Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

48. Ὁ Συνταγματάρχης Olcott



Τὸ πέ­ος μου ἤρ­χι­σεν νὰ μα­λα­κύ­νη­ται τα­χέ­ως.
«Σᾶς πί­πτει, κύ­ρι­ε! Σᾶς κα­τα­πί­πτει!» ἐ­φώ­να­ξεν πα­νι­κό­βλη­τος ἡ ὑ­περ­βα­ρεῖ­α ἀ­να­βά­της. «Κά­μα­τε κά­τι δι­ό­τι χά­νω τὴν ἐ­πα­φήν!»
Ὁ κα­λό­γη­ρος πε­ρι­έ­στρε­φεν τὸ θυ­μι­α­τή­ρι­ον ὑ­πὲρ τῆς κε­φα­λῆς του -βζι­ίγκ, βζι­ι­ίγκ!- ὡς ἕ­λι­κα ἑ­λι­κο­πτέ­ρου, φω­νά­ζων:
«Ἀ­νορ­θώ­σου δι­ά­ο­λε, ἀ­νορ­θώ­σου!»
Αἱ γυ­ναῖ­κες μὲ τὰ λί­θι­να πρό­σω­πα ἔ­πλε­κον φρε­νι­τω­δῶς. Τὰ pull-over κα­τέ­κλυ­σαν τὸ δω­μά­τι­ον, ἐ­πλή­ρω­σαν τὸν χῶ­ρον καὶ δὲν εἴ­χο­μεν ἀ­έ­ρα ν’ ἀ­να­πνεύ­σω­μεν. Ἀ­πε­θνή­σκω­μεν ἐξ ἀ­σφυ­ξί­ας!
«Τὰ πα­ρά­θυ­ρα, ἐν Χρι­στῷ ἀ­δελ­φοί! Τὰ πα­ρά­θυ­ρα!» ἐ­φώ­να­ξα ἀ­πε­γνω­σμέ­νως.
Ὁ κα­λό­γη­ρος ἤ­νοι­ξεν τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὰ που­λό­βερ ἐ­ξε­χύ­θη­σαν εἰς τοὺς δρό­μους, καὶ εἰ­σε­πνεύ­σα­μεν βρὲ ἀ­δελ­φὲ –οὔφ!
Τό­τε, γκάπ! ἤ­νοι­ξεν ἡ δε­ξι­ὰ θύ­ρα καὶ ἐ­νε­φα­νί­σθη πρω­ί­μως ἀ­φυ­πνι­σθεὶς ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης Olcott.
«Δι­α­τί κά­μνε­τε τό­σον θό­ρυ­βον;! Εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­δύ­να­τον νὰ κοι­μη­θῇ κα­νείς!» καὶ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σας τί ἔ­βλε­πον οἱ ὀ­φθαλ­μοί του   –τὴν ἐ­ρω­μέ­νην του Blavatsky γυ­μνὴν ἐ­π’ ἐ­μοῦ– τὸ πρό­σω­πόν του γέ­γο­νεν κα­τέ­ρυ­θρον καὶ ἐ­κραύ­γα­σεν ὡς νὰ τὸν ἔ­σφα­ζον:
«Ἄ­πι­στη μοι­χα­λίς! Λα­θρό­γα­με Λε­φρέ! Γα­μεῖ­τε τὴν μνη­στήν μου, δό­λι­ε; Ἐν­τὸς τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός μου;! Κα­θ’ ἥν ὥ­ραν ὑ­πνώτ­τω;!»
Ἡ Blavatsky ἠ­γέρ­θη τε­τρο­μαγ­μέ­νη καὶ ἐ­κρύ­βη εἰς τὸ boudoir της. Ἐκ τοῦ ἀ­νοίγ­μα­τος τῆς θύ­ρας προ­έ­βα­λεν τὴν κε­φα­λήν, λέ­γου­σα:
«Ἀ­γά­πη μου, μᾶς πα­ρε­ξή­γη­σας! Με­τὰ τοῦ κυ­ρί­ου Λε­φρέ, ἠ­ρευ­νού­σα­μεν τὰ ἀρ­χεῖ­α»
«Θά.., θά.., θά...» ἔ­κα­μεν ἐ­κεῖ­νος.
«Ἄν­νι­α­α, τὰ comprimes του! Θὰ πά­θῃ ἐγ­κε­φα­λι­κόν!»
Ἡ Ἄν­νι­α προ­σέ­τρε­ξεν εἰς βο­ή­θει­αν κρα­τοῦ­σα πο­τή­ρι­ον πλῆ­ρες ὕ­δα­τος καὶ κα­τα­πό­τι­α.
«Τὰ ἀν­τι­υ­περ­τα­σι­κά σας δι­σκί­α, κύ­ρι­ε συν­ταγ­μα­τάρ­χα!»
«Ὤ..! Ὤ..! Ὤ­ω..!» ἔ­κα­μνεν οὗ­τος.
Τὸ πρό­σω­πόν του συ­νε­στρέ­φε­το ἕ­ως ὅ­του τὸ στό­μα συ­νήν­τη­σεν τὸ δε­ξι­ὸν οὖς καὶ ὁ ἀ­ρι­στε­ρὸς ὀ­φθαλ­μὸς κα­τέ­βη εἰς τὸ μέ­σον τῆς πα­ρει­ᾶς, ἀ­πο­κτή­σας οὕ­τως μί­αν γε­λοί­αν ἔκ­φρα­σιν τρο­μώ­δους ἠ­λι­θι­ό­τη­τος. Ὁ κορ­μός του ἐ­στρε­βλώ­θη ὠ­μοι­ά­ζων πρὸς πο­λυ­πα­θῆ κορ­μὸν αἰ­ω­νο­βί­ου ἐ­λαί­ας. Ἡ Ἄν­νι­α προ­έ­τει­νεν τὸ πο­τή­ρι­ον καὶ τὰ δι­σκί­α. Ὁ πλη­γεὶς ὑ­πὸ ἐγ­κε­φα­λι­κοῦ ἐ­πει­σο­δί­ου συν­ταγ­μα­τάρ­χης μὲ μί­αν σπα­σμώ­δη, ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτον χει­ρο­νο­μί­αν ἐ­τί­να­ξεν μα­κρὰν πο­τή­ρι­ον καὶ δι­σκί­α, κι ἐ­προ­χώ­ρη­σεν πρὸς τὸ μέ­ρος μου μὲ ἀ­πο­τό­μους, τε­θλα­σμέ­νας, δι­α­λει­πού­σας κι­νή­σεις τοῦ κορ­μοῦ καὶ τῶν ἄ­κρων, σύ­ρας τὰ πι­στό­λι­ά του καὶ βάλ­λων μπάμ!-μπούμ! πρὸς πᾶ­σαν κα­τεύ­θυν­σιν. Πα­νι­κό­βλη­τοι ὅ­λοι ἐ­κρύ­βη­σαν ὄ­πι­σθεν τῶν ἐ­πί­πλων. Ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης ἐ­κόλ­λη­σεν τὰς δι­α­κα­εῖς κάν­νας ἐ­πὶ τοῦ με­τώ­που μου. Εἶ­χον πα­ρα­λύ­σει· ἔ­κλει­σα τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς καὶ ἁ­πλῶς ἀ­νέ­με­νον τὸ μοι­ραῖ­ον. Ὑ­πὸ τὰς πα­ρού­σας συν­θή­κας μό­νον ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς ἠ­δύ­να­το νὰ μὲ σώ­σῃ...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου