Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

35. Ἡ μικρά Ἄννια


 Τὴν θύ­ραν ἤ­νοι­ξεν ἡ πάν­το­τε εὔ­χα­ρις, μι­κρὰ Ἄν­νι­α (Аня[1]). «Мои АннушкаМои Аннушка![2]» εἶ­πα μὲ χα­μη­λήν, βραγχώ­δη ἐκ τοῦ πό­θου φω­νήν, τεί­νων τὰς χεῖ­ρας πρὸς τὰ δρο­σε­ρά της στή­θη.
«Ἄχ, κύ­ρι­ε· ἄχ, κα­λὲ κύ­ρι­ε! Θὰ σᾶς μα­λώ­σω!» εἶ­πεν ἀκ­κι­ζο­μέ­νη, δι­α­φεύ­γου­σα τῆς συλ­λή­ψε­ως δι’ ἐ­πι­δε­ξί­ου ἑ­λιγ­μοῦ τοῦ εὐ­λυ­γί­στου σώ­μα­τός της. «Τὸ γεῦ­μα εἶ­ναι ἕ­τοι­μον καὶ σᾶς ἀ­να­μέ­νουν ἄ­νω εἰς τὴν τρα­πε­ζα­ρί­αν ἵ­ν’ ἀρ­χί­σω­σιν»
Ἤρ­χι­σα τό­τε νὰ λύ­ω τὰ κομ­βί­α τῆς πε­ρι­σκε­λί­δος μου ἐν σπου­δῇ, λέ­γων:
«Τί ἔ­χει ἐ­δῶ ὁ κύ­ρι­ος Λαρ­ρὺ δι­ὰ τὸ μι­κρόν του τὸ πορ­νί­δι­ον; Τί ἔ­χει, ἔ;»
«Τί, τι­ί;»
«Voila!» εἶ­πα ἑ­ξα­γα­γὼν τὸ γαυριὸν πέ­ος μὲ μί­αν με­γα­λό­σχη­μον, θε­α­τρι­κὴν κί­νη­σιν. «Ἔ­χει που­λὶ γι­ὰ σέ­να!»
«O-la-la! Μί­α ψω­λά­ρα σφύ­ζου­σα! Κα­λὲ κύ­ρι­ε, ὡ­σὰν ὀ­βί­δα σᾶς εἶ­ναι· κα­τέ­ρυ­θρη καὶ ἕ­τοι­μη νὰ ἐ­κρα­γῇ!»
«Μὴ φο­βοῦ κό­ρη κε­χα­ρι­τω­μέ­νη· ὁ κύ­ρι­ος με­τά σοῦ,» εἶ­πα πλη­σι­ά­ζων μὲ προ­τε­τα­μέ­νην λε­κά­νην. «Θώ­πευ­σον, ἀ­σπά­σου καὶ με­τά­λα­βε αὐ­τῆς με­τ’ εὐ­λα­βεί­ας,» τὴν ἐ­νε­θάρ­ρυ­να.
Μό­λις τὸ ἤγ­γι­ξεν ἀ­πε­μα­κρύν­θη,  λέ­γου­σα:
«Σᾶς τυ­φλώ­νει ἡ λα­γνεί­α καὶ γί­γνε­σθε ῥι­ψο­κίν­δυ­νος. Ἡ κυ­ρί­α ἀ­πὸ και­ρὸ ὑ­πο­ψι­ά­ζε­ται...»
«Νὰ στα­θῇς νὰ σὲ γα­μή­σω λέ­γω ἐ­γὼ καὶ νὰ ἀ­φή­σῃς τὰς δι­και­ο­λο­γί­ας,» εἶ­πα ὀρ­γί­λως.
Ἤρ­χι­σα νὰ τὴν κα­τα­δι­ώ­κω λά­βρος πέ­ριξ τῆς ῥο­τόν­τας ἐ­πι­χει­ρῶν νὰ ψαύ­σω τὰ ἀ­πι­δο­ει­δῆ[3] ὀ­πί­σθι­ά της. Φεῦ, ἡ ἡ­λι­κί­α μου μ’ ἐ­πρό­δω­σεν! Συν­τό­μως ἐ­ξου­θε­νώ­θην κι ἐ­στά­θην ἀ­σθμαί­νων, κα­τα­βε­βλη­μέ­νος, μὲ τὸ πέ­ος ἀ­νὰ χεῖ­ρα.
«Ἀν­νίτ­σκα μου· μι­κρά, τρυ­φε­ρά μου δορ­κάς! –οὔφ!–  ὑ­πο­φέ­ρω· ὡς παῖς ἐν κα­μί­νῳ φλέ­γο­μαι ἐκ τῆς καύ­λας ὁ τά­λας· μάρ­τυς εἰ­μί, ἀ­να­βαί­νων τὸν Γολ­γο­θὰν αἴ­ρων βα­ρύ­τα­τον πέ­ος –οὔφ!– δε­σμώ­της τοῦ πά­θους εἶ­μαι κι ὁ ἄ­σπλαγ­χνος Πό­θος μοῦ κα­τα­τρώ­γει τὰ σπλάγ­χνα...»
«Κα­λὲ κύ­ρι­ε, τὸ βλέμ­μα σας εἶ­ναι θο­λε­ρὸν καὶ ἀ­φεγ­γές· τί ἔ­χε­τε πά­θει; Χὶ-χὶ-χί!»
«Ὑ­πε­ρε­πεί­γο­μαι νὰ σὲ γα­μή­σω, μα­νά­ρι μου! Μ’ ἐν­νο­εῖς; Ἄχ, δὲν μὲ κα­τα­νο­εῖς... Ὅ­λον το πρω­ι­νὸν εἰς τὸ ἐμ­πο­ρι­κόν, ἐ­συλ­λο­γι­ζό­μην τὸ τρυ­φε­ρὸν μου­νέ­τον σου κι εἶ­χον πρι­α­πι­σμὸν πο­λύ­ω­ρον κι ὀ­δυ­νη­ρόν.»
«Χὶ-χὶ-χί! Θὰ σᾶς βά­λω πέ­πε­ρι εἰς τὴν γλῶτ­ταν, κύ­ρι­ε· τί κα­κὰς λέ­ξεις λέ­γε­τε!»
Οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου ὑ­γράν­θη­σαν καὶ εἶ­πον εἰς τό­νον πα­ρα­κλη­τι­κόν:
«Νὰ κα­θή­σῃς νὰ σὲ γα­μή­σω Ἀν­νού­λα μου, νὰ κα­θή­σῃς σὲ πα­ρα­κα­λῶ... Βα­σα­νί­ζο­μαι, δὲν μὲ λυ­πεῖ­σαι; Βλέ­πεις τὸ κα­τάν­τη­μά μου; Βλέ­πεις τί μοῦ ἔ­χεις κά­μνει; Τί θὰ κά­μνω ἐ­γὼ τώ­ρα μὲ τοῦ­τον τὸν κε­καυ­λω­μέ­νον ποῦτ­σον· ὄ­χι, εἰ­πέ μου σὲ πα­ρα­κα­λῶ, τί νὰ τὸν κά­μνω;»
«Χὶ-χὶ-χί! Γί­γνε­σθε λί­αν ἀ­στεῖ­ος, κύ­ρι­ε.»
Εἶ­χον γί­νει πράγ­μα­τι πε­ρί­γε­λως καὶ τὸ ἐ­γνώ­ρι­ζον. Εἶ­χον πο­δο­πα­τή­σει τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πει­άν μου, εἶ­χον ἐ­ξευ­τε­λι­σθῇ, εἶ­χον τα­πει­νω­θῇ ἐ­νώ­πι­όν τῆς ὑ­πη­ρε­τρί­ας... Αἴφ­νης φα­ει­νὴν ἰ­δέ­αν εἶ­χα κι εἶ­πα:
«Νά, λα­βέ, λα­βὲ ταῦ­τα τὰ χρή­μα­τα δι­ὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σω­μεν ἓν ἀ­κό­μη τυ­φέ­κι­ον,» τῆς εἶ­πα ἐν­σφη­νώ­νων δύ­ο χαρ­το­νο­μί­σμα­τα τῶν εἴ­κο­σι φράγ­κων –ὅ­λον το κέρ­δος τῆς ἡ­μέ­ρας ἐ­κεί­νης– εἰς τὴν με­τα­ξύ τῶν σφρι­γη­λῶν μα­στῶν της σχι­σμήν.
Ἡ Ἄν­νι­α ἦ­το ἐ­ξό­ρι­στος Ῥω­σὶς κομ­μου­νί­στρι­α καὶ συ­νε­κέν­τρω­νεν δω­ρε­ὰς πρὸς ἐ­νί­σχυ­σιν τοῦ κόμ­μα­τος τῶν μπολ­σε­βί­κων, οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­ε­τοί­μα­ζον ἐ­πα­νά­στα­σιν εἰς τὴν πα­τρί­δα της. Ἐ­γὼ πο­σῶς ἐν­δι­ε­φε­ρό­μην δι­ὰ τὴν πο­λι­τι­κὴν καὶ δι­ὰ τὸν ἀ­ναρ­χο­κομ­μου­νι­σμόν· ἐ­γὼ τὸ μό­νον τὸ ὁ­ποῖ­ον ἐ­πε­θύ­μουν ἦ­το νὰ γα­μῶ τὴν μι­κρὰν Ἄν­νι­α καὶ δι­ὰ νὰ κερ­δί­σω τὴν εὔ­νοι­άν της ὑ­πε­κρι­νό­μην ὅ­τι συ­νε­με­ρι­ζό­μην τὸ πά­θος της δι­ὰ τοὺς πο­λι­τι­κούς ἀ­γώ­νας.
Ἔ­κυ­ψα εἰς τὸ ῥο­δα­λόν της οὖς ψι­θυ­ρί­ζων:
«Ὤ, βάλ­σα­μον τῶν ὀ­φθαλ­μῶν μου· ὡς ἄν­θος εὐ­ω­δι­ά­ζεις, ὡς χρυ­σαλ­λὶς σκορ­πί­ζεις τὴν χα­ράν! Ἐλ­θέ, ἐλ­θὲ νὰ μοῦ πά­ρῃς μί­αν πί­παν, νὰ ἀ­να­κου­φι­σθῶ ὁ δυ­στυ­χὴς,» καὶ πα­ρέ­συ­ρα αὐ­τὴν εἰς τὴν ὑ­πὸ τῆς κλί­μα­κος μι­κρὰν ἀ­πο­θή­κην ἔν­θα ἡ μι­κρὰ κο­ρα­σὶς ἐ­γο­νυ­πέ­τη­σεν εὐ­πει­θῶς μὲ τὴν ῥά­χην εἰς τὸν τοῖ­χον, ἀ­νοί­γου­σα τὸ τερ­πνὸν στό­μα ὡς ἀ­νυ­πό­μο­νος νε­οσ­σὸς προ­σμέ­νων τρο­φήν. Μό­λις ὅ­μως ἤγ­γι­ξεν τὴν βά­λα­νον εἰς τὰ χεί­λη, ἠ­ρώ­τη­σεν:
«Θὰ ἔλ­θε­τε σή­με­ρον εἰς τὴν ἔ­ναρ­ξιν τοῦ 5ου συ­νε­δρί­ου τῆς Δευ­τέ­ρας Δι­ε­θνοῦς;»
«Θὰ ἔλ­θω, γλυ­κεῖ­α μου· θὰ ἔλ­θω ἀ­νυ­περ­θέ­τως. Λεῖ­ξε τώ­ρα, λεῖ­ξε!»
«Ὤ, κύ­ρι­ε, εἶ­ναι μέ­γα κρῖ­μα νὰ ἐ­ξα­πα­τᾶ­τε μίαν ἀδύναμον παιδίσκην μὲ ψευ­δεῖς ὑ­πο­σχέ­σεις προ­κει­μέ­νου νὰ σᾶς πεοθηλάσῃ.»
«Θὰ ἔλ­θω σοῦ λέ­γω, θὰ ἔλ­θω... Θὰ ἴ­δης. Θὰ ὑ­πά­γω­μεν ὁ­μοῦ εἰς τὸ πέμ­πτον συ­νέ­δρι­ον μὲ βῆ­μα τα­χύ. Βε­βαί­ως... Οὐ­δεὶς θὰ λεί­ψῃ ἐκ τοῦ πέμ­πτου συ­νε­δρί­ου. Ζή­τω τὸ 5ον συ­νέ­δρι­ον! Λεῖ­ξε ὅ­μως τώ­ρα κα­λή μου, λεῖ­ξε σὲ πα­ρα­κα­λῶ!»
«Θὰ εἶ­ναι κρί­σι­μον δι­ὰ τὸ μέλ­λον τοῦ κι­νή­μα­τος. Θὰ λη­φθοῦν ση­μαν­τι­καὶ ἀ­πο­φά­σεις.»
«Γα­μῶ τὸ κέ­ρα­τό μου. Εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὸν καὶ κρί­σι­μον νὰ χύ­σω· ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σαι;»
«Θὰ ὁ­μι­λή­σῃ ὁ σύν­τρο­φος Владимир Ильич Ульянов[4]»
Ὕ­ψω­σα τὰς χεῖ­ρας ἐκ τῆς ἀ­πο­γνώ­σε­ως ἀ­να­στε­νά­ζων:
«Θε­έ, ἔ­λε­ος! Τί ἐ­ζή­τη­σα; Μί­αν πί­παν ἐ­ζή­τη­σα κι ἐ­γὼ ὁ τα­πει­νός σου δοῦλος…»
«Ὁ товарищ Ульянов[5] ἡ­γεῖ­ται τοῦ κόμ­μα­τός μας καί...» γκλούπ! τὴν ἀ­πε­στό­μω­σα αἰφ­νι­δί­ως δι­ὰ τοῦ με­γά­λου δι­α­με­τρή­μα­τος φαλ­λοῦ, τῶν ὀ­φθαλ­μῶν αὐ­τῆς δι­α­σταλ­θέν­των ὑ­περ­μέ­τρως.
Μὲ τὰς πα­λά­μας ἐ­πὶ τοῦ τοί­χου καὶ ἀ­νοι­κτά τα σκέ­λη ὤ­θουν δι­ὰ πα­λιν­δρο­μι­κῶν κι­νή­σε­ων τὸ ἄλ­κι­μον πέ­ος. Ἡ κε­φα­λὴ τῆς ὑ­πη­ρε­τρί­ας ἀν­τε­ρει­δο­μέ­νη ἐ­πὶ τοῦ τοί­χου με­τέ­δι­δεν τοὺς κρα­δα­σμοὺς τῶν γα­μι­κῶν ὤ­σε­ων εἰς ὁ­λό­κλη­ρον τὸν οἶ­κον. Τὰ ὑ­α­λι­κὰ τῆς οἰ­κί­ας συ­νή­χουν τρέ­μον­τα, ἡ­δο­νι­ζό­με­να και αὐ­τά.
Κα­τὰ τὸν αὐ­τὸν χρό­νον, τὸ δε­κτι­κὸν κο­ρά­σι­ον ηὐ­να­νί­ζε­το δι­ὰ τῆς δε­ξι­ᾶς συν­τό­νως, ἀ­μιλ­λώ­με­νοι ἀμ­φό­τε­ροι –ἀ­στὸς καὶ προ­λε­τά­ρι­α– τὸν κα­λὸν ἡ­δο­νι­κὸν ἀ­γώ­να, συν­τη­κό­με­νοι καὶ συγ­χω­νευ­ό­με­νοι ἐν τῇ ἐ­ρω­τι­κῇ κα­μί­νῳ, ἀν­τι­κα­θι­στῶν­τες καὶ ὑ­περ­βαί­νον­τες τὴν πά­λην τῶν τά­ξε­ων δι’ ἐ­κεί­νης τῆς τερ­πνῆς τῶν ὀρ­γών­των σω­μά­των.
«Ἄν­νι­α!» ἠ­κού­σθη ἡ ὀ­ξεῖ­α κραυ­γὴ τῆς συ­ζύ­γου μου. «Ἄν­νι­αα!»
Ἡ μι­κρὰ ὑ­πη­ρέ­τρι­α ἀ­πε­κρί­θη εἰς τὸ κά­λε­σμα τῆς κυ­ρί­ας της μὲ πα­ρα­με­μορ­φω­μέ­νην φω­νήν, «-α­ὰ-ι­στα.., κυ-ί­α­α…»[6] ἐκ τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι τὸ στό­μα αὐ­τῆς ἦ­το σφιγ­κτῶς πε­πλη­ρω­μέ­νον –κα­τὰ τὸ κοι­νῶς λε­γό­με­νον, ἦ­το ‘στουμ­πω­μέ­νη’– ἀ­πὸ τὸν κω­νο­ει­δῆ φαλ­λὸν τοῦ κυ­ρί­ου της.
«Ἦλ­θεν ὁ κύ­ρι­ος, Ἄν­νι­α;»
«-α­ὰ-ι-τα, κυ-ί­α...»
«Δι­α­τί ἀρ­γεῖ;»
«-ὰ χὺ-ῃ κι ἔ-χε­ται[7]»
«Τι­ί;»
«-ὰ χὺ-ῃ ὕ­δω- -ό-ω-ον κι ἔ-χε­ται­αι...[8]»
Πα­ρε­λή­ρουν κα­τει­λημ­μέ­νος ὑ­πὸ βακ­χι­κῆς μα­νί­ας:
«Ῥό­φει, ὦ ἀμ­βρο­σί­α τῆς ζω­ῆς μου κι ἐν­τρύ­φη­μα τῶν λο­γι­σμῶν μου! Ῥό­φει, ὦ γλυ­κα­σμὲ τοῦ πέ­ους μου! Ῥό­φει ἰ­σχυ­ρῶς κι ἀ­κα­τα­παύ­στως.»
Αἰ­σθαν­θεὶς τὸ ὀρ­γα­σμι­κὸν κύ­μα -τσου­νά­μι ἦ­το- πλη­σι­ά­ζον ἀ­κά­θε­κτον, ἐ­πέ­σπευ­σα τὰς ὠ­θή­σεις καὶ ἀ­πε­φόρ­τω­σα κα­τὰ ρι­πὰς τὸ ἄ­φθο­νον καὶ ἀ­ρω­μα­τι­κόν μου σπέρ­μα, χρε­με­τί­ζων ὡς ἵπ­πος –ὅ­λοι μὲ ἤ­κου­σαν– ὑ­περ­χει­λί­ζων τὸ χω­ρη­τι­κὸν στό­μα τῆς λη­πτι­κῆς μι­κρᾶς, ἥ­τις κα­τα­πί­νου­σα αὐ­τὸ ἀ­πλή­στως μέ­χρι τε­λευ­ταί­ας ῥα­νί­δος, ἔ­φθα­σεν εἰς τὴν ἰ­δι­κήν της ἡ­δο­νι­κὴν κο­ρύ­φω­σιν.

Ἀπόσμασμα ἀπό τό μυθιστόρημα: ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ

[1]Ηρωίδα τού Άντον Τσέχωφ στο θεατρικό έργο, ‘Ο Βυσσινόκηπος’
[2]Αννούσκα μου, Αννούσκα μου!
[3] αχλαδωτά
[4] Vladimir Ilyich Ulyanov (Lenin)
[5] Σύντροφος Οὐλιάνωφ
[6] Μάλιστα, κυρία
[7] Νὰ χύσῃ κι ἔρχεται.
[8] Νὰ χύσῃ ὕδωρ εἰς τὸ πρόσωπόν του κι ἔρχεται. 

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

33. Στον κόσμο του παρελθόντος


Ζντούπ!
Οὐ­ρα­νό­θεν ἐρ­ρί­φθην ἐ­πὶ γῆς!
Κι ἔ­μει­να ἐκ­στα­τι­κὸς ἐκ τοῦ θαύ­μα­τος τῆς ὑ­πάρ­ξε­ως!
Πῶς δη­λα­δὴ ὑ­πῆρ­χον;
Δι­α­τί;
Πό­θεν;
Ὑ­πῆρ­χον πράγ­μα­τι;
Τί ἦ­το ἡ ὕ­παρ­ξις;
Πῶς αὕ­τη κα­τέ­στη δυ­να­τή;
Τί ἤ­μην πρὶν ὑ­πάρ­ξω· καὶ τί με­τά;
Καὶ τί θὰ ἤ­μην ἐ­ὰν δὲν ὑ­πῆρ­χον τώ­ρα;
Καὶ ἐ­γνώ­ρι­ζον ὅ­τι ἡ ἀ­πάν­τη­σις εἰς τὰ ἀ­νω­τέ­ρω ζη­τή­μα­τα ὑ­πῆρ­χεν πρὶν ἐ­γερ­θοῦν αὐ­τά, ὑ­πάρ­χει καὶ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα τὰ ἴ­δι­α, καὶ θὰ ὑ­πάρ­χει ἀ­φοῦ παύ­σουν νὰ ἔ­χουν αὐ­τὰ ἰ­σχὺν καὶ νό­η­μα.
Κλί­νας τὴν κε­φα­λὴν εἶ­δον ἔκ­πλη­κτος τὸ σῶ­μα μου: ἦ­το γυ­μνόν, στι­βα­ρόν, μαλ­λω­τόν[1] καὶ με­τρί­ου μᾶλ­λον ἀ­να­στή­μα­τος. Λα­βὼν ἐν τῇ πα­λά­μῃ τὸ πέ­ος, πε­ρι­ερ­γά­σθην αὐ­τό· ἦ­το βα­ρύ, με­λα­νό­μορ­φον, ἁ­δρο­με­ρὲς ὡς κω­νά­ρι­ον[2], ἐ­λα­στι­κὸν ὡς πρὸς τὴν ἀ­φήν, ἔ­χον οὖ­λον[3] τρί­χω­μα. Κα­θ’ ὅ­λας τὰς ἐν­δεί­ξεις ἤ­μην ἀ­νὴρ πεν­τή­κον­τα -κα­τὰ τὸ μᾶλ­λον ἢ ἧτ­τον[4]- ἐ­τῶν.
Ἔ­φε­ρον πῖ­λον τύ­που bowler ἐ­πὶ κε­φα­λῆς, βερ­νι­κω­τὰ ὑ­πο­δή­μα­τα, καὶ πε­ρι­πό­δι­α με­τὰ κνη­μο­δε­τῶν[5]. Εἰς τὸν ἀ­ρι­στε­ρὸν βρα­χί­ο­να εἶ­χον δε­δι­πλω­μέ­να τὰ ἐ­σώ­ρου­χά μου, ὑ­πο­κά­μι­σον, κο­στού­μι, ἐ­κρά­τουν δὲ καὶ ἀ­λε­ξί­βρο­χον[6].
Ἠ­σθάν­θην ἐν­τρο­πὴν δι­ὰ τὴν γυ­μνό­τη­τά μου. Ἦ­το βε­βαί­ως Αὔ­γου­στος μήν, ὁ καύ­σων ἀ­σφα­λῶς ἀ­φό­ρη­τος, ἀλ­λὰ ἐν οὐ­δε­μί­ᾳ πε­ρι­πτώ­σει ἐ­δι­και­ο­λο­γού­μην νὰ κυ­κλο­φο­ρῶ γυ­μνὸς ἀ­νὰ τὰς ὁ­δοὺς καὶ τὰς ῥύ­μας τῆς πό­λε­ως. Ἐ­κοί­τα­ξα ἀ­νή­συ­χος γύ­ρω καὶ δι­ε­πί­στω­σα ὅ­τι εὑ­ρι­σκό­μην ἐ­πὶ τῆς μι­κρᾶς, γρα­φι­κῆς place de Furstenberg τῆς πό­λε­ως τῶν Πα­ρι­σί­ων. Εὐ­τυ­χῶς ἐ­κεί­νην τὴν με­σημ­βρι­νὴν ὥ­ραν ἡ μι­κρὰ πλα­τεί­α ἦ­το ἔ­ρη­μος. Ἐ­κοί­τα­ξα πρὸς τὴν κα­τεύ­θυν­σιν τῆς rue de l’ Abbaye· οὐ­δείς. Ἐ­κοί­τα­ξα καὶ πρὸς τὴν ἀν­τί­θε­τον, ἐ­κεί­νης τῆς rue Jacob· μη­δείς. Τὰ κα­τα­στή­μα­τα ἦ­σαν κλει­δω­μέ­να καὶ τὰ ἐ­ξώ­φυλ­λα τῶν πα­ρα­θύ­ρων κε­κλει­σμέ­να· ἀλ­λὰ ὑ­πω­πτεύ­θην ὀ­πί­σω ἀ­πὸ τὰς περ­σί­δας παι­δι­κοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς πα­ρα­τη­ροῦν­τας μὲ φι­λο­παίγ­μο­να δι­ά­θε­σιν τὸ πέ­ος μου.
Ὁ ἥ­λι­ος μὲ συ­νέ­θλι­βεν δι­ὰ τῶν πυ­ρι­φλε­γῶν πελ­μά­των του. Ἱ­στά­μην ἐ­κεῖ ἀ­μή­χα­νος, ἄ­ερ­γος, ἀ­πο­ρῶν τί κά­μνω ἐ­πὶ τῆς γῆς, δι­α­τί ζῶ, ‘chi sono io, chi sono gli altri[7]. Ἐ­δί­ψων· καὶ ἡ δί­ψα ἐ­κεί­νη δὲν ἐ­κορ­ρέ­νε­το δι’ ὕ­δα­τος ἀλ­λ’ ἦ­το δί­ψα με­τα­φυ­σι­κή, δί­ψα δι’ ἐ­κεῖ­νον τὸ ἄ­γνω­στον τὸ ὁ­ποῖ­ον ἀ­πώ­λε­σα ἀ­πο­κτή­σας σῶ­μα καὶ ὕ­παρ­ξιν. Ἐ­σπόγ­γι­σα δι­ὰ μαν­δη­λί­ου τὸν ἱ­δρώ­τα ἐκ τοῦ κα­τε­ρύ­θρου προ­σώ­που μου. Ἐν τῇ ἄ­κρᾳ σι­ω­πῇ, μο­να­δι­κὸς πα­ρή­γο­ρος ἦ­χος, ὁ ἀ­σθε­νής, κε­λα­ρυ­στὸς ἦ­χος πί­πτον­τος ὕ­δα­τος μι­κρᾶς τι­νος κρή­νης τῆς πλα­τεί­ας. 
Ἤ­κου­σα τό­τε ὀ­πί­σω μου εἰ­ρω­νι­κὸν γέ­λω­τα παι­δί­σκης καὶ τὰκ-τὰκ-τάκ! κρό­τον δρο­μαί­ων βη­μά­των πλη­σι­ά­ζον­τα. Δι’ αὐ­θορ­μή­του κι­νή­σε­ως ἀ­πέ­κρυ­ψα δι­ὰ τῶν πα­λα­μῶν τὰ γεν­νη­τι­κά μου ὄρ­γα­να κι ἐ­στρά­φην.., πλὴν ὅμως παι­δί­σκην – σᾶς ὁρ­κί­ζο­μαι, οὐκ εἶ­δον! «Marfa! Marfa!» ἤ­κου­σα φωνὴν φω­νά­ζουσαν τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τῆς. Τὰ βή­μα­τα ἔ­κα­μαν δύ­ο κύ­κλους γύ­ρω μου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπεμακρύνθησαν τῆς ἐντάσεώς των ἐξασθενουμένης, ἕ­ως ὅ­του ἔ­παυ­σαν νὰ ἠ­χοῦν, ἐ­πι­κρα­τη­σά­σης σι­γῆς τά­φου.
Ἤρ­χι­σα νὰ ἐν­δύ­ο­μαι τὸ ὑ­πο­κά­μι­σον ὅ­ταν αἴφ­νης, κρρρ..! τριγ­μὸς ἠ­κού­σθη, καὶ τὸ κιγ­κλί­δω­μα τῆς ἁ­ψι­δω­τῆς θύ­ρας τοῦ ἔ­ναν­τι ἀ­να­γεν­νη­σι­α­κοῦ κτι­ρί­ου τῆς rue Abbaye, ἤ­νοι­ξεν βρα­δέ­ως καὶ ἐ­νε­φα­νί­σθη ἐ­πὶ τοῦ κα­τω­φλί­ου μέ­γας ὄρ­νις –στρου­θο­κά­μη­λος τὸ εἶ­δος!
Τὸ βα­σι­λι­κὸν πτη­νὸν κα­τελ­θὸν με­γα­λο­πρε­πῶς τὰς πέν­τε βαθ­μί­δας τῆς κλί­μα­κος κα­τευ­θύν­θη πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ πλη­σι­ά­σαν εἰς ἀ­πό­στα­σιν πέν­τε πε­ρί­που μέ­τρων, ἐ­στά­θη μὲ με­τέ­ω­ρον πό­δα, κοι­τά­ζον μὲ αὐ­ταρ­χι­κόν, βλα­κῶ­δες βλέμ­μα.
Ἱ­στά­μην ἀ­σά­λευ­τος κα­θη­λω­μέ­νος ὑ­πὸ τῶν δι­α­πύ­ρων ἀ­κτί­νων τοῦ ἡ­λί­ου αἵ­τι­νες μὲ δι­ε­πέ­ρων ἐκ τῆς κο­ρυ­φῆς τῆς κε­φα­λῆς ἕ­ως τῶν πελ­μά­των ὡς ὀ­βε­λί­αν. Ἐ­γνώ­ρι­ζον βε­βαί­ως ὅ­τι τὰ φαι­νό­με­να ἀ­πα­τοῦν· ἀλ­λὰ δι­ὰ πρώ­την φο­ρὰν μοῦ ἐ­δη­μι­ουρ­γή­θη ἡ ὑ­πό­νοι­α ὅ­τι ἡ συ­νεί­δη­σις, –τοῦτο τὸ φαι­νό­με­νον τῶν φαι­νο­μέ­νων– ἐ­λάμ­βα­νεν πλη­θώ­ραν μορ­φῶν καὶ αὐ­τη­πα­τᾶ­το ἀν­τι­λαμ­βα­νο­μέ­νη τὰ ἰ­δι­κά της σχή­μα­τα ὡς δῆ­θεν ἐ­ξω­τε­ρι­κήν, ἀν­τι­κει­με­νι­κήν, ἀ­νε­ξάρ­τη­τον ἀ­πὸ αὐ­τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα... Αἰφ­νι­δί­ως τὸ ἠ­λί­θι­ον πτη­νὸν ἐ­ξέ­βα­λεν ὀ­ξεῖ­αν, πο­λε­μι­κὴν κραυ­γὴν καὶ τι­νάσ­σον τοὺς πτέ­ρυ­γας μοῦ ἐ­πε­τέ­θη ἄ­νευ λό­γου καὶ αἰ­τί­ας. Φυ­σι­κῷ τῷ λό­γῳ ἐ­τρά­πην εἰς ἄ­τα­κτον φυ­γήν.
Πα­ρου­σί­α­ζον γε­λοῖ­ον θέ­α­μα κα­τα­δι­ω­κό­με­νος ὑ­πὸ στρου­θο­κα­μή­λου, τρέ­χων ἡ­μί­γυ­μνος πρὸς τὴν ὁ­δὸν Cardinale, ὅ­ταν ἤρ­χι­σαν νὰ πί­πτουν στὰκ-στὰκ-στάκ! στα­γό­νες οὐ­χὶ συ­νή­θους βρο­χῆς, ἀλ­λ’ ἀ­μαυ­ραί, στιγ­μα­τί­ζου­σαι τὰς λευ­κὰς πλά­κας τῶν πε­ζο­δρο­μί­ων, κη­λι­δώ­νου­σαι τὰ φυλ­λώ­μα­τα τῶν δέν­δρων, σπι­λώ­νου­σαι τὰς προ­σό­ψεις τῶν κτι­ρί­ων, ἀ­μαυ­ρώ­νου­σαι τα­χέ­ως τὴν πό­λιν ὁ­λό­κλη­ρον. Ἔκ­πλη­κτος ἐκ τοῦ πα­ρὰ φύ­σιν φαι­νο­μέ­νου ἔ­σπευ­σα νὰ προ­φυ­λα­χθῶ τό­σον ἐ­γώ, ὅ­σον καὶ τὸ πτη­νόν, ὑ­πὸ τοῦ ρα­βδω­τοῦ, πρα­σί­νου καὶ λευ­κοῦ, ὑ­φα­σμα­τί­νου στε­γά­σμα­τος –κοι­νῶς τέν­τας- τοῦ ἐ­στι­α­το­ρί­ου ‘La Santé par l’ Alimentation’ κει­μέ­νου εἰς τὴν συμ­βο­λὴν τῶν ὁ­δῶν Cardinale καὶ de l’ Abbaye.
Ἐ­ξε­τά­ζων δι­ὰ τοῦ δεί­κτου στα­γό­να τι­νὰ δι­ε­πί­στω­σα ὅ­τι ἦ­το με­λά­νη! Ἤ­κου­σα τό­τε θρό­ι­σμα γρα­φί­δος ἐ­πὶ χάρ­του οὐ­ρα­νό­θεν, καὶ ἀ­να­βλέ­πων, στάκ! κη­λὶς με­λά­νης ἐ­πέ­πε­σεν ὡς φώ­τη­σις ἐ­πὶ τοῦ με­τώ­που μου. Αἴφ­νης εἶ­χον τὴν πα­ρά­ξε­νον ἐ­πί­γνω­σιν ὅ­τι ἐ­γὼ καὶ ὁ κό­σμος λέ­ξεις εἴ­με­θα τὰς ὁ­ποί­ας μυ­στη­ρι­ώ­δης, ἀ­ό­ρα­τος χεὶρ συγ­γρά­φει, δι­η­γου­μέ­νη τὸν μῦ­θον τῆς ζω­ῆς καὶ τοῦ κό­σμου.



[1] μαλλιαρό
[2] χοντροκόμματο σαν κουκουνάρα
[3] σγουρό
[4] λίγο-πολύ
[5] κάλτσες με καλτσοδέτες
[6] ομπρέλα
[7] ‘ποιος είμαι εγώ, ποιοι είναι οι άλλοι’ φράση από την ταινία του Ταρκόφσκυ, ‘Νοσταλγία’.



Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

31. Η προδοσία της Bluma


Χω­ρίς να προ­λά­βω ν’ αν­τι­δρά­σω ο γι­γαν­τό­σω­μος θα πι­έ­σει στο πρό­σω­πό μου έ­να με­γά­λο κομ­μά­τι βαμ­βά­κι εμ­πο­τι­σμέ­νο με κά­ποι­α ου­σί­α που θα μυ­ρί­ζει πι­κρα­μύ­γδα­λο. Θα προ­σπα­θή­σω να ε­λευ­θε­ρω­θώ, αλ­λά ο άν­τρας θα ’­ναι πο­λύ δυ­να­τός και δε θα μ’ α­φή­νει και σε λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα θα πα­ρα­λύσ­ω· το σώ­μα μου θα α­ναι­σθη­το­ποι­η­θεί εν­τε­λώς.
Θα κεί­το­μαι γυ­μνή κι α­σά­λευ­τη· δε θα μπο­ρώ ού­τε το δα­χτυ­λά­κι μου να κου­νή­σω, ού­τε να μι­λή­σω. Θ’ α­κού­ω και θα βλέ­πω, αλ­λά με μια πα­ρά­ξε­νη, πα­ρα­μορ­φω­τι­κή δια­ύγεια σαν να εί­μαι ξα­πλω­μέ­νη στο βυ­θό και να βλέ­πω προς τα πά­νω τους αν­θρώ­πους που θα εί­ναι έ­ξω α­πό το νε­ρό. Οι δύ­ο άν­δρες με τις μα­κρι­ές γε­νειά­δες θα χα­μο­γε­λούν πα­ρά­ξε­να, τρο­μα­κτι­κά σχε­δόν· ο κον­τός θα μα­σά τσί­χλα. Θα μ’ έ­χουν α­δρα­νο­ποι­ή­σει, ό­πως η α­ρά­χνη το θύ­μα της με το δη­λη­τή­ριό της. Μ’ έ­να πο­νη­ρό νεύ­μα θα συ­νεν­νο­η­θούν με­τα­ξύ τους κι ο μι­κρό­σω­μος θα πει δι­στα­κτι­κά στη B­l­u­ma:
«Γκουχ, γκουχ, κυ­ρί­α.­.­.»
Η B­l­u­ma θα στέ­κε­ι γυ­μνή στο πα­ρά­θυ­ρο κοι­τά­ζον­τας έ­ξω και θα κα­πνί­ζει α­φη­ρη­μέ­να. Ο νά­νος θα κά­νει δυ­ό βή­μα­τα προς το μέ­ρος της και θα ε­πα­να­λά­βει πιο θαρ­ρε­τά:
«Κυ­ρί­α»
«Μμ.­.­;»
«Μ’ ό­λο το σε­βα­σμό.­.­.» θα πει βγά­ζον­τας τα­πει­νά το κα­πέ­λο του. «Ε­πι­τρέ­πε­ται να γα­μή­σο­μεν (s­ic) κι ε­μείς αυ­τό το ω­ραί­ο μου­νά­κι;»
«Τι;»
«Σας πα­ρα­κα­λού­με κα­λέ κυ­ρί­α, α­φή­στε μας να το γα­μή­σο­μεν,» θα πα­ρέμ­βει ο γι­γαν­τό­σω­μος.
«Βγά­λε το κα­πέ­λο σου, η­λί­θι­ε!» θα τον ε­πι­πλή­ξει ο κον­τός. «Στην κυ­ρί­α μι­λάς.»
Θα υ­πα­κού­σει α­μέ­σως. «Ω, με συγ­χω­ρεί­τε, το ξέ­χα­σα.»
«Κάν­τε της ό,τι θέ­λε­τε.­.­.» θα πει ε­κεί­νη α­δι­ά­φο­ρα· και με­τά α­πό μια μι­κρή παύ­ση: «­.­..γρή­γο­ρα μό­νο!»
«Έν­νοι­α σας, κυ­ρί­α.­.­.»
«Εί­στε πο­λύ κα­λή· σας ευ­χα­ρι­στού­με.»
«Ε­γώ πρώ­τος» θα πει ο κον­τός.
«Για­τί ε­σύ πάν­τα πρώ­τος, Μω;» θα δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεί ο με­γα­λό­σω­μος. «Κα­λέ κυ­ρί­α, πεί­τε του κά­τι, εί­ναι ά­δι­κο!»
«Ο Μω πρώ­τος» θ’ α­πο­φα­σί­σει ε­κεί­νη.
Το αν­θρω­πά­κι ο Μω θα ξε­κουμ­πώ­σει την καμ­παρ­ντί­να, θα κα­τε­βά­σει τα παν­τε­λό­νια του και θ’ α­νέ­βει πά­νω μου. Δε θα νι­ώ­θω α­πο­λύ­τως τί­πο­τα· το σώ­μα μου θα ’­ναι νε­κρό. Ο άλ­λος, ο γί­γαν­τας, θα βγά­λει έ­ξω έ­ναν τε­ρά­στιο φαλ­λό και θα μα­λα­κί­ζε­ται ό­ση ώ­ρα πε­ρι­μέ­νει. Η B­l­u­ma θα συ­νε­χί­ζει να κοι­τά­ζει την κί­νη­ση κά­τω στο δρό­μο α­φη­ρη­μέ­να. Θα φυ­σή­ξει ψη­λά τον κα­πνό και θα πει:
«Δυ­στυ­χώς L­a­r­ra, δεν μπο­ρώ να κά­νω τί­πο­τα· εί­σαι μέ­ρος του πει­ρά­μα­τος. Ό­ταν δι­ά­βα­σα το ό­νο­μά σου στον κα­τά­λο­γο, ξαφ­νι­ά­στη­κα.­.. Θα προ­τι­μού­σα βέ­βαι­α να μην ή­σουν ε­σύ -πί­στε­ψέ με- αλ­λά πρέ­πει να με κα­τα­λά­βεις· δεν α­πο­φα­σί­ζω ε­γώ γι’ αυ­τά τα πράγ­μα­τα, άλ­λοι που βρί­σκον­ται πο­λύ ψη­λά α­πο­φα­σί­ζουν.­..
»Η P­a­r­i­b­as χρη­μα­το­δο­τεί έ­να μυ­στι­κό p­r­o­j­e­ct με σκο­πό να κα­τα­νο­ή­σου­με πώς γεν­νι­ούν­ται οι ελ­πί­δες στους αν­θρώ­πους.­.­.»
«Ώ­ω­πα, αν­τρού­λη μου· ώ­πα-ώ­πα, δω­σ’ του!» θα εν­θαρ­ρύ­νει ο γι­γαν­τό­σω­μος το σύν­τρο­φό του που θα ξε­φυ­σά -ουφ, ουφ- πά­νω στο πρό­σω­πό μου· η α­νά­σα του θα μυ­ρί­ζει τη γλυ­κε­ρή μυ­ρω­διά της τσί­χλας που θα μα­σά­ει.
Η B­l­u­ma θα συ­νε­χί­σει σαν να μο­νο­λο­γεί:
«Οι μά­ζες έ­χουν πει­στεί α­πό και­ρό ό­τι δεν υ­πάρ­χει ελ­πί­δα ν’ αλ­λά­ξει η κα­τά­στα­ση κι έ­τσι προς το πα­ρόν το status quo δεν α­πει­λεί­ται.
»Βε­βαί­ως ε­πι­τρέ­που­με στις μά­ζες να ε­κτο­νώ­νον­ται κα­τά δι­α­στή­μα­τα σε πρά­ξεις τυ­φλής βί­ας αλ­λά, α­φού δεν ελ­πί­ζουν σε τί­πο­τα, α­πο­δέ­χον­ται τε­λι­κά την υ­πάρ­χου­σα κα­τά­στα­ση και α­ναγ­κα­στι­κά ε­πα­νέρ­χον­ται στα ί­δια.­.. Αν ό­μως α­πο­κτού­σαν κά­ποι­ο ό­ρα­μα, τό­τε τα πράγ­μα­τα θα ή­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά· δε θα δί­στα­ζαν να κα­τα­στρέ­ψουν ο­λο­σχε­ρώς το σύ­στη­μά μας για να υ­λο­ποι­ή­σουν το ό­ρα­μά τους.»
«Έ­λα πα­λι­κα­ρά­κι μου, έ­λα αν­τρού­λη μου, τέ­λει­ω­νε να γα­μή­σω κι ε­γώ» θα πει ο γι­γαν­τό­σω­μος στο Μω χτυ­πών­τας τον τρυ­φε­ρά στους γλου­τούς. «Και.­., φτύ­σε την τσί­χλα· δεν μα­σά­με τσί­χλα ό­ταν γα­μά­με. Είναι προσβλητικό, δεν έχεις τρόπους;»
«Σκά­σε γα­μώ το κέ­ρα­τό μου! Μι­λά­ει η κυ­ρί­α, μι­λάς κι ε­σύ, πώς να συγ­κεν­τρω­θώ να χύ­σω;­!»
Η B­l­u­ma δε θα τους α­κού­ει:
«­.­..Το τε­λευ­ταί­ο δι­ά­στη­μα πα­ρου­σι­ά­στη­καν αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις α­τό­μων τα ο­ποί­α άρ­χι­σαν -εν­τε­λώς α­ναί­τια- να ελ­πί­ζουν σ’ έ­να κα­λύ­τε­ρο μέλ­λον. Αυ­τό μας α­νη­σύ­χη­σε, για­τί η ελ­πί­δα εί­ναι εκ φύ­σε­ως α­να­τρε­πτι­κή για κά­θε κα­θε­στώς.
»Θέ­λου­με να κα­τα­λά­βου­με πώς και για­τί γεν­νι­ούν­ται οι ελ­πί­δες για να τις ε­ξα­λεί­ψου­με εν τη γε­νέ­σει τους. Θέ­λου­με να μά­θου­με για­τί αυ­τά τα πα­ρά­ξε­να όν­τα που ο­νο­μά­ζον­ται ‘άν­θρω­ποι’ ε­πι­μέ­νουν να ελ­πί­ζουν α­κό­μη κι ό­ταν ό­λα έ­χουν χα­θεί. Ε­πι­λέ­χθη­καν λοι­πόν με­ρι­κές δε­κά­δες ά­το­μα α­πό δι­ά­φο­ρες χώ­ρες που πά­σχουν α­πό α­νί­α­τες α­σθέ­νει­ες και που δεν έ­χουν κα­μιά ελ­πί­δα σω­τη­ρί­ας, κι αρ­χί­σα­με να πα­ρα­κο­λου­θού­με -εν α­γνοί­α τους φυ­σι­κά- τη συμ­πε­ρι­φο­ρά τους και την ε­ξέ­λι­ξη της α­σθέ­νειάς τους μέ­χρι το θά­να­τό τους.­..
»Σε με­ρι­κά α­π’ αυ­τά λοι­πόν εμ­φα­νί­στη­κε η πα­ρά­λο­γη ελ­πί­δα ό­τι θα γί­νει κά­ποι­ο θαύ­μα και θα θε­ρα­πευ­τούν. Πώς; Για­τί; Η δι­κή σου βέ­βαι­α πε­ρί­πτω­ση εί­ναι λί­γο πιο σύν­θε­τη κι γι’ αυ­τό πιο εν­δι­α­φέ­ρου­σα. Ο έ­ρω­τάς σου για μέ­να α­πο­δεί­χτη­κε πιο ι­σχυ­ρός α­πό το φό­βο του θα­νά­του, και η ελ­πί­δα να με συ­ναν­τή­σεις σ’ έ­κα­νε να ξε­πε­ρά­σεις ό­λα τα εμ­πό­δια και τους κιν­δύ­νους. Ει­λι­κρι­νά το βρί­σκω συγ­κι­νη­τι­κό.­.­.»
Θα στρέ­ψει το ό­μορ­φο κε­φά­λι της προς το μέ­ρος μου.
»Τώ­ρα που τα ’­μα­θες ό­λα, ε­ξα­κο­λου­θείς να μ’ α­γα­πάς; Δεν αι­σθά­νε­σαι προ­δο­μέ­νη; Δε με μι­σείς; Ελ­πί­ζεις α­κό­μα; Σε τι; Το πεί­ρα­μα συ­νε­χί­ζε­ται.­.­.»
Θα κοι­τά­ζει τους πε­ρα­στι­κούς κά­τω στο δρό­μο α­φη­ρη­μέ­να. Με­τά θα πει κά­τι που θα μου φα­νεί πο­λύ πα­ρά­ξε­νο και ά­σχε­το.
«Θυ­μά­σαι στο C­E­RN? Το με­γά­λο πεί­ρα­μα δεν κα­τέ­λη­ξε στην κα­τα­στρο­φή που ό­λοι γνω­ρί­ζουν.­.. Κα­τέ­λη­ξε σ’ έ­να α­πρό­βλε­πτο α­πο­τέ­λε­σμα που το κρα­τή­σα­με μυ­στι­κό, για­τί, αν γι­νό­ταν γνω­στό, ί­σως άλ­λα­ζε ο κό­σμος.­.. Γι’ αυ­τό φρον­τί­σα­με να μη μα­θευ­τεί»
Θα σβή­σει τη γό­πα στο περ­βά­ζι του πα­ρα­θύ­ρου και λέ­γον­τας «φεύ­γου­με!» θ’ αρ­χί­σει να ντύ­νε­ται α­πο­φα­σι­στι­κά.
«Μι­σό λε­πτό να χύ­σω!» θα πει ο νά­νος ε­πι­τα­χύ­νον­τας τις κι­νή­σεις της λε­κά­νης του.
«Κυ­ρί­α, ε­γώ δε γά­μη­σα!» θα πα­ρα­πο­νε­θεί ο γί­γαν­τας σαν παι­δί που δεν πρό­λα­βε να κά­νει τραμ­πά­λα.
Χλάτς - χλούτς! θα τους χα­στου­κί­σει και τους δύ­ο δυ­να­τά.
«Φεύ­γου­με εί­πα· α­κού­σα­τε;­!»
Ο κον­τός θα φτύ­σει τη τσί­χλα και θα με χώ­σουν σ’ έ­να με­γά­λο καν­νά­βι­νο τσου­βά­λι. Ο γι­γαν­τό­σω­μος θα με φορ­τω­θεί στον ώ­μο, κι η τε­λευ­ταί­α ει­κό­να που θα έ­χω πριν χά­σω τις αι­σθή­σεις μου, θα εί­ναι η με­γά­λη ροζ τσί­χλα που θα ε­πι­μη­κύ­νε­ται α­π’ τη μο­κέ­τα μέ­χρι τη σό­λα του κα­θώς θα ση­κώ­νει το πό­δι του.

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

28. Η τύφλωση του τραπεζίτη Jean de Bloch

 
Θα ε­πι­στρέ­ψω στην τρα­πε­ζα­ρί­α και για να γι­ορ­τά­σω θα πα­ραγ­γεί­λω λευ­κό κρα­σί και φι­λέ­το. Μι­σο­ζα­λι­σμέ­νη θα την κοι­τά­ζω στην άλ­λη ά­κρη της αί­θου­σας, μα­γε­μέ­νη α­πό την ο­μορ­φιά της, και κά­ποι­α στιγ­μή θα συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω ξαφνικά ό­τι ο τό­σο οι­κεί­ος και κα­θη­συ­χα­στι­κός θό­ρυ­βος του ε­στι­α­το­ρί­ου –οι χα­μη­λό­φω­νες συ­νο­μι­λί­ες, τα σπο­ρα­δι­κά γέ­λια, οι κρυ­στάλ­λι­νοι ή­χοι των πο­τη­ρι­ών, των μα­χαι­ρο­πή­ρου­νων, α­κό­μη κι η δι­α­κρι­τι­κή μου­σι­κή του πιά­νου– θα έ­χουν παύ­σει σι­γά-σι­γά χωρίς να το καταλάβω και θα ’­χει ε­πι­κρα­τή­σει μια πα­ρά­ξε­νη, α­νη­συ­χη­τι­κή η­συ­χί­α, ε­νώ έ­νας με­τά τον άλ­λον οι θα­μώ­νες της πο­λυ­τε­λούς τρα­πε­ζα­ρί­ας θα στρέ­φον­ται και θα κοι­τά­ζουν έ­ξω α­πό τα με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα προς το b­o­u­l­e­v­a­rd R­a­s­p­a­il.­..
Θα στρα­φώ και θα δω κολ­λη­μέ­να στα τζά­μια ε­κα­τον­τά­δες ε­ξα­θλι­ω­μέ­να πρό­σω­πα –οι ά­θλιοι των Πα­ρι­σί­ων– σαν κο­λα­σμέ­να φαν­τά­σμα­τα που θα τα εί­χε ξε­βρά­σει ο κά­τω κό­σμος, να κοι­τούν ανέκ­φρα­στα –και γι’ αυ­τό α­κό­μη πιο α­πει­λη­τι­κά κι α­πό το να ή­ταν ορ­γι­σμέ­να– τους πλούσιους που θα ζούσαν μέσα την χλι­δή και τη πο­λυ­τέ­λεια.
Οι σω­μα­το­φύ­λα­κες του J­e­an de B­l­o­ch θα στα­θούν με­τα­ξύ τρα­πε­ζιού και πα­ρα­θύ­ρου αγ­γί­ζον­τας κά­τω α­πό τα σα­κά­κια τους τις λα­βές των ό­πλων τους.
Ο m­a­i­t­re d  h­ô­t­el έ­νας κον­τό­χον­τρος με­σή­λι­κας που τα λί­γα μαλ­λιά του θα τα εί­χε κά­νει κο­τσι­δά­κι, θα δώ­σει εν­το­λές και το προ­σω­πι­κό θα κλεί­σει βι­α­στι­κά τα χον­τρά, ξύ­λι­να, ε­σω­τε­ρι­κά πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα, θ’ α­νά­ψει τους πο­λυ­ε­λαί­ους, και θα τρα­βή­ξει τις πορ­φυ­ρές, βε­λού­δι­νες κουρ­τί­νες.
Ξαφ­νι­κά –κρα­α­άτς!– θ’ α­κου­στεί, κι α­π’ έ­ξω η τζα­μα­ρί­α θα σπά­σει. Νταγκ-νταγκ-νταγκ! με­γά­λες πέ­τρες θ’ αρ­χί­σουν να πέ­φτουν βρο­χή πά­νω στα ξύ­λι­να πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα. Οι βα­ρι­ές κουρ­τί­νες θα σεί­ον­ται. Θα εί­ναι τρο­μα­κτι­κό ν’ α­κούς τα δυ­να­τά κτυ­πή­μα­τα και να ’­σαι κλει­σμέ­νος μέ­σα.
Ο m­a­i­t­re d  h­ô­t­el με το κο­τσι­δά­κι θα χτυ­πή­σει τα χέ­ρια του:
«M­e­s­d­a­m­es et m­e­s­s­i­e­u­rs, e­st-ce q­ue je p­e­ux a­v­o­ir v­o­t­re a­t­t­e­n­t­i­on s' il v­o­us p­l­a­it?
»Η δι­εύ­θυν­σις του ξε­νο­δο­χεί­ου εκ­φρά­ζει τη λύ­πη της γι αυ­τό το δυ­σά­ρε­στο συμ­βάν το ο­ποί­ο δι­έ­κο­ψε το δεί­πνο σας. Ου­δείς ό­μως λό­γος α­νη­συ­χί­ας συν­τρέ­χει.­.. Οι τα­ρα­χές αυ­τές εί­ναι συ­νη­θι­σμέ­νες και τις αν­τι­με­τω­πί­ζου­με με ε­πι­τυ­χί­α.
»Ό­λες οι εί­σο­δοι του ξε­νο­δο­χεί­ου έ­χουν α­σφα­λι­στεί· οι άν­τρες α­σφα­λεί­ας έ­χουν λά­βει ε­πί­και­ρες θέ­σεις και σα­φείς δι­α­τα­γές ν’ α­νοί­ξουν πυρ, αν πα­ρα­στεί α­νάγ­κη. Εγ­γυ­ώ­μαι προ­σω­πι­κά, την πλή­ρη α­σφά­λειά σας. Η α­στυ­νο­μί­α έ­χει ει­δο­ποι­η­θεί και σε λί­γο θα κα­τα­φθά­σει και θα δι­α­λύ­σει τους τα­ρα­χο­ποι­ούς. Δι­α­τη­ρήστε πα­ρα­κα­λώ την ψυ­χραι­μί­α σας, α­γνο­ήστε τους και συ­νε­χί­στε το δεί­πνο σας. Αύ­ριο το α­τυ­χές αυ­τό πε­ρι­στα­τι­κό θα εί­ναι μια δι­α­σκε­δα­στι­κή α­νά­μνη­ση.»
Θα κά­νει έ­να νεύ­μα προς τον πι­α­νί­στα κι ε­κεί­νος θ’ αρ­χί­σει να παί­ζει έ­να κε­φά­το καν-καν, που η αν­τί­θε­σή του προς τα ό­σα θα συμ­βαί­νουν θα δη­μι­ουρ­γεί μια γκρο­τέ­σκα α­τμό­σφαι­ρα.
Α­κο­λου­θών­τας τη συμ­βου­λή του δι­ευ­θυν­τή, ό­λοι θα σκύ­ψουν στα πιά­τα τους και θα συ­νε­χί­σουν να τρώ­νε α­μί­λη­τοι, –ή μάλ­λον θα κά­νουν πως τρώ­νε– ρί­χνον­τας κλε­φτές, φο­βι­σμέ­νες μα­τι­ές προς τις σει­ό­με­νες πορ­φυ­ρές κουρ­τί­νες. Η B­l­u­ma θα με κοι­τά­ξει α­νή­συ­χη. Ο J­e­an de B­l­o­ch, σίγουρος ότι δεν κινδυνεύει από τίποτε, θ’ α­στει­ευ­τεί και οι άλ­λοι θα γε­λά­σουν βε­βι­α­σμέ­να. Οι σω­μα­το­φύ­λα­κες θα ’χουν στραμ­μέ­νη την προ­σο­χή τους προς τα πα­ρά­θυ­ρα και τις ει­σό­δους. Αλ­λά το κα­κό θα ’ρ­θει α­πό ’­κει που δεν το πε­ρι­μέ­νουν. Το κα­κό θα εί­ναι ή­δη ε­κεί, μέ­σα στην αί­θου­σα.­..

Μια α­παί­σια στριγ­κλιά θα σκί­σει την τρα­πε­ζα­ρί­α, κι ό­λοι θ’ α­να­πη­δή­σουν στα κα­θί­σμα­τά τους.
 Οι σω­μα­το­φύ­λα­κες θα στρα­φούν και θα γα­ζώ­σουν τον σω­με­λι­έ που θα τρέ­χει προς την έ­ξο­δο υ­πη­ρε­σί­ας. Μια δι­α­γώ­νια σει­ρά αι­μά­τι­νων κη­λί­δων θα σχη­μα­τι­στεί στο λευ­κό σα­κά­κι στην πλά­τη, κι ο ά­τυ­χος σερ­βι­τό­ρος θα σω­ρια­στεί ε­πί τό­που.
Θα δω τον J­e­an de B­l­o­ch και θ’ α­να­τρι­χιά­σω. Θα έ­χει καρ­φω­μέ­νο στο α­ρι­στε­ρό μά­τι έ­να με­γά­λο, α­ση­μέ­νιο πι­ρού­νι. Θα τον εί­χε τυ­φλώ­σει ο s­o­m­m­e­l­i­er του που θα έ­στε­κε πί­σω του και θα του σέρ­βι­ρε κρα­σί! Ο πα­νί­σχυ­ρος τρα­πε­ζί­της θα ση­κω­θεί, τα αί­μα­τα θα τρέ­χουν στο μά­γου­λό του, και με τα χέ­ρια α­πλω­μέ­να σαν Οι­δί­πο­δας, θα πα­ρα­παί­ει α­νά­με­σα στον κό­σμο που θα πα­ρα­με­ρί­ζει α­πό τη φρί­κη α­να­πο­δο­γυ­ρί­ζον­τας τρα­πέ­ζια και κα­ρέ­κλες.
Η B­l­u­ma θα κρα­τά­ει ά­φω­νη το πρό­σω­πό της α­πό τον τρό­μο!
«Έ­να για­τρό! Εί­ναι κα­νέ­νας για­τρός ε­δώ;­!» θα φω­νά­ξει πα­νι­κό­βλη­τη.
Ο για­τρός του ξε­νο­δο­χεί­ου έ­νας νε­α­ρός με γυα­λιά και μαύ­ρη τσάν­τα θα εμ­φα­νι­στεί τρέ­χον­τας. Με μια α­πό­το­μη κί­νη­ση θα τρα­βή­ξει το τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο με τα σκεύ­η α­πό το τρα­πέ­ζι και θα ξα­πλώ­σουν πά­νω του τον τρα­πε­ζί­τη. Ο για­τρός θα του κά­νει μια έ­νε­ση το­πι­κής α­ναι­σθη­σί­ας· θα πιά­σει το πι­ρού­νι, και θα το τρα­βή­ξει με προ­σο­χή.  Ό­μως το με­γά­λο πι­ρού­νι θα βγει μα­ζί με τον βολ­βό του μα­τιού. Θα ξε­καρ­φώ­σει προ­σε­κτι­κά το βολ­βό και θα τον δώ­σει στον υ­πεύ­θυ­νο α­σφα­λεί­ας. Αυ­τός θα βγά­λει το μαν­τή­λι του, θα το τι­νά­ξει, θα τυ­λί­ξει το πο­λύ­τι­μο μά­τι του κυ­ρί­ου του και θα το φυ­λά­ξει στην ε­σω­τε­ρι­κή τσέ­πη του σα­κα­κιού του. 
Το σφυ­ρο­κό­πη­μα νταγκ-νταγκ-νταγκ! στα πα­ρά­θυ­ρα θα συ­νε­χί­ζε­ται α­μεί­ω­το. Σο­κα­ρι­σμέ­νοι οι πο­λι­ορ­κη­μέ­νοι θα κά­θον­ται όρ­θιοι, ά­φω­νοι κι α­σά­λευ­τοι σαν α­γάλ­μα­τα, και α­κού­γον­τας σει­ρή­νες πε­ρι­πο­λι­κών και πυ­ρο­βο­λι­σμούς θ’ α­να­στε­νά­ξουν με α­να­κού­φι­ση. Μέ­σα σε λί­γα λε­πτά ό­λα θα η­συ­χά­σουν, οι πόρ­τες του ξε­νο­δο­χεί­ου θ’ α­νοί­ξουν, οι πε­λά­τες θα προ­βά­λουν δι­στα­κτι­κά τα κε­φά­λια τους έ­ξω, και με­τά θ’ αρ­χί­σουν να τρέ­χουν σαν πον­τί­κια. Η Blu­ma και ο J­e­an de B­l­o­ch με το για­τρό θα μπουν στη θω­ρα­κι­σμέ­νη τους λι­μου­ζί­να και θα φύ­γουν.