Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

35. Ἡ μικρὰ Ἄννια


εἰς Ἀν­δρέ­αν Ἐμ­πει­ρί­κον
Τ
ὴν θύ­ραν ἤ­νοι­ξεν ἡ πάν­το­τε εὔ­χα­ρις, μι­κρὰ Ἄν­νι­α (Аня[1]). «Мои Аннушка, Мои Аннушка![2]» εἶ­πα μὲ χα­μη­λήν, βραγχώ­δη ἐκ τοῦ πό­θου φω­νήν, τεί­νων τὰς χεῖ­ρας πρὸς τὰ δρο­σε­ρά της στή­θη.
«Ἄχ, κύ­ρι­ε· ἄχ, κα­λὲ κύ­ρι­ε! Θὰ σᾶς μα­λώ­σω!» εἶ­πεν ἀκ­κι­ζο­μέ­νη, δι­α­φεύ­γου­σα τῆς συλ­λή­ψε­ως δι’ ἐ­πι­δε­ξί­ου ἑ­λιγ­μοῦ τοῦ εὐ­λυ­γί­στου σώ­μα­τός της. «Τὸ γεῦ­μα εἶ­ναι ἕ­τοι­μον καὶ σᾶς ἀ­να­μέ­νουν ἄ­νω εἰς τὴν τρα­πε­ζα­ρί­αν ἵ­ν’ ἀρ­χί­σω­σιν»
Ἤρ­χι­σα τό­τε νὰ λύ­ω τὰ κομ­βί­α τῆς πε­ρι­σκε­λί­δος μου ἐν σπου­δῇ, λέ­γων:
«Τί ἔ­χει ἐ­δῶ ὁ κύ­ρι­ος Λαρ­ρὺ δι­ὰ τὸ μι­κρόν του τὸ πορ­νί­δι­ον; Τί ἔ­χει, ἔ;»
«Τί, τι­ί;»
«Voila!» εἶ­πα ἑ­ξα­γα­γὼν τὸ γαυριὸν πέ­ος μὲ μί­αν με­γα­λό­σχη­μον, θε­α­τρι­κὴν κί­νη­σιν. «Ἔ­χει που­λὶ γι­ὰ σέ­να!»
«O-la-la! Μί­α ψω­λά­ρα σφύ­ζου­σα! Κα­λὲ κύ­ρι­ε, ὡ­σὰν ὀ­βί­δα σᾶς εἶ­ναι· κα­τέ­ρυ­θρη καὶ ἕ­τοι­μη νὰ ἐ­κρα­γῇ!»
«Μὴ φο­βοῦ κό­ρη κε­χα­ρι­τω­μέ­νη· ὁ κύ­ρι­ος με­τά σοῦ,» εἶ­πα πλη­σι­ά­ζων μὲ προ­τε­τα­μέ­νην λε­κά­νην. «Θώ­πευ­σον, ἀ­σπά­σου καὶ με­τά­λα­βε αὐ­τῆς με­τ’ εὐ­λα­βεί­ας,» τὴν ἐ­νε­θάρ­ρυ­να.
Μό­λις τὸ ἤγ­γι­ξεν ἀ­πε­μα­κρύν­θη,  λέ­γου­σα:
«Σᾶς τυ­φλώ­νει ἡ λα­γνεί­α καὶ γί­γνε­σθε ῥι­ψο­κίν­δυ­νος. Ἡ κυ­ρί­α ἀ­πὸ και­ρὸ ὑ­πο­ψι­ά­ζε­ται...»
«Νὰ στα­θῇς νὰ σὲ γα­μή­σω λέ­γω ἐ­γὼ καὶ νὰ ἀ­φή­σῃς τὰς δι­και­ο­λο­γί­ας,» εἶ­πα ὀρ­γί­λως.
Ἤρ­χι­σα νὰ τὴν κα­τα­δι­ώ­κω λά­βρος πέ­ριξ τῆς ῥο­τόν­τας ἐ­πι­χει­ρῶν νὰ ψαύ­σω τὰ ἀ­πι­δο­ει­δῆ[3] ὀ­πί­σθι­ά της. Φεῦ, ἡ ἡ­λι­κί­α μου μ’ ἐ­πρό­δω­σεν! Συν­τό­μως ἐ­ξου­θε­νώ­θην κι ἐ­στά­θην ἀ­σθμαί­νων, κα­τα­βε­βλη­μέ­νος, μὲ τὸ πέ­ος ἀ­νὰ χεῖ­ρα.
«Ἀν­νίτ­σκα μου· μι­κρά, τρυ­φε­ρά μου δορ­κάς! –οὔφ!–  ὑ­πο­φέ­ρω· ὡς παῖς ἐν κα­μί­νῳ φλέ­γο­μαι ἐκ τῆς καύ­λας ὁ τά­λας· μάρ­τυς εἰ­μί, ἀ­να­βαί­νων τὸν Γολ­γο­θὰν αἴ­ρων βα­ρύ­τα­τον πέ­ος –οὔφ!– δε­σμώ­της τοῦ πά­θους εἶ­μαι κι ὁ ἄ­σπλαγ­χνος Πό­θος μοῦ κα­τα­τρώ­γει τὰ σπλάγ­χνα...»
«Κα­λὲ κύ­ρι­ε, τὸ βλέμ­μα σας εἶ­ναι θο­λε­ρὸν καὶ ἀ­φεγ­γές· τί ἔ­χε­τε πά­θει; Χὶ-χὶ-χί!»
«Ὑ­πε­ρε­πεί­γο­μαι νὰ σὲ γα­μή­σω, μα­νά­ρι μου! Μ’ ἐν­νο­εῖς; Ἄχ, δὲν μὲ κα­τα­νο­εῖς... Ὅ­λον το πρω­ι­νὸν εἰς τὸ ἐμ­πο­ρι­κόν, ἐ­συλ­λο­γι­ζό­μην τὸ τρυ­φε­ρὸν μου­νέ­τον σου κι εἶ­χον πρι­α­πι­σμὸν πο­λύ­ω­ρον κι ὀ­δυ­νη­ρόν.»
«Χὶ-χὶ-χί! Θὰ σᾶς βά­λω πέ­πε­ρι εἰς τὴν γλῶτ­ταν, κύ­ρι­ε· τί κα­κὰς λέ­ξεις λέ­γε­τε!»
Οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου ὑ­γράν­θη­σαν καὶ εἶ­πον εἰς τό­νον πα­ρα­κλη­τι­κόν:
«Νὰ κα­θή­σῃς νὰ σὲ γα­μή­σω Ἀν­νού­λα μου, νὰ κα­θή­σῃς σὲ πα­ρα­κα­λῶ... Βα­σα­νί­ζο­μαι, δὲν μὲ λυ­πεῖ­σαι; Βλέ­πεις τὸ κα­τάν­τη­μά μου; Βλέ­πεις τί μοῦ ἔ­χεις κά­μνει; Τί θὰ κά­μνω ἐ­γὼ τώ­ρα μὲ τοῦ­τον τὸν κε­καυ­λω­μέ­νον ποῦτ­σον· ὄ­χι, εἰ­πέ μου σὲ πα­ρα­κα­λῶ, τί νὰ τὸν κά­μνω;»
«Χὶ-χὶ-χί! Γί­γνε­σθε λί­αν ἀ­στεῖ­ος, κύ­ρι­ε.»
Εἶ­χον γί­νει πράγ­μα­τι πε­ρί­γε­λως καὶ τὸ ἐ­γνώ­ρι­ζον. Εἶ­χον πο­δο­πα­τή­σει τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πει­άν μου, εἶ­χον ἐ­ξευ­τε­λι­σθῇ, εἶ­χον τα­πει­νω­θῇ ἐ­νώ­πι­όν τῆς ὑ­πη­ρε­τρί­ας... Αἴφ­νης φα­ει­νὴν ἰ­δέ­αν εἶ­χα κι εἶ­πα:
«Νά, λα­βέ, λα­βὲ ταῦ­τα τὰ χρή­μα­τα δι­ὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σω­μεν ἓν ἀ­κό­μη τυ­φέ­κι­ον,» τῆς εἶ­πα ἐν­σφη­νώ­νων δύ­ο χαρ­το­νο­μί­σμα­τα τῶν εἴ­κο­σι φράγ­κων –ὅ­λον το κέρ­δος τῆς ἡ­μέ­ρας ἐ­κεί­νης– εἰς τὴν με­τα­ξύ τῶν σφρι­γη­λῶν μα­στῶν της σχι­σμήν.
Ἡ Ἄν­νι­α ἦ­το ἐ­ξό­ρι­στος Ῥω­σὶς κομ­μου­νί­στρι­α καὶ συ­νε­κέν­τρω­νεν δω­ρε­ὰς πρὸς ἐ­νί­σχυ­σιν τοῦ κόμ­μα­τος τῶν μπολ­σε­βί­κων, οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­ε­τοί­μα­ζον ἐ­πα­νά­στα­σιν εἰς τὴν πα­τρί­δα της. Ἐ­γὼ πο­σῶς ἐν­δι­ε­φε­ρό­μην δι­ὰ τὴν πο­λι­τι­κὴν καὶ δι­ὰ τὸν ἀ­ναρ­χο­κομ­μου­νι­σμόν· ἐ­γὼ τὸ μό­νον τὸ ὁ­ποῖ­ον ἐ­πε­θύ­μουν ἦ­το νὰ γα­μῶ τὴν μι­κρὰν Ἄν­νι­α καὶ δι­ὰ νὰ κερ­δί­σω τὴν εὔ­νοι­άν της ὑ­πε­κρι­νό­μην ὅ­τι συ­νε­με­ρι­ζό­μην τὸ πά­θος της δι­ὰ τοὺς πο­λι­τι­κούς ἀ­γώ­νας.
Ἔ­κυ­ψα εἰς τὸ ῥο­δα­λόν της οὖς ψι­θυ­ρί­ζων:
«Ὤ, βάλ­σα­μον τῶν ὀ­φθαλ­μῶν μου· ὡς ἄν­θος εὐ­ω­δι­ά­ζεις, ὡς χρυ­σαλ­λὶς σκορ­πί­ζεις τὴν χα­ράν! Ἐλ­θέ, ἐλ­θὲ νὰ μοῦ πά­ρῃς μί­αν πί­παν, νὰ ἀ­να­κου­φι­σθῶ ὁ δυ­στυ­χὴς,» καὶ πα­ρέ­συ­ρα αὐ­τὴν εἰς τὴν ὑ­πὸ τῆς κλί­μα­κος μι­κρὰν ἀ­πο­θή­κην ἔν­θα ἡ μι­κρὰ κο­ρα­σὶς ἐ­γο­νυ­πέ­τη­σεν εὐ­πει­θῶς μὲ τὴν ῥά­χην εἰς τὸν τοῖ­χον, ἀ­νοί­γου­σα τὸ τερ­πνὸν στό­μα ὡς ἀ­νυ­πό­μο­νος νε­οσ­σὸς προ­σμέ­νων τρο­φήν. Μό­λις ὅ­μως ἤγ­γι­ξεν τὴν βά­λα­νον εἰς τὰ χεί­λη, ἠ­ρώ­τη­σεν:
«Θὰ ἔλ­θε­τε σή­με­ρον εἰς τὴν ἔ­ναρ­ξιν τοῦ 5ου συ­νε­δρί­ου τῆς Δευ­τέ­ρας Δι­ε­θνοῦς;»
«Θὰ ἔλ­θω, γλυ­κεῖ­α μου· θὰ ἔλ­θω ἀ­νυ­περ­θέ­τως. Λεῖ­ξε τώ­ρα, λεῖ­ξε!»
«Ὤ, κύ­ρι­ε, εἶ­ναι μέ­γα κρῖ­μα νὰ ἐ­ξα­πα­τᾶ­τε μίαν ἀδύναμον παιδίσκην μὲ ψευ­δεῖς ὑ­πο­σχέ­σεις προ­κει­μέ­νου νὰ σᾶς πεοθηλάσῃ.»
«Θὰ ἔλ­θω σοῦ λέ­γω, θὰ ἔλ­θω... Θὰ ἴ­δης. Θὰ ὑ­πά­γω­μεν ὁ­μοῦ εἰς τὸ πέμ­πτον συ­νέ­δρι­ον μὲ βῆ­μα τα­χύ. Βε­βαί­ως... Οὐ­δεὶς θὰ λεί­ψῃ ἐκ τοῦ πέμ­πτου συ­νε­δρί­ου. Ζή­τω τὸ 5ον συ­νέ­δρι­ον! Λεῖ­ξε ὅ­μως τώ­ρα κα­λή μου, λεῖ­ξε σὲ πα­ρα­κα­λῶ!»
«Θὰ εἶ­ναι κρί­σι­μον δι­ὰ τὸ μέλ­λον τοῦ κι­νή­μα­τος. Θὰ λη­φθοῦν ση­μαν­τι­καὶ ἀ­πο­φά­σεις.»
«Γα­μῶ τὸ κέ­ρα­τό μου. Εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὸν καὶ κρί­σι­μον νὰ χύ­σω· ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σαι;»
«Θὰ ὁ­μι­λή­σῃ ὁ σύν­τρο­φος Владимир Ильич Ульянов[4]»
Ὕ­ψω­σα τὰς χεῖ­ρας ἐκ τῆς ἀ­πο­γνώ­σε­ως ἀ­να­στε­νά­ζων:
«Θε­έ, ἔ­λε­ος! Τί ἐ­ζή­τη­σα; Μί­αν πί­παν ἐ­ζή­τη­σα κι ἐ­γὼ ὁ τα­πει­νός σου δού­λος…»
«Ὁ товарищ Ульянов[5] ἡ­γεῖ­ται τοῦ κόμ­μα­τός μας καί...» γκλούπ! τὴν ἀ­πε­στό­μω­σα αἰφ­νι­δί­ως δι­ὰ τοῦ με­γά­λου δι­α­με­τρή­μα­τος φαλ­λοῦ, τῶν ὀ­φθαλ­μῶν αὐ­τῆς δι­α­σταλ­θέν­των ὑ­περ­μέ­τρως.
Μὲ τὰς πα­λά­μας ἐ­πὶ τοῦ τοί­χου καὶ ἀ­νοι­κτά τα σκέ­λη ὤ­θουν δι­ὰ πα­λιν­δρο­μι­κῶν κι­νή­σε­ων τὸ ἄλ­κι­μον πέ­ος. Ἡ κε­φα­λὴ τῆς ὑ­πη­ρε­τρί­ας ἀν­τε­ρει­δο­μέ­νη ἐ­πὶ τοῦ τοί­χου με­τέ­δι­δεν τοὺς κρα­δα­σμοὺς τῶν γα­μι­κῶν ὤ­σε­ων εἰς ὁ­λό­κλη­ρον τὸν οἶ­κον. Τὰ ὑ­α­λι­κὰ τῆς οἰ­κί­ας συ­νή­χουν τρέ­μον­τα, ἡ­δο­νι­ζό­με­να και αὐ­τά.
Κα­τὰ τὸν αὐ­τὸν χρό­νον, τὸ δε­κτι­κὸν κο­ρά­σι­ον ηὐ­να­νί­ζε­το δι­ὰ τῆς δε­ξι­ᾶς συν­τό­νως, ἀ­μιλ­λώ­με­νοι ἀμ­φό­τε­ροι –ἀ­στὸς καὶ προ­λε­τά­ρι­α– τὸν κα­λὸν ἡ­δο­νι­κὸν ἀ­γώ­να, συν­τη­κό­με­νοι καὶ συγ­χω­νευ­ό­με­νοι ἐν τῇ ἐ­ρω­τι­κῇ κα­μί­νῳ, ἀν­τι­κα­θι­στῶν­τες καὶ ὑ­περ­βαί­νον­τες τὴν πά­λην τῶν τά­ξε­ων δι’ ἐ­κεί­νης τῆς τερ­πνῆς τῶν ὀρ­γών­των σω­μά­των.
«Ἄν­νι­α!» ἠ­κού­σθη ἡ ὀ­ξεῖ­α κραυ­γὴ τῆς συ­ζύ­γου μου. «Ἄν­νι­αα!»
Ἡ μι­κρὰ ὑ­πη­ρέ­τρι­α ἀ­πε­κρί­θη εἰς τὸ κά­λε­σμα τῆς κυ­ρί­ας της μὲ πα­ρα­με­μορ­φω­μέ­νην φω­νήν, «-α­ὰ-ι­στα.., κυ-ί­α­α…»[6] ἐκ τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι τὸ στό­μα αὐ­τῆς ἦ­το σφιγ­κτῶς πε­πλη­ρω­μέ­νον –κα­τὰ τὸ κοι­νῶς λε­γό­με­νον, ἦ­το ‘στουμ­πω­μέ­νη’– ἀ­πὸ τὸν κω­νο­ει­δῆ φαλ­λὸν τοῦ κυ­ρί­ου της.
«Ἦλ­θεν ὁ κύ­ρι­ος, Ἄν­νι­α;»
«-α­ὰ-ι-τα, κυ-ί­α...»
«Δι­α­τί ἀρ­γεῖ;»
«-ὰ χὺ-ῃ κι ἔ-χε­ται[7]»
«Τι­ί;»
«-ὰ χὺ-ῃ ὕ­δω- -ό-ω-ον κι ἔ-χε­ται­αι...[8]»
Πα­ρε­λή­ρουν κα­τει­λημ­μέ­νος ὑ­πὸ βακ­χι­κῆς μα­νί­ας:
«Ῥό­φει, ὦ ἀμ­βρο­σί­α τῆς ζω­ῆς μου κι ἐν­τρύ­φη­μα τῶν λο­γι­σμῶν μου! Ῥό­φει, ὦ γλυ­κα­σμὲ τοῦ πέ­ους μου! Ῥό­φει ἰ­σχυ­ρῶς κι ἀ­κα­τα­παύ­στως.»
Αἰ­σθαν­θεὶς τὸ ὀρ­γα­σμι­κὸν κύ­μα -τσου­νά­μι ἦ­το- πλη­σι­ά­ζον ἀ­κά­θε­κτον, ἐ­πέ­σπευ­σα τὰς ὠ­θή­σεις καὶ ἀ­πε­φόρ­τω­σα κα­τὰ ρι­πὰς τὸ ἄ­φθο­νον καὶ ἀ­ρω­μα­τι­κόν μου σπέρ­μα, χρε­με­τί­ζων ὡς ἵπ­πος –ὅ­λοι μὲ ἤ­κου­σαν– ὑ­περ­χει­λί­ζων τὸ χω­ρη­τι­κὸν στό­μα τῆς λη­πτι­κῆς μι­κρᾶς, ἥ­τις κα­τα­πί­νου­σα αὐ­τὸ ἀ­πλή­στως μέ­χρι τε­λευ­ταί­ας ῥα­νί­δος, ἔ­φθα­σεν εἰς τὴν ἰ­δι­κήν της ἡ­δο­νι­κὴν κο­ρύ­φω­σιν.


[1]Ηρωίδα τού Άντον Τσέχωφ στο θεατρικό έργο, ‘Ο Βυσσινόκηπος’
[2]Αννούσκα μου, Αννούσκα μου!
[3] αχλαδωτά
[4] Vladimir Ilyich Ulyanov (Lenin)
[5] Σύντροφος Οὐλιάνωφ
[6] Μάλιστα, κυρία
[7] Νὰ χύσῃ κι ἔρχεται.
[8] Νὰ χύσῃ ὕδωρ εἰς τὸ πρόσωπόν του κι ἔρχεται. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου