Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

46. Τὰ ἀνομολόγητα βίτσια τῆς ἀριστοκρατίας



Ἀν­τε­λή­φθην τό­τε ὅ­τι κά­τι πε­ρί­ερ­γον συ­νέ­βαι­νεν: Ἐ­πὶ τῆς ὑ­α­λί­νης ἐ­πι­φα­νεί­ας τοῦ πα­ρα­θύ­ρου ἔ­βλε­πον τὸ εἴ­δω­λον τῆς Μάρ­φα, τῆς ἑ­ξα­ε­τοῦς ἀ­νε­ψι­ᾶς τῆς δου­κίσ­σης, ἡ ὁ­ποί­α λανθάνουσα τῆς προσοχῆς ὅλων, εἶ­χεν ἀ­πο­μα­κρυν­θῇ ἀ­θο­ρύ­βως καὶ εἶ­χεν στα­θῇ ὄ­πι­σθεν τοῦ βα­ρέ­ως βε­λου­δί­νου πα­ρα­πε­τά­σμα­τος εἰς τοι­οῦ­τον ση­μεῖ­ον ὥ­στε δι­ε­κρί­νε­το μό­νον ἐκ τῆς θέ­σε­ως τῆς δου­κίσ­σης ἥ­τις ἐ­κά­θη­το ἐκ δε­ξι­ῶν μου. Τὸ πα­ρά­ξε­νον κο­ρά­σι­ον εἶ­χεν κα­θη­λώ­σει τὴν ὡ­ραί­αν δού­κισ­σαν Ὀ­ρι­ὰν δι­ὰ τοῦ μα­γνη­τι­κοῦ του βλέμ­μα­τος. Καὶ τό­τε ἡ κο­ρα­σὶς –ἀ­γνο­οῦ­σα ὅ­τι βλέ­πω τὸ εἴ­δω­λον της– ἤρ­χι­σεν ν’ ἀ­να­ση­κώ­νῃ βρα­δέ­ως τὸ με­λα­νόν της φό­ρε­μα, ἕ­ως ὅ­του ἐ­φα­νέ­ρω­σεν πλή­ρως –θε­έ μου!– ἕ­ναν με­γά­λον ψῶ­λον ὀγ­κω­δέ­στε­ρον τοῦ ἰ­δι­κοῦ μου καὶ δύ­ο μαλ­λω­τοὺς ὄρ­χεις – χυ­δα­ϊ­στί, δυ­ὸ τρι­χω­τὰ κα­λαμ­πα­λί­κι­α! Ἔ­φρι­ξα εἰς τὴν θέ­αν τοῦ τέ­ρα­τος. Πλέ­ον δὲν ἥ­μην εἰς θέ­σιν νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σω τί μοῦ ἔ­λε­γεν ἡ madame Blavatsky. 
Ἡ μι­κρὰ ψω­λα­ροῦ ἐ­πέ­στρε­ψεν εἰς τὴν θέ­σιν της, καὶ τὴν ἤ­κου­σα ψι­θυ­ρί­ζo­υ­σαν εἰς τὸ οὖς τῆς δου­κίσ­σης:
«Θὰ ἔλ­θω πε­ρὶ τὸ με­σο­νύ­κτι­ον.»
«Ἄ, ὄ­χι· ὄ­χι πά­λιν, μὴν ἔλ­θε­τε,» ἠρ­νή­θη με ἐ­σβε­σμέ­νην φω­νὴν ἡ ἁ­γνὴ δού­κισ­σα. «Πρέ­πει να δι­α­κό­ψω­μεν αὐ­τὴν τὴν ἀ­νάρ­μο­στον καὶ δι­ε­στραμ­μέ­νην σχέ­σιν. Εἶ­μαι θεί­α σας, ὥ­ρι­μος γυ­νὴ ὕ­παν­δρος, καὶ εἶ­σθε ἑ­ξα­ε­τὴς κο­ρα­σίς, ἀ­νε­ψι­ά μου.»
«Θὰ ἔλ­θω καὶ θὰ σᾶς βι­ά­σω πα­ρὰ φύ­σιν καὶ κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψιν,» ἠ­πεί­λη­σεν με σκλη­ρό­τη­τα τὸ μι­κρὸν τέ­ρας.
«Σᾶς ἱ­κε­τεύ­ω, ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σα­τέ με ἐκ τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς δου­λεί­ας εἰς τὴν ὁ­ποί­αν μὲ κρα­τεῖ­ται δι­ὰ σκο­τει­νῶν μαγ­γα­νει­ῶν... Ἔ­λε­ος, παύ­σα­τε πλέ­ον νὰ ἀ­σκῆ­τε ἐ­πά­νω μου τὰς σατανικάς σας δυ­νά­μεις.»
«Τοῦ­το τὸ φι­α­λί­δι­ον πε­ρι­έ­χει βε­ρο­νά­λη. Φρον­τί­σα­τε να τὴν πί­ῃ ὁ δοὺξ ὥ­στε νὰ μὴν μᾶς ἐ­νο­χλή­σῃ,» εἶ­πεν ἡ μι­κρὰ ψω­λα­ροῦ.
Εἶ­χον μεί­νει ἐ­νε­ός μὲ αὐ­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­δον οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου καὶ ἤ­κου­σαν τὰ ὦ­τα μου! Εἶ­χον ἀ­κού­σει βε­βαί­ως ὅ­τι ἡ δι­α­στρο­φὴ βρί­θει εἰς τοὺς κόλ­πους τῆς ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας, ἀλ­λὰ εἰς τοι­οῦ­τον βαθ­μὸν δὲν τὸ ἐ­φαν­τα­ζό­μην.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου