Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Τὸ μανιφέστο τοῦ André Breton:



«Δι­ὰ τῆς πα­ρού­σης ἱ­δρυ­τι­κῆς δι­α­κη­ρύ­ξε­ως κα­ταρ­γεῖ­ται ἀ­με­τα­κλή­τως ὁ προ­η­γού­με­νος κό­σμος καὶ θε­με­λι­οῦ­ται νέ­ος, λαμ­πρὸς κι ἐκ­πλη­κτι­κός. Ὁ πα­λαι­ὸς κό­σμος τε­θαμ­μέ­νος ὑ­πὸ τῆς κό­νε­ως τῆς πλή­ξε­ως πα­ρα­δί­δε­ται πλέ­ον εἰς τὴν ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὴν σκα­πά­νην.
»Ἡ­μεῖς τὸ νέ­ον γέ­νος τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀ­πεκ­δυ­ό­με­θα τὸ πα­λαι­όν μας δέρ­μα. Γυ­μνό­τε­ροι τοῦ Ἀ­δὰμ καὶ τῆς Εὔ­ας, κι ὡ­ραῖ­οι ὡς ὄ­νει­ρα ἐ­α­ρι­νά, βα­δί­ζο­μεν πρὸς ἐ­κεῖ­νο τὸ ὁ­ποῖ­ον δὲν ἔ­χει φα­νε­ρω­θῇ ἀ­κό­μη.
»Αἱ πομ­φό­λυ­γες τῶν συ­νει­δή­σεών μας ἰ­ρι­δί­ζουν εἰς τὸν ἥ­λι­ον· τα­ξι­δεύ­ο­μεν ἐν­τός τους εἰς τὸ ἄ­πει­ρον δι­ά­στη­μα ἀ­να­ζη­τοῦν­τες τὴν Οὐ­το­πί­αν.
»Κυ­ο­φο­ροῦ­μεν τοὺς ἑ­αυ­τούς μας· πέ­πρω­ται νὰ γεν­νή­σω­μεν τὸ ἀ­πί­θα­νον.
»Εἰς τὴν νέ­αν ζω­ήν, πρώ­τι­στον μέ­λη­μα τῶν γυ­ναι­κῶν θὰ εἶ­ναι νὰ δι­α­τη­ροῦν ἀ­μεί­ω­τον τὴν στῦ­σιν τῶν ἀν­δρῶν· τῶν δὲ ἀν­δρῶν, νὰ στιλ­βώ­νουν τὰ χρυ­σᾶ κομ­βί­α τῶν χλαι­νῶν τους –καὶ τοὺς ἀ­στέ­ρας τ’ οὐ­ρα­νοῦ βε­βαί­ως- κα­θὼς ἐ­πί­σης νὰ δη­μι­ουρ­γοῦν νέ­ους γα­λα­ξί­ας δι­ὰ τοῦ σπέρ­μα­τός των.
»Συμ­βου­λὴ πρὸς τοὺς μι­κρό­νο­ες: Ῥί­ψα­τε τὸν ἐγ­κέ­φα­λόν σας εἰς τὰ ἀ­πορ­ρίμ­μα­τα· ἀ­φή­σα­τε τὸ κρα­νί­ον σας κε­νὸν νὰ ἔλ­θουν αἱ χε­λι­δό­νες νὰ κα­τα­σκευ­ά­σουν φω­λε­άς. Νὰ ἔλ­θῃ ἐ­πι­τέ­λους ἡ ἄ­νοι­ξις τῶν ἰ­δε­ῶν!
»Ἰ­δού! Οἱ δά­κτυ­λοι τῶν χει­ρῶν μου γέ­γο­ναν φλό­γες καὶ ψη­λα­φοῦν τὰ σκό­τη.
»Μὴν φο­βεῖ­σθε! Μᾶς ὁ­δη­γεῖ ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πὶ τῶν ὁ­δο­φραγ­μά­των νε­α­ρά, - ἡ ἐ­πα­νά­στα­σις! Ἰ­δού! σχί­ζει τὸ φό­ρε­μά της· τὰ στή­θη της γί­νον­ται λευ­καὶ πε­ρι­στε­ραὶ κι ἀ­φί­πταν­ται· εἰς τὴν θέ­αν τοῦ αἰ­δοί­ου της πᾶ­σαι αἱ ἐ­ξου­σί­αι ὠ­χρι­οῦν καὶ τρέ­πον­ται εἰς ἄ­τα­κτον φυ­γήν.
»Ἐ­πα­νά­στα­σις εἶ­ναι τὸ στιγ­μι­αῖ­ον ρῆγ­μα εἰς τὸν χρό­νον μέ­σῳ τοῦ ὁ­ποί­ου δι­α­φαί­νον­ται προ­ο­πτι­καὶ ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στοι κι ἀ­δι­α­νό­η­τοι. Ἐ­πα­νά­στα­σις εἶ­ναι ἡ δι­άρ­ρη­ξις τοῦ σώ­μα­τος, ἡ ὑ­πέρ­βα­σις τοῦ πο­τα­ποῦ ‘ἐ­γώ’ μας, ἡ ἀ­γρί­α συ­νου­σί­α θε­ῶν καὶ ἀν­θρώ­πων, ἡ μέ­θη τῆς με­θέ­ξε­ως.
»Νὰ τὸ ἀ­πο­σα­φη­νί­σω­μεν ἅ­παξ δι­ὰ παν­τός: ἡ ἐ­ξου­σί­α πα­ρα­σι­τεῖ εἰς βά­ρος μας· ῥο­φεῖ τὴν οὐ­σί­α μας, λε­η­λα­τεῖ τὰς ζω­άς μας.  Ἐ­π’ αὐ­τοῦ, καμ­μί­α ἀμ­φι­βο­λί­α.
»Μὲ τὰ ρά­κη τῶν γό­ων μας, ἡ θύ­ελ­λα ρά­πτει τὸ φό­ρε­μα τῆς νέ­ας ἐ­πο­χῆς.
»Λύ­κοι, νὰ φο­βῆ­σθε τὴν ὀρ­γὴ τῶν ἀ­μνῶν. Εἰς τὸ σε­λη­νό­φως θὰ λάμ­ψουν οἱ σαρ­κο­βό­ροι ὀ­δόν­τες τους. Θὰ τρέ­χε­τε νὰ σω­θῆ­τε ἀλ­λὰ οἱ ἀ­μνοὶ θὰ σᾶς κα­τα­σπα­ρά­ξουν.
»Μεί­να­τε ἀ­τρε­μεῖς εἰς τὰς θέ­σεις σας! Ἰ­δού! Δι­ὰ μέ­σου τῶν κα­πνῶν καὶ τῶν φλο­γῶν τῶν πυρ­πο­λη­μέ­νων πό­λε­ων δι­έρ­χε­ται ἀ­τά­ρα­χος ἡ σε­λή­νη.  Ἀ­φουγ­κρα­σθεῖ­τε! Δι­ὰ μέ­σου τῶν κραυ­γῶν καὶ τῶν πυ­ρο­βο­λι­σμῶν, ἀ­κού­γε­ται ἀ­πό­κο­σμον ἆ­σμα μι­κρᾶς κο­ρα­σί­δος.
»Μὴν κι­νη­θῇ κα­νείς! Τὸ χρῆ­μα κα­ταρ­γεῖ­ται. Ὡς νό­μι­σμα συ­ναλ­λα­γῶν ὁ­ρί­ζε­ται ὁ ἔ­ρως. Πλού­σι­οι οἱ ἔ­χον­τες πολ­λοὺς καὶ συν­τα­ρα­κτι­κοὺς ὀρ­γα­σμούς. Ἡ ἰ­σο­τι­μί­α κα­θο­ρί­ζε­ται ὡς ἑ­ξῆς: πᾶς ἀ­πο­σπερ­μα­τί­ζων ἔ­χει λαμ­βά­νειν τρι­ά­κον­τα με­δί­μνους[1] σί­του.
»Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν: θὰ ἔλ­θῃ ἡ­μέ­ρα κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­αν θὰ κοι­τά­ζη­τε τὰ χαρ­το­νο­μί­σμα­τα καὶ δὲν θὰ ἐν­θυ­μῆ­σθε εἰς τί ἐ­χρη­σί­μευ­ον.
»Ἐ­βί­βα σύν­τρο­φοι! Ποι­εῖ­τε ἀ­κα­τα­παύ­στως κό­σμους δι­ὰ τῆς ποι­ή­σε­ως!
«Φί­λαι καὶ φί­λοι, σώ­ζε­σθαι δι­ὰ τῆς τέ­χνης!
«Κυ­ρί­αι καὶ κύ­ρι­οι, ὁ­μα­δὸν καὶ δι­ὰ ἅλ­μα­τος θὰ εἰ­σέλ­θω­μεν εἰς τὸν πα­ρά­δει­σον!»
«Χύ­νο­με­ε­εν!»
Ὁ ἐν­θου­σι­α­σμὸς ἦ­το το­σοῦ­τον μέ­γας, ὥ­στε ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ ἅ­λυ­σος ἐ­θραύ­σθη, καὶ ἤρ­ξαν­το ἅ­παν­τες ἐ­κτε­λεῖν τυ­χαί­ας, τε­θλα­σμέ­νας τρο­χι­άς, ὡς μό­ρι­α θερ­μοῦ ἀ­ε­ρί­ου, συγ­κρου­ό­με­νοι ἀλ­λή­λους, προ­σκρού­ον­τες ἐ­λα­στι­κῶς ἐ­πὶ τῶν τοί­χων, τῆς ὀ­ρο­φῆς καὶ τοῦ δα­πέ­δου.



[1] Μέδιμνος: μέτρον σιτηρῶν χωροῦν 6 ἐκτεῖς, 48 χοίνικας, 192 κοτύλας.

1 σχόλιο: