Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

31. Η προδοσία της Bluma


Χω­ρίς να προ­λά­βω ν’ αν­τι­δρά­σω ο γι­γαν­τό­σω­μος θα πι­έ­σει στο πρό­σω­πό μου έ­να με­γά­λο κομ­μά­τι βαμ­βά­κι εμ­πο­τι­σμέ­νο με κά­ποι­α ου­σί­α που θα μυ­ρί­ζει πι­κρα­μύ­γδα­λο. Θα προ­σπα­θή­σω να ε­λευ­θε­ρω­θώ, αλ­λά ο άν­τρας θα ’­ναι πο­λύ δυ­να­τός και δε θα μ’ α­φή­νει και σε λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα θα πα­ρα­λύσ­ω· το σώ­μα μου θα α­ναι­σθη­το­ποι­η­θεί εν­τε­λώς.
Θα κεί­το­μαι γυ­μνή κι α­σά­λευ­τη· δε θα μπο­ρώ ού­τε το δα­χτυ­λά­κι μου να κου­νή­σω, ού­τε να μι­λή­σω. Θ’ α­κού­ω και θα βλέ­πω, αλ­λά με μια πα­ρά­ξε­νη, πα­ρα­μορ­φω­τι­κή δια­ύγεια σαν να εί­μαι ξα­πλω­μέ­νη στο βυ­θό και να βλέ­πω προς τα πά­νω τους αν­θρώ­πους που θα εί­ναι έ­ξω α­πό το νε­ρό. Οι δύ­ο άν­δρες με τις μα­κρι­ές γε­νειά­δες θα χα­μο­γε­λούν πα­ρά­ξε­να, τρο­μα­κτι­κά σχε­δόν· ο κον­τός θα μα­σά τσί­χλα. Θα μ’ έ­χουν α­δρα­νο­ποι­ή­σει, ό­πως η α­ρά­χνη το θύ­μα της με το δη­λη­τή­ριό της. Μ’ έ­να πο­νη­ρό νεύ­μα θα συ­νεν­νο­η­θούν με­τα­ξύ τους κι ο μι­κρό­σω­μος θα πει δι­στα­κτι­κά στη B­l­u­ma:
«Γκουχ, γκουχ, κυ­ρί­α.­.­.»
Η B­l­u­ma θα στέ­κε­ι γυ­μνή στο πα­ρά­θυ­ρο κοι­τά­ζον­τας έ­ξω και θα κα­πνί­ζει α­φη­ρη­μέ­να. Ο νά­νος θα κά­νει δυ­ό βή­μα­τα προς το μέ­ρος της και θα ε­πα­να­λά­βει πιο θαρ­ρε­τά:
«Κυ­ρί­α»
«Μμ.­.­;»
«Μ’ ό­λο το σε­βα­σμό.­.­.» θα πει βγά­ζον­τας τα­πει­νά το κα­πέ­λο του. «Ε­πι­τρέ­πε­ται να γα­μή­σο­μεν (s­ic) κι ε­μείς αυ­τό το ω­ραί­ο μου­νά­κι;»
«Τι;»
«Σας πα­ρα­κα­λού­με κα­λέ κυ­ρί­α, α­φή­στε μας να το γα­μή­σο­μεν,» θα πα­ρέμ­βει ο γι­γαν­τό­σω­μος.
«Βγά­λε το κα­πέ­λο σου, η­λί­θι­ε!» θα τον ε­πι­πλή­ξει ο κον­τός. «Στην κυ­ρί­α μι­λάς.»
Θα υ­πα­κού­σει α­μέ­σως. «Ω, με συγ­χω­ρεί­τε, το ξέ­χα­σα.»
«Κάν­τε της ό,τι θέ­λε­τε.­.­.» θα πει ε­κεί­νη α­δι­ά­φο­ρα· και με­τά α­πό μια μι­κρή παύ­ση: «­.­..γρή­γο­ρα μό­νο!»
«Έν­νοι­α σας, κυ­ρί­α.­.­.»
«Εί­στε πο­λύ κα­λή· σας ευ­χα­ρι­στού­με.»
«Ε­γώ πρώ­τος» θα πει ο κον­τός.
«Για­τί ε­σύ πάν­τα πρώ­τος, Μω;» θα δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεί ο με­γα­λό­σω­μος. «Κα­λέ κυ­ρί­α, πεί­τε του κά­τι, εί­ναι ά­δι­κο!»
«Ο Μω πρώ­τος» θ’ α­πο­φα­σί­σει ε­κεί­νη.
Το αν­θρω­πά­κι ο Μω θα ξε­κουμ­πώ­σει την καμ­παρ­ντί­να, θα κα­τε­βά­σει τα παν­τε­λό­νια του και θ’ α­νέ­βει πά­νω μου. Δε θα νι­ώ­θω α­πο­λύ­τως τί­πο­τα· το σώ­μα μου θα ’­ναι νε­κρό. Ο άλ­λος, ο γί­γαν­τας, θα βγά­λει έ­ξω έ­ναν τε­ρά­στιο φαλ­λό και θα μα­λα­κί­ζε­ται ό­ση ώ­ρα πε­ρι­μέ­νει. Η B­l­u­ma θα συ­νε­χί­ζει να κοι­τά­ζει την κί­νη­ση κά­τω στο δρό­μο α­φη­ρη­μέ­να. Θα φυ­σή­ξει ψη­λά τον κα­πνό και θα πει:
«Δυ­στυ­χώς L­a­r­ra, δεν μπο­ρώ να κά­νω τί­πο­τα· εί­σαι μέ­ρος του πει­ρά­μα­τος. Ό­ταν δι­ά­βα­σα το ό­νο­μά σου στον κα­τά­λο­γο, ξαφ­νι­ά­στη­κα.­.. Θα προ­τι­μού­σα βέ­βαι­α να μην ή­σουν ε­σύ -πί­στε­ψέ με- αλ­λά πρέ­πει να με κα­τα­λά­βεις· δεν α­πο­φα­σί­ζω ε­γώ γι’ αυ­τά τα πράγ­μα­τα, άλ­λοι που βρί­σκον­ται πο­λύ ψη­λά α­πο­φα­σί­ζουν.­..
»Η P­a­r­i­b­as χρη­μα­το­δο­τεί έ­να μυ­στι­κό p­r­o­j­e­ct με σκο­πό να κα­τα­νο­ή­σου­με πώς γεν­νι­ούν­ται οι ελ­πί­δες στους αν­θρώ­πους.­.­.»
«Ώ­ω­πα, αν­τρού­λη μου· ώ­πα-ώ­πα, δω­σ’ του!» θα εν­θαρ­ρύ­νει ο γι­γαν­τό­σω­μος το σύν­τρο­φό του που θα ξε­φυ­σά -ουφ, ουφ- πά­νω στο πρό­σω­πό μου· η α­νά­σα του θα μυ­ρί­ζει τη γλυ­κε­ρή μυ­ρω­διά της τσί­χλας που θα μα­σά­ει.
Η B­l­u­ma θα συ­νε­χί­σει σαν να μο­νο­λο­γεί:
«Οι μά­ζες έ­χουν πει­στεί α­πό και­ρό ό­τι δεν υ­πάρ­χει ελ­πί­δα ν’ αλ­λά­ξει η κα­τά­στα­ση κι έ­τσι προς το πα­ρόν το status quo δεν α­πει­λεί­ται.
»Βε­βαί­ως ε­πι­τρέ­που­με στις μά­ζες να ε­κτο­νώ­νον­ται κα­τά δι­α­στή­μα­τα σε πρά­ξεις τυ­φλής βί­ας αλ­λά, α­φού δεν ελ­πί­ζουν σε τί­πο­τα, α­πο­δέ­χον­ται τε­λι­κά την υ­πάρ­χου­σα κα­τά­στα­ση και α­ναγ­κα­στι­κά ε­πα­νέρ­χον­ται στα ί­δια.­.. Αν ό­μως α­πο­κτού­σαν κά­ποι­ο ό­ρα­μα, τό­τε τα πράγ­μα­τα θα ή­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά· δε θα δί­στα­ζαν να κα­τα­στρέ­ψουν ο­λο­σχε­ρώς το σύ­στη­μά μας για να υ­λο­ποι­ή­σουν το ό­ρα­μά τους.»
«Έ­λα πα­λι­κα­ρά­κι μου, έ­λα αν­τρού­λη μου, τέ­λει­ω­νε να γα­μή­σω κι ε­γώ» θα πει ο γι­γαν­τό­σω­μος στο Μω χτυ­πών­τας τον τρυ­φε­ρά στους γλου­τούς. «Και.­., φτύ­σε την τσί­χλα· δεν μα­σά­με τσί­χλα ό­ταν γα­μά­με. Είναι προσβλητικό, δεν έχεις τρόπους;»
«Σκά­σε γα­μώ το κέ­ρα­τό μου! Μι­λά­ει η κυ­ρί­α, μι­λάς κι ε­σύ, πώς να συγ­κεν­τρω­θώ να χύ­σω;­!»
Η B­l­u­ma δε θα τους α­κού­ει:
«­.­..Το τε­λευ­ταί­ο δι­ά­στη­μα πα­ρου­σι­ά­στη­καν αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις α­τό­μων τα ο­ποί­α άρ­χι­σαν -εν­τε­λώς α­ναί­τια- να ελ­πί­ζουν σ’ έ­να κα­λύ­τε­ρο μέλ­λον. Αυ­τό μας α­νη­σύ­χη­σε, για­τί η ελ­πί­δα εί­ναι εκ φύ­σε­ως α­να­τρε­πτι­κή για κά­θε κα­θε­στώς.
»Θέ­λου­με να κα­τα­λά­βου­με πώς και για­τί γεν­νι­ούν­ται οι ελ­πί­δες για να τις ε­ξα­λεί­ψου­με εν τη γε­νέ­σει τους. Θέ­λου­με να μά­θου­με για­τί αυ­τά τα πα­ρά­ξε­να όν­τα που ο­νο­μά­ζον­ται ‘άν­θρω­ποι’ ε­πι­μέ­νουν να ελ­πί­ζουν α­κό­μη κι ό­ταν ό­λα έ­χουν χα­θεί. Ε­πι­λέ­χθη­καν λοι­πόν με­ρι­κές δε­κά­δες ά­το­μα α­πό δι­ά­φο­ρες χώ­ρες που πά­σχουν α­πό α­νί­α­τες α­σθέ­νει­ες και που δεν έ­χουν κα­μιά ελ­πί­δα σω­τη­ρί­ας, κι αρ­χί­σα­με να πα­ρα­κο­λου­θού­με -εν α­γνοί­α τους φυ­σι­κά- τη συμ­πε­ρι­φο­ρά τους και την ε­ξέ­λι­ξη της α­σθέ­νειάς τους μέ­χρι το θά­να­τό τους.­..
»Σε με­ρι­κά α­π’ αυ­τά λοι­πόν εμ­φα­νί­στη­κε η πα­ρά­λο­γη ελ­πί­δα ό­τι θα γί­νει κά­ποι­ο θαύ­μα και θα θε­ρα­πευ­τούν. Πώς; Για­τί; Η δι­κή σου βέ­βαι­α πε­ρί­πτω­ση εί­ναι λί­γο πιο σύν­θε­τη κι γι’ αυ­τό πιο εν­δι­α­φέ­ρου­σα. Ο έ­ρω­τάς σου για μέ­να α­πο­δεί­χτη­κε πιο ι­σχυ­ρός α­πό το φό­βο του θα­νά­του, και η ελ­πί­δα να με συ­ναν­τή­σεις σ’ έ­κα­νε να ξε­πε­ρά­σεις ό­λα τα εμ­πό­δια και τους κιν­δύ­νους. Ει­λι­κρι­νά το βρί­σκω συγ­κι­νη­τι­κό.­.­.»
Θα στρέ­ψει το ό­μορ­φο κε­φά­λι της προς το μέ­ρος μου.
»Τώ­ρα που τα ’­μα­θες ό­λα, ε­ξα­κο­λου­θείς να μ’ α­γα­πάς; Δεν αι­σθά­νε­σαι προ­δο­μέ­νη; Δε με μι­σείς; Ελ­πί­ζεις α­κό­μα; Σε τι; Το πεί­ρα­μα συ­νε­χί­ζε­ται.­.­.»
Θα κοι­τά­ζει τους πε­ρα­στι­κούς κά­τω στο δρό­μο α­φη­ρη­μέ­να. Με­τά θα πει κά­τι που θα μου φα­νεί πο­λύ πα­ρά­ξε­νο και ά­σχε­το.
«Θυ­μά­σαι στο C­E­RN? Το με­γά­λο πεί­ρα­μα δεν κα­τέ­λη­ξε στην κα­τα­στρο­φή που ό­λοι γνω­ρί­ζουν.­.. Κα­τέ­λη­ξε σ’ έ­να α­πρό­βλε­πτο α­πο­τέ­λε­σμα που το κρα­τή­σα­με μυ­στι­κό, για­τί, αν γι­νό­ταν γνω­στό, ί­σως άλ­λα­ζε ο κό­σμος.­.. Γι’ αυ­τό φρον­τί­σα­με να μη μα­θευ­τεί»
Θα σβή­σει τη γό­πα στο περ­βά­ζι του πα­ρα­θύ­ρου και λέ­γον­τας «φεύ­γου­με!» θ’ αρ­χί­σει να ντύ­νε­ται α­πο­φα­σι­στι­κά.
«Μι­σό λε­πτό να χύ­σω!» θα πει ο νά­νος ε­πι­τα­χύ­νον­τας τις κι­νή­σεις της λε­κά­νης του.
«Κυ­ρί­α, ε­γώ δε γά­μη­σα!» θα πα­ρα­πο­νε­θεί ο γί­γαν­τας σαν παι­δί που δεν πρό­λα­βε να κά­νει τραμ­πά­λα.
Χλάτς - χλούτς! θα τους χα­στου­κί­σει και τους δύ­ο δυ­να­τά.
«Φεύ­γου­με εί­πα· α­κού­σα­τε;­!»
Ο κον­τός θα φτύ­σει τη τσί­χλα και θα με χώ­σουν σ’ έ­να με­γά­λο καν­νά­βι­νο τσου­βά­λι. Ο γι­γαν­τό­σω­μος θα με φορ­τω­θεί στον ώ­μο, κι η τε­λευ­ταί­α ει­κό­να που θα έ­χω πριν χά­σω τις αι­σθή­σεις μου, θα εί­ναι η με­γά­λη ροζ τσί­χλα που θα ε­πι­μη­κύ­νε­ται α­π’ τη μο­κέ­τα μέ­χρι τη σό­λα του κα­θώς θα ση­κώ­νει το πό­δι του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου