Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

28. Η τύφλωση του τραπεζίτη Jean de Bloch

 
Θα ε­πι­στρέ­ψω στην τρα­πε­ζα­ρί­α και για να γι­ορ­τά­σω θα πα­ραγ­γεί­λω λευ­κό κρα­σί και φι­λέ­το. Μι­σο­ζα­λι­σμέ­νη θα την κοι­τά­ζω στην άλ­λη ά­κρη της αί­θου­σας, μα­γε­μέ­νη α­πό την ο­μορ­φιά της, και κά­ποι­α στιγ­μή θα συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω ξαφνικά ό­τι ο τό­σο οι­κεί­ος και κα­θη­συ­χα­στι­κός θό­ρυ­βος του ε­στι­α­το­ρί­ου –οι χα­μη­λό­φω­νες συ­νο­μι­λί­ες, τα σπο­ρα­δι­κά γέ­λια, οι κρυ­στάλ­λι­νοι ή­χοι των πο­τη­ρι­ών, των μα­χαι­ρο­πή­ρου­νων, α­κό­μη κι η δι­α­κρι­τι­κή μου­σι­κή του πιά­νου– θα έ­χουν παύ­σει σι­γά-σι­γά χωρίς να το καταλάβω και θα ’­χει ε­πι­κρα­τή­σει μια πα­ρά­ξε­νη, α­νη­συ­χη­τι­κή η­συ­χί­α, ε­νώ έ­νας με­τά τον άλ­λον οι θα­μώ­νες της πο­λυ­τε­λούς τρα­πε­ζα­ρί­ας θα στρέ­φον­ται και θα κοι­τά­ζουν έ­ξω α­πό τα με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα προς το b­o­u­l­e­v­a­rd R­a­s­p­a­il.­..
Θα στρα­φώ και θα δω κολ­λη­μέ­να στα τζά­μια ε­κα­τον­τά­δες ε­ξα­θλι­ω­μέ­να πρό­σω­πα –οι ά­θλιοι των Πα­ρι­σί­ων– σαν κο­λα­σμέ­να φαν­τά­σμα­τα που θα τα εί­χε ξε­βρά­σει ο κά­τω κό­σμος, να κοι­τούν ανέκ­φρα­στα –και γι’ αυ­τό α­κό­μη πιο α­πει­λη­τι­κά κι α­πό το να ή­ταν ορ­γι­σμέ­να– τους πλούσιους που θα ζούσαν μέσα την χλι­δή και τη πο­λυ­τέ­λεια.
Οι σω­μα­το­φύ­λα­κες του J­e­an de B­l­o­ch θα στα­θούν με­τα­ξύ τρα­πε­ζιού και πα­ρα­θύ­ρου αγ­γί­ζον­τας κά­τω α­πό τα σα­κά­κια τους τις λα­βές των ό­πλων τους.
Ο m­a­i­t­re d  h­ô­t­el έ­νας κον­τό­χον­τρος με­σή­λι­κας που τα λί­γα μαλ­λιά του θα τα εί­χε κά­νει κο­τσι­δά­κι, θα δώ­σει εν­το­λές και το προ­σω­πι­κό θα κλεί­σει βι­α­στι­κά τα χον­τρά, ξύ­λι­να, ε­σω­τε­ρι­κά πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα, θ’ α­νά­ψει τους πο­λυ­ε­λαί­ους, και θα τρα­βή­ξει τις πορ­φυ­ρές, βε­λού­δι­νες κουρ­τί­νες.
Ξαφ­νι­κά –κρα­α­άτς!– θ’ α­κου­στεί, κι α­π’ έ­ξω η τζα­μα­ρί­α θα σπά­σει. Νταγκ-νταγκ-νταγκ! με­γά­λες πέ­τρες θ’ αρ­χί­σουν να πέ­φτουν βρο­χή πά­νω στα ξύ­λι­να πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα. Οι βα­ρι­ές κουρ­τί­νες θα σεί­ον­ται. Θα εί­ναι τρο­μα­κτι­κό ν’ α­κούς τα δυ­να­τά κτυ­πή­μα­τα και να ’­σαι κλει­σμέ­νος μέ­σα.
Ο m­a­i­t­re d  h­ô­t­el με το κο­τσι­δά­κι θα χτυ­πή­σει τα χέ­ρια του:
«M­e­s­d­a­m­es et m­e­s­s­i­e­u­rs, e­st-ce q­ue je p­e­ux a­v­o­ir v­o­t­re a­t­t­e­n­t­i­on s' il v­o­us p­l­a­it?
»Η δι­εύ­θυν­σις του ξε­νο­δο­χεί­ου εκ­φρά­ζει τη λύ­πη της γι αυ­τό το δυ­σά­ρε­στο συμ­βάν το ο­ποί­ο δι­έ­κο­ψε το δεί­πνο σας. Ου­δείς ό­μως λό­γος α­νη­συ­χί­ας συν­τρέ­χει.­.. Οι τα­ρα­χές αυ­τές εί­ναι συ­νη­θι­σμέ­νες και τις αν­τι­με­τω­πί­ζου­με με ε­πι­τυ­χί­α.
»Ό­λες οι εί­σο­δοι του ξε­νο­δο­χεί­ου έ­χουν α­σφα­λι­στεί· οι άν­τρες α­σφα­λεί­ας έ­χουν λά­βει ε­πί­και­ρες θέ­σεις και σα­φείς δι­α­τα­γές ν’ α­νοί­ξουν πυρ, αν πα­ρα­στεί α­νάγ­κη. Εγ­γυ­ώ­μαι προ­σω­πι­κά, την πλή­ρη α­σφά­λειά σας. Η α­στυ­νο­μί­α έ­χει ει­δο­ποι­η­θεί και σε λί­γο θα κα­τα­φθά­σει και θα δι­α­λύ­σει τους τα­ρα­χο­ποι­ούς. Δι­α­τη­ρήστε πα­ρα­κα­λώ την ψυ­χραι­μί­α σας, α­γνο­ήστε τους και συ­νε­χί­στε το δεί­πνο σας. Αύ­ριο το α­τυ­χές αυ­τό πε­ρι­στα­τι­κό θα εί­ναι μια δι­α­σκε­δα­στι­κή α­νά­μνη­ση.»
Θα κά­νει έ­να νεύ­μα προς τον πι­α­νί­στα κι ε­κεί­νος θ’ αρ­χί­σει να παί­ζει έ­να κε­φά­το καν-καν, που η αν­τί­θε­σή του προς τα ό­σα θα συμ­βαί­νουν θα δη­μι­ουρ­γεί μια γκρο­τέ­σκα α­τμό­σφαι­ρα.
Α­κο­λου­θών­τας τη συμ­βου­λή του δι­ευ­θυν­τή, ό­λοι θα σκύ­ψουν στα πιά­τα τους και θα συ­νε­χί­σουν να τρώ­νε α­μί­λη­τοι, –ή μάλ­λον θα κά­νουν πως τρώ­νε– ρί­χνον­τας κλε­φτές, φο­βι­σμέ­νες μα­τι­ές προς τις σει­ό­με­νες πορ­φυ­ρές κουρ­τί­νες. Η B­l­u­ma θα με κοι­τά­ξει α­νή­συ­χη. Ο J­e­an de B­l­o­ch, σίγουρος ότι δεν κινδυνεύει από τίποτε, θ’ α­στει­ευ­τεί και οι άλ­λοι θα γε­λά­σουν βε­βι­α­σμέ­να. Οι σω­μα­το­φύ­λα­κες θα ’χουν στραμ­μέ­νη την προ­σο­χή τους προς τα πα­ρά­θυ­ρα και τις ει­σό­δους. Αλ­λά το κα­κό θα ’ρ­θει α­πό ’­κει που δεν το πε­ρι­μέ­νουν. Το κα­κό θα εί­ναι ή­δη ε­κεί, μέ­σα στην αί­θου­σα.­..

Μια α­παί­σια στριγ­κλιά θα σκί­σει την τρα­πε­ζα­ρί­α, κι ό­λοι θ’ α­να­πη­δή­σουν στα κα­θί­σμα­τά τους.
 Οι σω­μα­το­φύ­λα­κες θα στρα­φούν και θα γα­ζώ­σουν τον σω­με­λι­έ που θα τρέ­χει προς την έ­ξο­δο υ­πη­ρε­σί­ας. Μια δι­α­γώ­νια σει­ρά αι­μά­τι­νων κη­λί­δων θα σχη­μα­τι­στεί στο λευ­κό σα­κά­κι στην πλά­τη, κι ο ά­τυ­χος σερ­βι­τό­ρος θα σω­ρια­στεί ε­πί τό­που.
Θα δω τον J­e­an de B­l­o­ch και θ’ α­να­τρι­χιά­σω. Θα έ­χει καρ­φω­μέ­νο στο α­ρι­στε­ρό μά­τι έ­να με­γά­λο, α­ση­μέ­νιο πι­ρού­νι. Θα τον εί­χε τυ­φλώ­σει ο s­o­m­m­e­l­i­er του που θα έ­στε­κε πί­σω του και θα του σέρ­βι­ρε κρα­σί! Ο πα­νί­σχυ­ρος τρα­πε­ζί­της θα ση­κω­θεί, τα αί­μα­τα θα τρέ­χουν στο μά­γου­λό του, και με τα χέ­ρια α­πλω­μέ­να σαν Οι­δί­πο­δας, θα πα­ρα­παί­ει α­νά­με­σα στον κό­σμο που θα πα­ρα­με­ρί­ζει α­πό τη φρί­κη α­να­πο­δο­γυ­ρί­ζον­τας τρα­πέ­ζια και κα­ρέ­κλες.
Η B­l­u­ma θα κρα­τά­ει ά­φω­νη το πρό­σω­πό της α­πό τον τρό­μο!
«Έ­να για­τρό! Εί­ναι κα­νέ­νας για­τρός ε­δώ;­!» θα φω­νά­ξει πα­νι­κό­βλη­τη.
Ο για­τρός του ξε­νο­δο­χεί­ου έ­νας νε­α­ρός με γυα­λιά και μαύ­ρη τσάν­τα θα εμ­φα­νι­στεί τρέ­χον­τας. Με μια α­πό­το­μη κί­νη­ση θα τρα­βή­ξει το τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο με τα σκεύ­η α­πό το τρα­πέ­ζι και θα ξα­πλώ­σουν πά­νω του τον τρα­πε­ζί­τη. Ο για­τρός θα του κά­νει μια έ­νε­ση το­πι­κής α­ναι­σθη­σί­ας· θα πιά­σει το πι­ρού­νι, και θα το τρα­βή­ξει με προ­σο­χή.  Ό­μως το με­γά­λο πι­ρού­νι θα βγει μα­ζί με τον βολ­βό του μα­τιού. Θα ξε­καρ­φώ­σει προ­σε­κτι­κά το βολ­βό και θα τον δώ­σει στον υ­πεύ­θυ­νο α­σφα­λεί­ας. Αυ­τός θα βγά­λει το μαν­τή­λι του, θα το τι­νά­ξει, θα τυ­λί­ξει το πο­λύ­τι­μο μά­τι του κυ­ρί­ου του και θα το φυ­λά­ξει στην ε­σω­τε­ρι­κή τσέ­πη του σα­κα­κιού του. 
Το σφυ­ρο­κό­πη­μα νταγκ-νταγκ-νταγκ! στα πα­ρά­θυ­ρα θα συ­νε­χί­ζε­ται α­μεί­ω­το. Σο­κα­ρι­σμέ­νοι οι πο­λι­ορ­κη­μέ­νοι θα κά­θον­ται όρ­θιοι, ά­φω­νοι κι α­σά­λευ­τοι σαν α­γάλ­μα­τα, και α­κού­γον­τας σει­ρή­νες πε­ρι­πο­λι­κών και πυ­ρο­βο­λι­σμούς θ’ α­να­στε­νά­ξουν με α­να­κού­φι­ση. Μέ­σα σε λί­γα λε­πτά ό­λα θα η­συ­χά­σουν, οι πόρ­τες του ξε­νο­δο­χεί­ου θ’ α­νοί­ξουν, οι πε­λά­τες θα προ­βά­λουν δι­στα­κτι­κά τα κε­φά­λια τους έ­ξω, και με­τά θ’ αρ­χί­σουν να τρέ­χουν σαν πον­τί­κια. Η Blu­ma και ο J­e­an de B­l­o­ch με το για­τρό θα μπουν στη θω­ρα­κι­σμέ­νη τους λι­μου­ζί­να και θα φύ­γουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου