Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

43. Ἡ σκληρὰ ἀνάκρισις.



καὶ ἡ σκλη­ρὰ ἀ­νά­κρι­σις ἐ­συ­νε­χί­ζε­το ἐ­πὶ ἡ­μέ­ρας πολ­λάς, ἐ­ρω­τοῦ­σα πά­λιν καὶ πά­λιν τὰς ἰ­δί­ας καὶ ἄλ­λας λε­πτο­με­ρεί­ας, ἐ­πι­δι­ώ­κου­σα νὰ ἐν­το­πί­σῃ ἀ­σα­φεί­ας, χά­σμα­τα καὶ ἀν­τι­θέ­σεις εἰς τὰς κα­τα­θέ­σεις μου. Ἦ­το εἰς μί­αν τοι­αύ­την πο­λύ­ω­ρον ἐ­ξου­θε­νω­τι­κὴν ἀ­νά­κρι­σιν κα­θ’ ἥν μὲ εἶ­χεν κα­θη­λώ­σει ὑ­πτί­ως χα­μαί, πα­τοῦ­σα μὲ τὸ αἰχ­μη­ρὸν τα­κού­νι τοῡ μπο­τι­νι­οῦ της τὸ στῆ­θός μου, ἐ­πι­μέ­νου­σα:
«Ὁ­μο­λο­γή­σα­τε ἐ­πι­τέ­λους νὰ τε­λει­ώ­νω­μεν· ὁ­μο­μο­λο­γή­σα­τε ὅ­τι εἰς τὸ μέλ­λον θὰ δι­α­πρά­ξη­τε τρεῖς φό­νους εἰς τὸ μπὰρ ‘Ντό’ τὸ ὁ­ποῖ­ον θὰ δι­α­τη­ρῇ ὁ Τον­τὸλ Μπαρ­ντό.»
Ὅ­μως δεν τὴν ἤ­κου­ον, δι­ό­τι –ὦ θε­οί!– ὑ­πο­κά­τω­θεν τοῦ βρα­χέ­ως τα­γι­ὲρ ἔ­βλε­πον τὴν με­γά­λην εἰ­σαγ­γε­λι­κὴν κλει­το­ρί­δα ἑ­λισ­σο­μέ­νην ὡς μέ­γας σκώ­ληξ, τὴν βα­θεῖ­αν ἠ­βι­κήν της αὔ­λα­κα κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ τὰ ἐν­τυ­πω­σι­α­κὰ σαρ­κώ­δη χεί­λη, κα­θό­σον ἡ δι­κα­στι­κὸς λει­τουρ­γὸς οὐ­δό­λως ἐ­φό­ρει ἐ­σώ­ρου­χα!
Ἀν­τε­λή­φθη τὸ προ­ση­λω­μέ­νον εἰς τὸ αἰδοῖ­ον της βλέμ­μα μου καὶ ἐ­φώ­να­ξεν:
«Ἀ­νώ­μα­λε ἡ­δο­νο­βλε­ψί­α! Κοι­τά­ζε­τε τ’ ἀ­πό­κρυ­φά μου μέ­ρη, ἔ; –χλάτς!- Σᾶς δι­ε­γεί­ρει τὸ γεν­νη­τι­κόν μου μό­ρι­ον; Ὤ­ω.., μὴν τὸ ἀρ­νεῖ­σθε· τὸ ἐ­ξόγ­κω­μα εἰς τὴν πε­ρι­σκε­λί­δα σας δὲν ἀ­φή­νει πε­ρι­θώ­ρι­α πα­ρερ­μη­νεί­ας. Ὁ ἠ­ρε­θι­σμέ­νος φαλ­λός σας σᾶς προ­έ­δω­κεν!»
Ἠ­σθάν­θην με­γά­λην ἐν­τρο­πὴν κι ἔ­γι­να κα­τέ­ρυ­θρος ἐκ τῆς αἰ­σχύ­νης.
«Ζη­τῶ συγ­γνώ­μην, δὲν τὸ ἐ­πε­δί­ω­ξα.., ὅ­λως τυ­χαί­ως τὸ βλέμ­μα μου ἔ­πε­σεν... Ἐξ ἄλ­λου δὲν δι­έ­κρι­να καὶ πολ­λὰ πράγ­μα­τα...» ἐ­πά­σχι­ζον νὰ δι­και­ο­λο­γη­θῶ ψελ­λί­ζων.
«Εἶ­σθε φι­λο­γύ­νης. Μὲ πο­θεῖ­τε, μὲ πο­θεῖ­τε σφο­δρῶς! Πα­ρα­δε­χθεῖ­τε το, ἄ­θλι­ε!» ἐ­κραύ­γα­σεν ὑ­στε­ρι­κῶς, καὶ ἀ­πο­τό­μως ἐ­δρά­ξα­το τὸ πέ­ος μου. «Mon Dieu! Τί μέ­γε­θος, τί μέ­γε­θος!» ἔ­κα­μεν μὲ ἔ­ξα­ψιν πε­ρι­σφίγ­γου­σα τὸν φαλ­λὸν πα­ρα­φό­ρως. «Ὁ­μο­λο­γή­σα­τε τὴν αἰ­σχρὰν ἐ­πι­θυ­μί­αν σας! Θέ­λε­τε νὰ μὲ βι­ά­ση­τε κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψιν· να μὲ σο­δο­μή­ση­τε ἀ­νη­λε­ῶς κι ἀ­γρί­ως.»
«Πρὸς θε­οῦ! Οὔ­τε κα­τὰ δι­ά­νοι­αν! Ἐ­γὼ τι­μῶ τὴν δι­και­ο­σύ­νην καὶ σᾶς ἔ­χω πε­ρὶ πολ­λοῦ»
«Ὄ­χι, ὄ­χι! Θέ­λε­τε νὰ μ’ ἐκ­πορ­νεύ­ση­τε, νὰ μὲ πα­ρα­σύ­ρη­τε εἰς φρι­κτὰς ἀ­κο­λα­σί­ας, νὰ δι­α­πρά­ξη­τε ἀ­κα­τα­νό­μα­στα ὄρ­γι­α ἐ­πὶ τοῦ σώ­μα­τός μου, να μὲ βακ­χεύ­ση­τε κα­τὰ συρ­ρο­ὴν καὶ κα­θ’ ὑ­πο­τρο­πήν. Ἔ; Δὲν τὸ θέ­λε­τε;»
«Τί νὰ εἴ­πω...»
«Μὴν εἰ­πῆ­τε ὄ­χι.»
«Ἄν ἐ­πι­μέ­νε­τε...»
«Χά! Ὁ­μο­λο­γεῖ­τε, λοι­πόν!» Καὶ σφίγ­γου­σα νευ­ρι­κῶς τὴν λα­βήν: «Τί καυ­λός! Τί κραταιὸς καυ­λός!»
Ὡς νὰ συ­νῆλ­θεν αἴφ­νης ἐκ τοῦ πα­ρο­ξυ­σμοῦ, ἠ­γέρ­θη καὶ ἀ­πε­χώ­ρη­σεν τρο­χά­δην...
Εἶ­χα μεί­νει ἄ­φω­νος!
Τζζτ-τζζτ!


1 σχόλιο:

  1. Ωραιο! αν και το διαβασα, μου αρεσει τρελλα να το ξαναδιαβαζω εδω μεσα :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή