐρανόθεν, καὶ ἀναβλέπων, στάκ! κηλὶς μελάνης ἐπέπεσεν ὡς φώτησις ἐπὶ τοῦ μετώπου μου. Αἴφνης εἶχον τὴν παράξενον ἐπίγνωσιν ὅτι ἐγὼ καὶ ὁ κόσμος λέξεις εἴμεθα τὰς ὁποίας μυστηριώδης, ἀόρατος χεὶρ συγγράφει, διηγουμένη τὸν μῦθον τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσμου.
[1] μαλλιαρό
[2] χοντροκόμματο σαν κουκουνάρα
[3] σγουρό
[4] λίγο-πολύ
[5] κάλτσες με καλτσοδέτες
[6] ομπρέλα
Κυριακή 31 Ιουλίου 2011
31. Η προδοσία της Bluma
Χωρίς να προλάβω ν’ αντιδράσω ο γιγαντόσωμος θα πιέσει στο πρόσωπό μου ένα μεγάλο κομμάτι βαμβάκι εμποτισμένο με κάποια ουσία που θα μυρίζει πικραμύγδαλο. Θα προσπαθήσω να ελευθερωθώ, αλλά ο άντρας θα ’ναι πολύ δυνατός και δε θα μ’ αφήνει και σε λίγα δευτερόλεπτα θα παραλύσω· το σώμα μου θα αναισθητοποιηθεί εντελώς.
Θα κείτομαι γυμνή κι ασάλευτη· δε θα μπορώ ούτε το δαχτυλάκι μου να κουνήσω, ούτε να μιλήσω. Θ’ ακούω και θα βλέπω, αλλά με μια παράξενη, παραμορφωτική διαύγεια σαν να είμαι ξαπλωμένη στο βυθό και να βλέπω προς τα πάνω τους ανθρώπους που θα είναι έξω από το νερό. Οι δύο άνδρες με τις μακριές γενειάδες θα χαμογελούν παράξενα, τρομακτικά σχεδόν· ο κοντός θα μασά τσίχλα. Θα μ’ έχουν αδρανοποιήσει, όπως η αράχνη το θύμα της με το δηλητήριό της. Μ’ ένα πονηρό νεύμα θα συνεννοηθούν μεταξύ τους κι ο μικρόσωμος θα πει διστακτικά στη Bluma:
«Γκουχ, γκουχ, κυρία...»
Η Bluma θα στέκει γυμνή στο παράθυρο κοιτάζοντας έξω και θα καπνίζει αφηρημένα. Ο νάνος θα κάνει δυό βήματα προς το μέρος της και θα επαναλάβει πιο θαρρετά:
«Κυρία»
«Μμ..;»
«Μ’ όλο το σεβασμό...» θα πει βγάζοντας ταπεινά το καπέλο του. «Επιτρέπεται να γαμήσομεν (sic) κι εμείς αυτό το ωραίο μουνάκι;»
«Τι;»
«Σας παρακαλούμε καλέ κυρία, αφήστε μας να το γαμήσομεν,» θα παρέμβει ο γιγαντόσωμος.
«Βγάλε το καπέλο σου, ηλίθιε!» θα τον επιπλήξει ο κοντός. «Στην κυρία μιλάς.»
Θα υπακούσει αμέσως. «Ω, με συγχωρείτε, το ξέχασα.»
«Κάντε της ό,τι θέλετε...» θα πει εκείνη αδιάφορα· και μετά από μια μικρή παύση: «...γρήγορα μόνο!»
«Έννοια σας, κυρία...»
«Είστε πολύ καλή· σας ευχαριστούμε.»
«Εγώ πρώτος» θα πει ο κοντός.
«Γιατί εσύ πάντα πρώτος, Μω;» θα διαμαρτυρηθεί ο μεγαλόσωμος. «Καλέ κυρία, πείτε του κάτι, είναι άδικο!»
«Ο Μω πρώτος» θ’ αποφασίσει εκείνη.
Το ανθρωπάκι ο Μω θα ξεκουμπώσει την καμπαρντίνα, θα κατεβάσει τα παντελόνια του και θ’ ανέβει πάνω μου. Δε θα νιώθω απολύτως τίποτα· το σώμα μου θα ’ναι νεκρό. Ο άλλος, ο γίγαντας, θα βγάλει έξω έναν τεράστιο φαλλό και θα μαλακίζεται όση ώρα περιμένει. Η Bluma θα συνεχίζει να κοιτάζει την κίνηση κάτω στο δρόμο αφηρημένα. Θα φυσήξει ψηλά τον καπνό και θα πει:
«Δυστυχώς Larra, δεν μπορώ να κάνω τίποτα· είσαι μέρος του πειράματος. Όταν διάβασα το όνομά σου στον κατάλογο, ξαφνιάστηκα... Θα προτιμούσα βέβαια να μην ήσουν εσύ -πίστεψέ με- αλλά πρέπει να με καταλάβεις· δεν αποφασίζω εγώ γι’ αυτά τα πράγματα, άλλοι που βρίσκονται πολύ ψηλά αποφασίζουν...
»Η Paribas χρηματοδοτεί ένα μυστικό project με σκοπό να κατανοήσουμε πώς γεννιούνται οι ελπίδες στους ανθρώπους...»
«Ώωπα, αντρούλη μου· ώπα-ώπα, δωσ’ του!» θα ενθαρρύνει ο γιγαντόσωμος το σύντροφό του που θα ξεφυσά -ουφ, ουφ- πάνω στο πρόσωπό μου· η ανάσα του θα μυρίζει τη γλυκερή μυρωδιά της τσίχλας που θα μασάει.
Η Bluma θα συνεχίσει σαν να μονολογεί:
«Οι μάζες έχουν πειστεί από καιρό ότι δεν υπάρχει ελπίδα ν’ αλλάξει η κατάσταση κι έτσι προς το παρόν το status quo δεν απειλείται.
»Βεβαίως επιτρέπουμε στις μάζες να εκτονώνονται κατά διαστήματα σε πράξεις τυφλής βίας αλλά, αφού δεν ελπίζουν σε τίποτα, αποδέχονται τελικά την υπάρχουσα κατάσταση και αναγκαστικά επανέρχονται στα ίδια... Αν όμως αποκτούσαν κάποιο όραμα, τότε τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά· δε θα δίσταζαν να καταστρέψουν ολοσχερώς το σύστημά μας για να υλοποιήσουν το όραμά τους.»
«Έλα παλικαράκι μου, έλα αντρούλη μου, τέλειωνε να γαμήσω κι εγώ» θα πει ο γιγαντόσωμος στο Μω χτυπώντας τον τρυφερά στους γλουτούς. «Και.., φτύσε την τσίχλα· δεν μασάμε τσίχλα όταν γαμάμε. Είναι προσβλητικό, δεν έχεις τρόπους;»
«Σκάσε γαμώ το κέρατό μου! Μιλάει η κυρία, μιλάς κι εσύ, πώς να συγκεντρωθώ να χύσω;!»
Η Bluma δε θα τους ακούει:
«...Το τελευταίο διάστημα παρουσιάστηκαν αρκετές περιπτώσεις ατόμων τα οποία άρχισαν -εντελώς αναίτια- να ελπίζουν σ’ ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό μας ανησύχησε, γιατί η ελπίδα είναι εκ φύσεως ανατρεπτική για κάθε καθεστώς.
»Θέλουμε να καταλάβουμε πώς και γιατί γεννιούνται οι ελπίδες για να τις εξαλείψουμε εν τη γενέσει τους. Θέλουμε να μάθουμε γιατί αυτά τα παράξενα όντα που ονομάζονται ‘άνθρωποι’ επιμένουν να ελπίζουν ακόμη κι όταν όλα έχουν χαθεί. Επιλέχθηκαν λοιπόν μερικές δεκάδες άτομα από διάφορες χώρες που πάσχουν από ανίατες ασθένειες και που δεν έχουν καμιά ελπίδα σωτηρίας, κι αρχίσαμε να παρακολουθούμε -εν αγνοία τους φυσικά- τη συμπεριφορά τους και την εξέλιξη της ασθένειάς τους μέχρι το θάνατό τους...
»Σε μερικά απ’ αυτά λοιπόν εμφανίστηκε η παράλογη ελπίδα ότι θα γίνει κάποιο θαύμα και θα θεραπευτούν. Πώς; Γιατί; Η δική σου βέβαια περίπτωση είναι λίγο πιο σύνθετη κι γι’ αυτό πιο ενδιαφέρουσα. Ο έρωτάς σου για μένα αποδείχτηκε πιο ισχυρός από το φόβο του θανάτου, και η ελπίδα να με συναντήσεις σ’ έκανε να ξεπεράσεις όλα τα εμπόδια και τους κινδύνους. Ειλικρινά το βρίσκω συγκινητικό...»
Θα στρέψει το όμορφο κεφάλι της προς το μέρος μου.
»Τώρα που τα ’μαθες όλα, εξακολουθείς να μ’ αγαπάς; Δεν αισθάνεσαι προδομένη; Δε με μισείς; Ελπίζεις ακόμα; Σε τι; Το πείραμα συνεχίζεται...»
Θα κοιτάζει τους περαστικούς κάτω στο δρόμο αφηρημένα. Μετά θα πει κάτι που θα μου φανεί πολύ παράξενο και άσχετο.
«Θυμάσαι στο CERN? Το μεγάλο πείραμα δεν κατέληξε στην καταστροφή που όλοι γνωρίζουν... Κατέληξε σ’ ένα απρόβλεπτο αποτέλεσμα που το κρατήσαμε μυστικό, γιατί, αν γινόταν γνωστό, ίσως άλλαζε ο κόσμος... Γι’ αυτό φροντίσαμε να μη μαθευτεί»
Θα σβήσει τη γόπα στο περβάζι του παραθύρου και λέγοντας «φεύγουμε!» θ’ αρχίσει να ντύνεται αποφασιστικά.
«Μισό λεπτό να χύσω!» θα πει ο νάνος επιταχύνοντας τις κινήσεις της λεκάνης του.
«Κυρία, εγώ δε γάμησα!» θα παραπονεθεί ο γίγαντας σαν παιδί που δεν πρόλαβε να κάνει τραμπάλα.
Χλάτς - χλούτς! θα τους χαστουκίσει και τους δύο δυνατά.
«Φεύγουμε είπα· ακούσατε;!»
Ο κοντός θα φτύσει τη τσίχλα και θα με χώσουν σ’ ένα μεγάλο καννάβινο τσουβάλι. Ο γιγαντόσωμος θα με φορτωθεί στον ώμο, κι η τελευταία εικόνα που θα έχω πριν χάσω τις αισθήσεις μου, θα είναι η μεγάλη ροζ τσίχλα που θα επιμηκύνεται απ’ τη μοκέτα μέχρι τη σόλα του καθώς θα σηκώνει το πόδι του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


