Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

36Α. Ο υἱ­ός μου Albert

Σπογ­γί­σα­σα τὰ χεί­λη της δι­ὰ τῆς ἐμ­προ­σθέλ­λας –κοι­νῶς πο­δι­ᾶς– ἔ­σπευ­σεν εἰς τὸ μα­γει­ρεῖ­ον, ἐνῷ ἐ­γὼ ἀ­να­βι­βά­σας τὴν πε­ρι­σκε­λί­δα, ἀλ­λ’ ἀ­φή­σας τὰ γεν­νη­τι­κά μου ὄρ­γα­να ἐ­κτὸς αὐ­τῆς δι’ εὐ­νο­ή­τους λό­γους -ποί­ους ἄ­ρα­γε;!- ἀ­νέ­βην εἰς τὸν πρῶ­τον ὄ­ρο­φον καὶ εἰ­σελ­θὼν εἰς τὴν τρα­πε­ζα­ρί­αν ἐ­στά­θην εἰς τὴν εἴ­σο­δον μει­δι­ῶν καὶ εὐ­δι­ά­θε­τος.
Οἱ πα­ρευ­ρι­σκό­με­νοι μ’ ἐ­κοί­τα­ζον ὄρ­θι­οι κι ἄ­λα­λοι με­τ’ ἀ­πο­δο­κι­μα­στι­κῆς ἐκ­πλή­ξε­ως. Ἦ­σαν ἐ­κεῖ ἁ­πα­ξά­παν­τες: ἡ σύ­ζυ­γός μου Adelaide, ὁ υἱ­ός μου Albert, ὁ συμ­μα­θη­τής του Marcel, καὶ ὁ οἰ­κο­γε­νει­α­κός μας φί­λος, ἰ­α­τρὸς Barnabe.
«Κα­θή­σα­τε, κα­θή­σα­τε, νὰ γευ­μα­τί­σω­μεν,» τοὺς πα­ρώ­τρυ­να λαμ­βά­νων θέ­σιν ἐ­πὶ κε­φα­λῆς. «Ἄλ­μπερτ, τὴν προ­σευ­χήν!» δι­έ­τα­ξα.
Ἀν­τε­πά­θουν τὸν υἱ­όν μου Albert, δι­ό­τι ἔ­βρι­θεν σπυ­ρί­ων ἀ­κμῆς. Ὅ­λοι ἐ­κλί­να­μεν τὰς κε­φα­λὰς καὶ ὁ Ἄλ­μπερτ ἀ­πήγ­γει­λεν μη­χα­νι­κῶς τὴν σύν­το­μον προ­σευ­χήν:
«Κύ­ρι­ε, Σ’ εὐ­χα­ρι­στοῦ­μεν δι­ὰ τὸν ἐ­πι­ού­σι­ον, ὑ­μνοῦ­μεν τὸ ὄ­νο­μά Σου, ὑ­πη­ρε­τοῦ­μεν τὸ θέ­λη­μά Σου καὶ δὲν πα­ρεκ­κλί­νο­μεν τοῦ ὀρ­θοῦ δρό­μου. Ἀ­μήν.»
«Ἀ­μήν.»
Ἡ Ἄν­νι­α ἐ­πλή­ρω­σεν τὰ πι­νά­κι­α μὲ εὐ­ώ­δη soupe de pistou –ζω­μὸν λα­χα­νι­κῶν.
«Mon chère...» ἤρ­χι­σεν ἡ Adelaide· - δὲν τῆς ἔ­δω­σα ση­μα­σί­αν. «Mon chère, Λαρ­ρύ...» ἐ­πέ­μει­νεν. «Σή­με­ρον τὴν πρω­ί­αν συ­νέ­βη κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ον μὲ κα­τε­θο­ρύ­βη­σεν.» Ἡ Adelaide ἦ­το ὑ­στε­ρι­κή.
«Μμ.., ναί;» ἔ­κα­μα μὲ ἀ­πό­λυ­τον ἀ­πά­θει­αν ἀ­πο­μα­κρύ­νων ἕ­ναν δαῦ­κον –κοι­νῶς κα­ρό­το– ἐκ τοῦ ζω­μοῦ μου, δι­ό­τι οἱ δαῦ­κοι δὲν μοῦ ἤ­ρε­σαν.
«Ἦλ­θεν ὁ Marcel δι­ὰ νὰ με­λε­τή­σουν με­τὰ τοῦ Albert τὸ μά­θη­μα τῶν μα­θη­μα­τι­κῶν…»
Ἔ­παι­ζον ὠ­θῶν δι­ὰ τοῦ κο­χλι­α­ρί­ου τε­μά­χι­ον ἄρ­του τὸ ὁ­ποῖ­ον ἐ­πέ­πλε­εν εἰς τὸν ζω­μόν μου ὡς μι­κρὰ λέμ­βος. Ἡ Ἀ­δε­λα­ῒς ἐ­συ­νέ­χι­σεν:
»Ἐ­κτύ­πη­σα τὴν θύ­ραν τοῦ δω­μα­τί­ου των προ­σκο­μί­ζου­σα δύ­ο ἀ­να­ψυ­κτι­κά, καὶ μὴ λα­βοῦ­σα ἀ­πό­κρι­σιν, ἐ­τόλ­μη­σα καὶ ἤ­νοι­ξα. Καὶ τί εἶ­δον Λαρ­ρύ μου οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου; Τί εἶ­δον οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου;!»
Ἀ­νε­σή­κω­σα τὸ βλέμ­μα ἐκ τοῦ πι­να­κί­ου μου καὶ ἐ­κοί­τα­ξα τοὺς ὀ­φθαλ­μούς της: Ἦ­σαν βλα­κώ­δεις ὡς ἀ­γε­λά­δος.
«Τί εἶ­δον οἱ ὡ­ραῖ­οι ὀ­φθαλ­μοί σας, θη­σαυ­ρέ μου;» εἶ­πα μὲ εἰ­ρω­νι­κὴν τρυ­φε­ρό­τη­τα.
«Εἶ­δον εἰς τὴν κλί­νην τὸν Marcel ἐ­πὶ τοῦ Albert μας, καὶ ὁ Μαρ­σὲλ ἠ­σπά­ζε­το τὸν Ἄλ­μπερτ ἐ­ρω­τι­κῶς εἰς τὰ χεί­λη λέ­γων: ‘Albertin, Albertin! Mon amour, Albertin!’»
Δι­ὰ μί­αν στιγ­μὴν ἔ­μει­να κε­χη­νώς...
«Πῶς τὸν ἀ­πε­κά­λει;»
«Albertin.»
«Ἀλ­μπερ­τίν;! Μπου­ὰ-χὰ-χά!» ἐ­ξέ­σπα­σα εἰς μέ­χρι δα­κρύ­ων βρον­τώ­δεις γέ­λω­τας. «Ἀλ­μπερ­τι­ίν, Ἀλ­μπερ­τι­ι­ίν..!» πε­ρι­ε­γέ­λων αὐ­τὸν καὶ τὸν ἐ­δεί­κνυ­ον δι­ὰ τοῦ δεί­κτου.
Ἅ­παν­τες μ’ ἐ­κοί­τα­ζον ἀ­πο­ροῦν­τες, μὴ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­με­νοι ποῦ τὸ ἀ­στεῖ­ον, καὶ συ­ναι­σθαν­θεὶς τὸ βά­ρος τῆς κοι­νῆς γνώ­μης δι­ὰ τὴν ἄ­στο­χον –mal a propos– στά­σιν μου ὡς πα­τρός, ἔ­βη­ξα –γκούχ, γκοὺχ– καὶ λα­βὼν αὐ­στη­ρὸν ὕ­φος ἠ­ρώ­τη­σα εὐ­θέ­ως καὶ ἄ­νευ πε­ρι­στρο­φῶν τὸν Albert.
«Εἶ­σαι πού­στης, υἱ­έ μου;» ἀλ­λὰ δὲν ἠ­δυ­νή­θην νὰ συγ­κρα­τή­σω τοὺς γέ­λω­τας τοὺς ὁ­ποί­ους με­τὰ δυ­σκο­λί­ας κα­τέ­πνι­γον και.., «μπου­ὰχ-χὰ-χά! Ἀλ­μπερ­τίν! Ὦ θε­έ μου! Σὲ γα­μεῖ ὁ Marcel, Ἀλ­μπερ­τίν; Χὰ-χὰ-χά!»
«Papa, γί­νε­σθε χυ­δαῖ­ος. Ο Marcel θὰ γί­νῃ μί­α των ἡ­με­ρῶν μέ­γας συγ­γρα­φεύς. Μοῦ ὑ­πε­σχέ­θη μά­λι­στα ὅ­τι θὰ ἀ­πα­θα­να­τί­σῃ τὸν ἀ­σπα­σμόν μας εἰς τὸ μέγα μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ον πρό­κει­ται νὰ συγγρά­ψῃ. Οἱ κα­θη­γη­ταί μας εἰς τὸ Λύ­κει­ον τὸν ἐ­παι­νοῦν καὶ τὸν ἐν­θαρ­ρύ­νουν συ­νε­χῶς... Τοὺς προ­βλη­μα­τί­ζει μό­νον τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι αἱ προ­τά­σεις του εἶ­ναι σχοι­νο­τε­νεῖς, τι­νὲς τῶν ὁ­ποί­ων κα­τα­λαμ­βά­νου­σιν ἔ­κτα­σιν ἀρ­κε­τῶν σε­λί­δων...»
Ἀ­πευ­θύν­θην πρὸς τὸν Marcel μει­δι­ῶν πο­νη­ρῶς:
«Κω­λομ­πα­ρι­λί­κι, ἔ Μαρ­σέλ;»
«Α­πα­ξι­ῶ, κύ­ρι­ε!» εἶ­πεν ἀ­να­ση­κώ­σας τὴν ὀ­φρὺν πε­ρι­φρο­νη­τι­κῶς καὶ ἔλαβεν ἐκ τοῦ δί­σκου ἓν γλύ­κι­σμα μαν­τλὲν ἐκ τοῦ ὁ­ποί­ου ἐ­δο­κί­μα­σεν ὀ­λί­γον.
«Μμμ..!» ἔ­κα­μεν.
«Τί συμ­βαί­νει Μαρ­σέλ;» τὸν ἠ­ρώ­τη­σεν μὲ λα­τρεί­αν ὁ Ἄλ­μπερτ.
«Μμ, ἡ γεῦ­σις του... Ἡ γεῦ­σις του μοῦ ἐν­θυ­μί­ζει, μοῦ ἐν­θυ­μί­ζει…»
«Τί σᾶς ἐν­θυ­μί­ζει; Τί σᾶς ἐν­θυ­μί­ζει;»
Ἅ­παν­τες ἐ­κρε­μώ­με­θα ἐκ τῶν χει­λέ­ων του.
«Μμμ, ὡς ἄγ­κυ­ρα ἀ­να­σύ­ρε­ται βρα­δέ­ως ἐκ τῆς ἀ­βυσ­σα­λέ­ας μνή­μης μου...» συ­νέ­χι­σεν ὁ Μαρ­σέλ.
Ἠ­γέρ­θην καὶ τὸν ἐ­νε­ψύ­χω­σα μὲ ἐ­σφιγ­μέ­νους γρόν­θους:
«Θάρ­ρος Μαρ­σέλ! Ἐμ­πρός! Ἀν­δρί­ζου! Μπρού­στ, Μπρού­στ!»
«Ἄ­αχ, ὄ­χι!» ἔ­κα­μεν ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος.
«Τί;!»
«Ἦ­το πο­λὺ βα­ρεῖ­α ἀ­νά­μνη­σις καὶ δὲν ἠ­δυ­νή­θην νὰ τὴν ἀ­νελ­κύ­σω· ἡ ἅ­λυσ­σος ἐ­θραύ­σθη καὶ κα­τέ­πε­σεν δυ­στυ­χῶς!»
«Φά­γε ἓν ἀ­κό­μη γλύ­κι­σμα ν’ ἀ­να­λά­βῃς,» εἶ­πα καὶ τοῦ προ­σέ­φε­ρα τὸν δί­σκον.
«Ἐν­θυ­μοῦ­μαι.., ἐν­θυ­μοῦ­μαι…»
«Τί;»
«Ἄ­α­αχ.., πά­λιν μοῦ ἔ­πε­σεν!»
«Γα­μῶ το σου! Φά­γε, φά­γε νὰ ἐν­δυ­να­μω­θῇς!» καὶ τοῦ ἔ­χω­σα δι­ὰ τῆς βί­ας δύ­ο γλυ­κί­σμα­τα εἰς τὸ στό­μα.
Ὁ Μαρ­σὲλ μὲ ὑ­περ­πε­πλη­ρω­μέ­νον στό­μα πε­ρι­πε­σῶν εἰς ἔκ­στα­σιν ἔ­λε­γεν:
«Ἐν­θυ­μοῦ­μαι, ὢ ναί, ἐ­πι­τέ­λους ἐν­θυ­μοῦ­μαι τὴν παι­δι­κήν μου ἡ­λι­κί­αν. Ἐ­πὶ σει­ρὰν ἐ­τῶν κα­τε­κλι­νό­μην ἐ­νω­ρίς...»
«Θὰ γε­νῆ­τε μέ­γας συγ­γρα­φεύς!» τὸν ἐ­νε­θάρ­ρυ­νεν ὁ Ἄλ­μπερτ. «Θὰ συγ­γρά­ψη­τε πο­τά­μι­ον μυ­θι­στό­ρη­μα…»
Ἡ Ἀ­δε­λα­ῒς ἐ­πα­νέ­φε­ρεν τὴν συ­ζή­τη­σιν εἰς τὸ ὀ­ξὺ οἰ­κο­γε­νει­α­κόν μας πρό­βλη­μα.
«Λαρ­ρύ, φο­βοῦ­μαι ὅ­τι ἐνῷ ὁ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νος μας υἱ­ὸς εἶ­ναι κί­ναι­δος – bardache, ἐ­σεῖς συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σθε μὲ ἀ­κα­τα­νό­η­τον ἀ­νευ­θυ­νό­τη­τα. Ὡς πα­τήρ του έ­χε­τε κα­θῆ­κον νὰ τὸν συ­νε­τί­ση­τε.»
«Τί νὰ κά­μνῃ ὁ πα­τὴρ ἂν ἀ­ρέ­σει τοῦ υἱ­οῦ;»
«Ο Barnabe προ­τεί­νει ἐγ­κλει­σμὸν τοῦ Albert εἰς τὴν κλι­νι­κήν του καὶ ἀ­φαι­μά­ξεις δι­ὰ βδελ­λῶν, χλι­α­ρὰ καὶ πα­ρα­τε­τα­μέ­να λου­τρά, ἐ­πι­θέ­σεις πά­γου ἐ­πὶ τῆς ὀ­σφυ­α­κῆς χώ­ρας, ἀ­να­φρο­δι­σι­α­κὰ πο­τά, φυ­τι­κὴ δί­αι­τα, καὶ ἀ­πο­χὴ ἀ­πὸ τρο­φὰς καὶ πο­τὰ δι­ερ­γε­τι­κά.»
«Ἐ­ξαί­ρε­τος θε­ρα­πεί­α,» ἐ­πε­κρό­τη­σα.
Ο Albert, εἰς τὸν ὁ­ποῖ­ον οὐ­δό­λως ἤ­ρε­σεν ἡ ἰ­δέ­α, ἀν­τέ­δρα­σεν ὡς πού­στης μὲ ὕ­που­λον καὶ δη­κτι­κὸν τρό­πον:
«Πά­τερ, γνω­ρί­ζε­τε ὅ­τι ὁ ἰ­α­τρὸς εἶ­ναι ἐ­ρα­στὴς τῆς maman;»
«Πω­ῶς;!»


1 σχόλιο:

  1. Αιχμηρό ..
    γεματο εμμονές...
    μα...
    πως αλλιως να σμιλευτεί το αίτιο της Γραφης?..

    Ενας μεγαλος συγγραφεας ελεγε:

    Αβίαστα Γραφουμε ΜΟΝΟ για όσα Ζήσαμε ή Φανταστήκαμε ... δλδ όσα λαχταρήσαμε να ζήσουμε, μα δεν... ακόμη....

    Δύσκολη η γλώσσα που επιλέγεις για μία τσιγγάνα αγραμματη!!!..

    μα όσο μπορώ παρακολουθώ τα δύσκολα δρώμενα!!!

    ΦΙΛΙ..... και καλώς σε βρήκα και εδω...

    {πεισμώνω να σμιλέψω με τη φαντασία το πρόσωπο που κάποιος είπε πως .. στερείσαι, μαλλον από επιλογή!!!...}

    ΑπάντησηΔιαγραφή