Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

46. Τὰ ἀνομολόγητα βίτσια τῆς ἀριστοκρατίας



Ἀν­τε­λή­φθην τό­τε ὅ­τι κά­τι πε­ρί­ερ­γον συ­νέ­βαι­νεν: Ἐ­πὶ τῆς ὑ­α­λί­νης ἐ­πι­φα­νεί­ας τοῦ πα­ρα­θύ­ρου ἔ­βλε­πον τὸ εἴ­δω­λον τῆς Μάρ­φα, τῆς ἑ­ξα­ε­τοῦς ἀ­νε­ψι­ᾶς τῆς δου­κίσ­σης, ἡ ὁ­ποί­α λανθάνουσα τῆς προσοχῆς ὅλων, εἶ­χεν ἀ­πο­μα­κρυν­θῇ ἀ­θο­ρύ­βως καὶ εἶ­χεν στα­θῇ ὄ­πι­σθεν τοῦ βα­ρέ­ως βε­λου­δί­νου πα­ρα­πε­τά­σμα­τος εἰς τοι­οῦ­τον ση­μεῖ­ον ὥ­στε δι­ε­κρί­νε­το μό­νον ἐκ τῆς θέ­σε­ως τῆς δου­κίσ­σης ἥ­τις ἐ­κά­θη­το ἐκ δε­ξι­ῶν μου. Τὸ πα­ρά­ξε­νον κο­ρά­σι­ον εἶ­χεν κα­θη­λώ­σει τὴν ὡ­ραί­αν δού­κισ­σαν Ὀ­ρι­ὰν δι­ὰ τοῦ μα­γνη­τι­κοῦ του βλέμ­μα­τος. Καὶ τό­τε ἡ κο­ρα­σὶς –ἀ­γνο­οῦ­σα ὅ­τι βλέ­πω τὸ εἴ­δω­λον της– ἤρ­χι­σεν ν’ ἀ­να­ση­κώ­νῃ βρα­δέ­ως τὸ με­λα­νόν της φό­ρε­μα, ἕ­ως ὅ­του ἐ­φα­νέ­ρω­σεν πλή­ρως –θε­έ μου!– ἕ­ναν με­γά­λον ψῶ­λον ὀγ­κω­δέ­στε­ρον τοῦ ἰ­δι­κοῦ μου καὶ δύ­ο μαλ­λω­τοὺς ὄρ­χεις – χυ­δα­ϊ­στί, δυ­ὸ τρι­χω­τὰ κα­λαμ­πα­λί­κι­α! Ἔ­φρι­ξα εἰς τὴν θέ­αν τοῦ τέ­ρα­τος. Πλέ­ον δὲν ἥ­μην εἰς θέ­σιν νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σω τί μοῦ ἔ­λε­γεν ἡ madame Blavatsky. 
Ἡ μι­κρὰ ψω­λα­ροῦ ἐ­πέ­στρε­ψεν εἰς τὴν θέ­σιν της, καὶ τὴν ἤ­κου­σα ψι­θυ­ρί­ζo­υ­σαν εἰς τὸ οὖς τῆς δου­κίσ­σης:
«Θὰ ἔλ­θω πε­ρὶ τὸ με­σο­νύ­κτι­ον.»
«Ἄ, ὄ­χι· ὄ­χι πά­λιν, μὴν ἔλ­θε­τε,» ἠρ­νή­θη με ἐ­σβε­σμέ­νην φω­νὴν ἡ ἁ­γνὴ δού­κισ­σα. «Πρέ­πει να δι­α­κό­ψω­μεν αὐ­τὴν τὴν ἀ­νάρ­μο­στον καὶ δι­ε­στραμ­μέ­νην σχέ­σιν. Εἶ­μαι θεί­α σας, ὥ­ρι­μος γυ­νὴ ὕ­παν­δρος, καὶ εἶ­σθε ἑ­ξα­ε­τὴς κο­ρα­σίς, ἀ­νε­ψι­ά μου.»
«Θὰ ἔλ­θω καὶ θὰ σᾶς βι­ά­σω πα­ρὰ φύ­σιν καὶ κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψιν,» ἠ­πεί­λη­σεν με σκλη­ρό­τη­τα τὸ μι­κρὸν τέ­ρας.
«Σᾶς ἱ­κε­τεύ­ω, ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σα­τέ με ἐκ τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς δου­λεί­ας εἰς τὴν ὁ­ποί­αν μὲ κρα­τεῖ­ται δι­ὰ σκο­τει­νῶν μαγ­γα­νει­ῶν... Ἔ­λε­ος, παύ­σα­τε πλέ­ον νὰ ἀ­σκῆ­τε ἐ­πά­νω μου τὰς σατανικάς σας δυ­νά­μεις.»
«Τοῦ­το τὸ φι­α­λί­δι­ον πε­ρι­έ­χει βε­ρο­νά­λη. Φρον­τί­σα­τε να τὴν πί­ῃ ὁ δοὺξ ὥ­στε νὰ μὴν μᾶς ἐ­νο­χλή­σῃ,» εἶ­πεν ἡ μι­κρὰ ψω­λα­ροῦ.
Εἶ­χον μεί­νει ἐ­νε­ός μὲ αὐ­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­δον οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου καὶ ἤ­κου­σαν τὰ ὦ­τα μου! Εἶ­χον ἀ­κού­σει βε­βαί­ως ὅ­τι ἡ δι­α­στρο­φὴ βρί­θει εἰς τοὺς κόλ­πους τῆς ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας, ἀλ­λὰ εἰς τοι­οῦ­τον βαθ­μὸν δὲν τὸ ἐ­φαν­τα­ζό­μην.


Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

44. Ἡ διεστραμμένη εἰσαγγελεὺς



«Αἱ­μο­δι­ψής; Ἐ­γώ;!»
«Ναὶ ἐ­σεῖς. Μό­λις σᾶς εἶ­δον, ἡ ὑ­πο­βό­σκου­σα δι­α­στρο­φὴ ἡ κα­τα­τρώ­γου­σα τὰ σπλάγ­χνα μου, ἐ­ξε­τι­νά­χθη ὡς ἠ­φαι­στει­α­κὴ λά­βα καὶ κα­τέ­κα­ψεν τὰς φρέ­νας μου. Σᾶς ἠράσθην κε­ραυ­νο­βό­λως. Εἶ­σθε αὐ­τὸς τὸν ὁ­πο­ῑ­ον ὠ­νει­ρευ­ό­μην ἀ­νέ­κα­θεν ὡς ἰ­δα­νι­κὸν ἐ­ρα­στήν: ῥι­ψο­κίν­δυ­νος, σκλη­ρός, βά­ναυ­σος, στυ­γνός, ἀ­δί­στα­κτος.»

«Μᾶλ­λον ἀ­να­φέ­ρε­σθε εἰς τὸν φά­κε­λον ἄλ­λου κα­τα­δί­κου.»
«Ὅ­λην τὴν νύ­κτα ἐ­πά­λαι­ον με­τα­ξὺ τοῦ πά­θους μου δι­ὰ ἐ­σᾶς, καὶ τῆς συ­νει­δή­σε­ως τοῦ κα­θή­κον­τος. Καὶ τε­λι­κῶς ὑ­πε­ρί­σχυ­σεν τὸ πά­θος καὶ ἔ­λα­βον τὴν ἐ­πώ­δυ­νον ἀλ­λὰ μοι­ραί­αν ἀ­πό­φα­σιν. Δι­ὰ χά­ριν σας θὰ γί­νω ἐ­πί­ορ­κος καὶ θὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω μί­αν ἐ­πι­τυ­χῆ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴν στα­δι­ο­δρο­μί­αν, δύ­ο προ­σφι­λῆ τέ­κνα καὶ ἕ­να ἄ­με­πτον σύ­ζυ­γον.»
«Μή­πως ἐ­ὰν ἐ­πα­νε­ξη­τά­ζα­τε τὸ ζή­τη­μα...»
«Ὄ­χι, ὄ­χι... Ἡ ἀ­πό­φα­σίς μου εἶ­ναι ὁ­ρι­στι­κὴ καὶ ἀ­με­τά­κλη­τος. Ἀ­κού­σα­τε... Θὰ σᾶς φυ­γα­δεύ­σω ἐκ τῆς φυ­λα­κῆς καὶ θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σω­μεν ζεῦ­γος πα­ρά­νο­μον, κα­τα­ζη­τού­με­νον καὶ κα­τα­δι­ω­κό­με­νον ὑ­πὸ τῶν ἀρ­χῶν. Ναί; Ναί!
»Θὰ ζή­σω­μεν εἰς τὴν πα­ρα­νο­μί­αν ὡς φυ­γά­δες... Θὰ εἴ­με­θα βι­αι­ο­πα­θεῖς, αἰχ­μά­λω­τοι τοῦ πά­θους... Ὤ, ναί! Τὰς ἡ­μέ­ρας θὰ δι­α­πράτ­τω­μεν λῃ­στεί­ας τρα­πε­ζῶν καὶ ἄλ­λα συ­να­φῆ κα­κουρ­γή­μα­τα τρί­του βαθ­μοῦ, ἐ­νῷ τὰς νύ­κτας θὰ πα­ρα­δι­δό­με­θα ἀ­συγ­κρά­τη­τοι εἰς ἀ­κραί­ας ἡ­δο­νὰς ἐ­πὶ ῥυ­πα­ρῶν σιν­δό­νων ἀ­θλί­ων ἐ­παρ­χι­α­κῶν ξε­νο­δο­χεί­ων... Καὶ βε­βαί­ως θὰ βά­ψω­μεν τὰς χεῖ­ρας μας εἰς τὸ αἷ­μα. Θὰ δι­α­πρά­ξω­μεν πολ­λοὺς φό­νους, πά­ρα πολ­λούς... Θὰ σκορ­πί­ζω­μεν τὰ χρή­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ ἀ­πο­κο­μί­ζω­μεν ἐκ τῶν λῃ­στει­ῶν δι­ά­γον­τες πο­λυ­τε­λῆ καὶ προ­κλη­τι­κὸν βί­ον... Θὰ πα­ρε­κτρα­πῶ­μεν εἰς ὄρ­γι­α. Ναί, ναί· μὲ ἔμ­φα­σιν εἰς τὰ κτη­νώ­δη ὄρ­γι­α...
»Ἐν τέ­λει θά μὲ ἐ­ξω­θή­ση­τε εἰς τὴν πορ­νεί­αν· ἄχ, ναί, θὰ ἐκ­πλη­ρω­θῇ ἐ­πι­τέ­λους τὸ ὄ­νει­ρόν μου νὰ γί­νω κα­θη­μα­ξευ­μέ­νον γύ­ναι­ον κα­τω­τά­της ὑ­πο­στάθ­μης – κό­φα κοι­νῶς, ἴ­σως μά­λι­στα καὶ πα­λι­ο­σκρό­φα! Καὶ σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, μὴ μοῦ τὸ ἀρ­νη­θῆ­τε· θὰ εἶ­σθε ὁ πορ­νο­βο­σκός μου – ὁ μπε­ζε­βέγ­κης μου, θὰ μὲ ὑ­βρί­ζη­τε σκαι­ῶς: ‘πόρ­νη δι­και­ο­σύ­νη, χα­μαι­τύ­πη!’ καὶ ἄλ­λα τοι­αῦ­τα πα­ρεμ­φε­ρῆ εἰς τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­ρέ­σκο­μαι. Θὰ μὲ ἐ­ξευ­τε­λί­ζη­τε, θὰ μοῦ ἀ­πο­σπᾶ­τε τὰ χρή­μα­τα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, θὰ μὲ δέ­ρε­τε ἀ­συγ­κί­νη­τος, θὰ σᾶς φο­βοῦ­μαι καὶ θὰ εἶ­μαι δού­λη σας. Ἄχ, θὰ πε­ρά­σω­μεν ὡ­ραί­α, τί ὡ­ραί­α! Ἐ­πλά­σθην δι­ὰ τὴν πα­ρα­νο­μί­αν καὶ τὴν τα­πεί­νω­σιν! Θὰ ἐ­κτρο­χι­α­σθῶ­μεν, ἀ­γά­πη μου· θὰ ἐ­ξο­κεί­λω­μεν, θὰ ἀ­πο­χα­λι­νω­θῶ­μεν... Μμμ, δαι­μο­νι­σμέ­νε μου ἐ­ρα­στά· δι­α­τί σι­ω­πᾶ­τε, δὲν εὑ­ρί­σκε­τε ὑ­πέ­ρο­χον τὸ μέλ­λον μας;!»
Ἡ γυ­νὴ πα­ρε­λή­ρη ἕ­ως πα­ρο­ξυ­σμού· ἐ­μαί­νε­το ὑ­πὸ βι­αί­ων, σκο­τει­νῶν πα­θῶν· δὲν εἶ­χεν συ­νεί­δη­σιν τοῦ τί ἔ­λε­γεν.
«Μὲ τρο­μά­ζε­τε, madame...»
«Κο­λα­σμέ­νη μου ἀ­γά­πη, κα­τα­χθό­νι­έ μου τύ­πε! Θὰ πε­ρι­πέ­σω­μεν εἰς πᾶ­σαν ἁ­μαρ­τί­αν καὶ ἀ­νη­θι­κό­τη­τα, θὰ γί­νω­μεν οἱ αἰ­σχρό­τε­ροι τῶν αἰ­σχρο­τέ­ρων, οἱ ἀ­χρει­ό­τε­ροι τῶν ἀ­χρει­ο­τέ­ρων, ἕ­ως ὅ­του...»
«Ἕ­ως ὅ­του;»
«Ἕ­ως ὅ­του μί­αν ἑ­σπέ­ραν κα­τὰ τὴν δύ­σιν τοῦ ἡ­λί­ου, τὰ ὁ­πλο­πο­λυ­βό­λα τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας θὰ θε­ρί­σουν τὰ πτω­χά μας σώ­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­μως προ­η­γου­μέ­νως θὰ ἔ­χουν προ­λά­βει νὰ δρέ­ψουν ὅ­λας τὰς ἡ­δο­νάς! Λοι­πόν; Δὲν εἶ­ναι συ­ναρ­πα­στι­κόν;»
Ἡ γυ­νὴ ἦ­το τε­λεί­ως πα­ρά­φρων. Εἶ­χον ἀ­πω­λέ­σει πᾶ­σαν ἐλ­πί­δα ὅ­τι θὰ ἐ­τύγ­χα­νον ἀ­με­ρο­λή­πτου δί­κης καὶ ὅ­τι θὰ ἠ­θω­ού­μην... Δὲν ἤλ­πι­ζον πλέ­ον εἰς τὴν δι­και­ο­σύ­νην.
«Λυ­ποῦ­μαι, ἀλ­λὰ προ­τι­μῶ τὴν ἀ­σφά­λει­αν τῶν φυ­λα­κῶν,» εἶ­πα.


   



Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

43. Ἡ σκληρὰ ἀνάκρισις.



καὶ ἡ σκλη­ρὰ ἀ­νά­κρι­σις ἐ­συ­νε­χί­ζε­το ἐ­πὶ ἡ­μέ­ρας πολ­λάς, ἐ­ρω­τοῦ­σα πά­λιν καὶ πά­λιν τὰς ἰ­δί­ας καὶ ἄλ­λας λε­πτο­με­ρεί­ας, ἐ­πι­δι­ώ­κου­σα νὰ ἐν­το­πί­σῃ ἀ­σα­φεί­ας, χά­σμα­τα καὶ ἀν­τι­θέ­σεις εἰς τὰς κα­τα­θέ­σεις μου. Ἦ­το εἰς μί­αν τοι­αύ­την πο­λύ­ω­ρον ἐ­ξου­θε­νω­τι­κὴν ἀ­νά­κρι­σιν κα­θ’ ἥν μὲ εἶ­χεν κα­θη­λώ­σει ὑ­πτί­ως χα­μαί, πα­τοῦ­σα μὲ τὸ αἰχ­μη­ρὸν τα­κού­νι τοῡ μπο­τι­νι­οῦ της τὸ στῆ­θός μου, ἐ­πι­μέ­νου­σα:
«Ὁ­μο­λο­γή­σα­τε ἐ­πι­τέ­λους νὰ τε­λει­ώ­νω­μεν· ὁ­μο­μο­λο­γή­σα­τε ὅ­τι εἰς τὸ μέλ­λον θὰ δι­α­πρά­ξη­τε τρεῖς φό­νους εἰς τὸ μπὰρ ‘Ντό’ τὸ ὁ­ποῖ­ον θὰ δι­α­τη­ρῇ ὁ Τον­τὸλ Μπαρ­ντό.»
Ὅ­μως δεν τὴν ἤ­κου­ον, δι­ό­τι –ὦ θε­οί!– ὑ­πο­κά­τω­θεν τοῦ βρα­χέ­ως τα­γι­ὲρ ἔ­βλε­πον τὴν με­γά­λην εἰ­σαγ­γε­λι­κὴν κλει­το­ρί­δα ἑ­λισ­σο­μέ­νην ὡς μέ­γας σκώ­ληξ, τὴν βα­θεῖ­αν ἠ­βι­κήν της αὔ­λα­κα κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ τὰ ἐν­τυ­πω­σι­α­κὰ σαρ­κώ­δη χεί­λη, κα­θό­σον ἡ δι­κα­στι­κὸς λει­τουρ­γὸς οὐ­δό­λως ἐ­φό­ρει ἐ­σώ­ρου­χα!
Ἀν­τε­λή­φθη τὸ προ­ση­λω­μέ­νον εἰς τὸ αἰδοῖ­ον της βλέμ­μα μου καὶ ἐ­φώ­να­ξεν:
«Ἀ­νώ­μα­λε ἡ­δο­νο­βλε­ψί­α! Κοι­τά­ζε­τε τ’ ἀ­πό­κρυ­φά μου μέ­ρη, ἔ; –χλάτς!- Σᾶς δι­ε­γεί­ρει τὸ γεν­νη­τι­κόν μου μό­ρι­ον; Ὤ­ω.., μὴν τὸ ἀρ­νεῖ­σθε· τὸ ἐ­ξόγ­κω­μα εἰς τὴν πε­ρι­σκε­λί­δα σας δὲν ἀ­φή­νει πε­ρι­θώ­ρι­α πα­ρερ­μη­νεί­ας. Ὁ ἠ­ρε­θι­σμέ­νος φαλ­λός σας σᾶς προ­έ­δω­κεν!»
Ἠ­σθάν­θην με­γά­λην ἐν­τρο­πὴν κι ἔ­γι­να κα­τέ­ρυ­θρος ἐκ τῆς αἰ­σχύ­νης.
«Ζη­τῶ συγ­γνώ­μην, δὲν τὸ ἐ­πε­δί­ω­ξα.., ὅ­λως τυ­χαί­ως τὸ βλέμ­μα μου ἔ­πε­σεν... Ἐξ ἄλ­λου δὲν δι­έ­κρι­να καὶ πολ­λὰ πράγ­μα­τα...» ἐ­πά­σχι­ζον νὰ δι­και­ο­λο­γη­θῶ ψελ­λί­ζων.
«Εἶ­σθε φι­λο­γύ­νης. Μὲ πο­θεῖ­τε, μὲ πο­θεῖ­τε σφο­δρῶς! Πα­ρα­δε­χθεῖ­τε το, ἄ­θλι­ε!» ἐ­κραύ­γα­σεν ὑ­στε­ρι­κῶς, καὶ ἀ­πο­τό­μως ἐ­δρά­ξα­το τὸ πέ­ος μου. «Mon Dieu! Τί μέ­γε­θος, τί μέ­γε­θος!» ἔ­κα­μεν μὲ ἔ­ξα­ψιν πε­ρι­σφίγ­γου­σα τὸν φαλ­λὸν πα­ρα­φό­ρως. «Ὁ­μο­λο­γή­σα­τε τὴν αἰ­σχρὰν ἐ­πι­θυ­μί­αν σας! Θέ­λε­τε νὰ μὲ βι­ά­ση­τε κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψιν· να μὲ σο­δο­μή­ση­τε ἀ­νη­λε­ῶς κι ἀ­γρί­ως.»
«Πρὸς θε­οῦ! Οὔ­τε κα­τὰ δι­ά­νοι­αν! Ἐ­γὼ τι­μῶ τὴν δι­και­ο­σύ­νην καὶ σᾶς ἔ­χω πε­ρὶ πολ­λοῦ»
«Ὄ­χι, ὄ­χι! Θέ­λε­τε νὰ μ’ ἐκ­πορ­νεύ­ση­τε, νὰ μὲ πα­ρα­σύ­ρη­τε εἰς φρι­κτὰς ἀ­κο­λα­σί­ας, νὰ δι­α­πρά­ξη­τε ἀ­κα­τα­νό­μα­στα ὄρ­γι­α ἐ­πὶ τοῦ σώ­μα­τός μου, να μὲ βακ­χεύ­ση­τε κα­τὰ συρ­ρο­ὴν καὶ κα­θ’ ὑ­πο­τρο­πήν. Ἔ; Δὲν τὸ θέ­λε­τε;»
«Τί νὰ εἴ­πω...»
«Μὴν εἰ­πῆ­τε ὄ­χι.»
«Ἄν ἐ­πι­μέ­νε­τε...»
«Χά! Ὁ­μο­λο­γεῖ­τε, λοι­πόν!» Καὶ σφίγ­γου­σα νευ­ρι­κῶς τὴν λα­βήν: «Τί καυ­λός! Τί κραταιὸς καυ­λός!»
Ὡς νὰ συ­νῆλ­θεν αἴφ­νης ἐκ τοῦ πα­ρο­ξυ­σμοῦ, ἠ­γέρ­θη καὶ ἀ­πε­χώ­ρη­σεν τρο­χά­δην...
Εἶ­χα μεί­νει ἄ­φω­νος!
Τζζτ-τζζτ!


Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

42. Ἡ ἐπανεμφάνισις τῆς μικρᾶς Ἄννιας


Τζζτ-τζζζτ! Ἡ συ­νεί­δη­σίς μου ἔ­κα­μνεν συ­χνὰς καὶ πα­ρα­τε­τα­μέ­νας δι­α­λεί­ψεις καὶ ἦ­το φα­νε­ρὸν ὅ­τι θὰ ἐ­σβέν­νυ­ε ὁ­ρι­στι­κῶς ἐν­τὸς ὀ­λί­γου. Ἐ­γνώ­ρι­ζον ὅ­τι ἐ­πλη­σί­α­ζεν τὸ τέ­λος μου –πα­ρέ­δι­δον πλέ­ον τὰ κῶ­λα– κι ἐ­σκε­πτό­μην στω­ι­κῶς ὅ­τι ἴ­σως ὁ θά­να­τος ἦ­το ἡ μό­νη ἔ­ξο­δος ἐκ τῆς φυ­λα­κῆς ταύ­της.
Εἶ­χον τό­τε τὴν πα­ραί­σθη­σιν ὅ­τι ἡ ἔ­ναν­τι θύ­ρα ἤ­νοι­ξεν καὶ εἰ­σῆλ­θεν ἡ Ἄν­νι­α ἐν­δε­δυ­μέ­νη ὡς θα­λα­μη­πό­λος – δη­λα­δὴ ὡς κα­μα­ρι­έ­ρα. Ἀ­νε­σή­κω­σεν δι­ὰ τοῦ δα­κτύ­λου της τὸ ἡ­μί­κλει­στον βλέ­φα­ρόν μου καὶ ἔμεινεν ἔκ­πλη­κτος:
«Κα­λὲ κύ­ρι­ε! Ζεῖ­τε ἀ­κό­μη;!»
«Ἄν­νι­α μου, δῶ­σε μου ὀ­λί­γον ὕ­δωρ καὶ ὀ­λί­γην τρο­φήν,» τὴν ἱ­κέ­τευ­σα.
«Οὐ δύ­να­μαι, κύ­ρι­ε· ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ hotel ζυ­γί­ζει κα­τα­λε­πτῶς τὰς με­ρί­δας τοῦ φα­γη­τοῦ, καὶ ἐ­ὰν δι­α­πι­στώ­σῃ καμ­μί­αν ἐλ­λει­πο­βα­ρῆ θὰ μὲ ὑ­πο­πτευ­θῇ καὶ θὰ μὲ πα­ρα­δώ­σῃ εἰς τὴν NKVD. Τὸν φο­βοῦ­μαι. Πα­ρ’ ὅ­λα ταῦ­τα θὰ σᾶς προ­σφέ­ρω...»
Καὶ λέ­γου­σα αὐ­τὰ ἐ­το­πο­θέ­τη­σεν μὲ τρυ­φε­ρὰς κι­νή­σεις τὴν κε­φα­λήν μου ἐ­πὶ τῶν γο­νά­των της, ἐ­γύ­μνω­σεν τὸν ἀ­γλα­ὸν μα­στόν της καὶ πλη­σι­ά­σα­σα τὴν θη­λὴν ἐ­πὶ τῶν χει­λέ­ων μου, ἤρ­χι­σεν νὰ μὲ θη­λά­ζῃ μὲ μη­τρι­κὴν στορ­γι­κό­τη­τα. Δι­έ­κο­ψα πρὸς στιγ­μὴν τὴν πό­σιν...
«Ἀ­γα­πη­μέ­νη μου κο­ρα­σίς, πῶς εὑ­ρέ­θης ἐ­δῶ;» ἠ­ρώ­τη­σα κι ἐ­συ­νέ­χι­σα νὰ πί­νω - μι­ούμ, μι­ούμ.
«Πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ­σα τὴν σύλ­λη­ψίν σας κύ­ρι­ε ὑ­πὸ τῆς τρο­με­ρᾶς NKVD ᾐ­τή­θην πα­ρὰ τοῦ δι­ευ­θυν­τοῦ θέ­σιν θα­λα­μη­πό­λου καὶ προ­σε­λή­φθην, ὑ­πο­κύ­ψα­σα -τί νὰ ἔκαμνον;- εἰς τὰς ἐκ­βι­α­στι­κὰς καὶ ἀ­νω­μά­λους ὀ­ρέ­ξεις του. Εἰς μί­αν τῶν συ­νευ­ρέ­σε­ών μας λοι­πόν, μοῦ ἀ­πε­κά­λυ­ψεν τὴν πτέ­ρυ­γα ὅ­που σᾶς κρα­τοῦν φυ­λα­κι­σμέ­νον καὶ ἰ­δού, ἦλ­θον.»
«Σ’ ἐ­κλι­πα­ρῶ Ἀν­νι­έ­σκα μου, φυ­γά­δευ­σόν με ἐκ τῆς εἱρ­κτῆς ταύ­της.»
«Ἀ­πο­κλεί­ε­ται, κύ­ρι­ε.., μὴ μοῦ ζη­τεῖ­ται νὰ θέ­σω εἰς κίν­δυ­νον τὴν ζω­ήν μου. Ἤ­δη μᾶς ἐ­κά­μνα­τε μέ­γα κα­κόν.»
«Μά, τί ἔ­κα­μα ὁ δεί­λαι­ος[1]
«Συ­νε­τρί­ψα­τε τὰς ἐλ­πί­δας μας καὶ μᾶς ἐ­βυ­θί­σα­τε εἰς ἐ­σχά­την ἀ­πό­γνω­σιν. Εἴ­πε­τε ὅ­τι εἰς τὴν παγ­κό­σμι­ον ἀ­να­μέ­τρη­σιν θὰ ἐ­πι­κρα­τή­σουν τε­λι­κῶς οἱ κε­φα­λαι­ο­κρά­ται καὶ ὅ­τι ἠ­μεῖς οἱ ἐρ­γα­ζό­με­νοι θὰ ἠτ­τη­θῶ­μεν κα­τὰ κρά­τος. Πῶς θὰ ζή­σω­μεν τώ­ρα χω­ρὶς νὰ ἐλ­πί­ζω­μεν; Πῶς θὰ ἀν­τι­πα­λεύ­σω­μεν τὴν ἀ­δι­κί­αν καὶ τὴν ἐ­κμε­τάλ­λευ­σιν, ἐ­ὰν γνω­ρί­ζω­μεν ὅ­τι δὲν θὰ ὑ­πάρ­ξῃ δι­και­ο­τέ­ρα κοι­νω­νί­α; Πῶς νὰ θραύ­σω­μεν τὰ δε­σμὰ τῆς δου­λεί­ας μας ἐ­ὰν δὲν πι­στεύ­ω­μεν εἰς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­αν;»
«Ζη­τῶ συγ­γνώ­μη. Δὲν εἶ­χα πρό­θε­σιν νὰ βλά­ψω κα­νέ­ναν· τὴν ἀ­λή­θει­αν καὶ μό­νον τὴν πι­κρὰν ἀ­λή­θει­αν εἶ­πα.»
«Ἄς τ’ ἀ­φή­σω­μεν πρὸς τὸ πα­ρὸν αὐ­τά,» εἶ­πεν ἀλ­λά­ζου­σα ὕ­φος. «Σᾶς με­τα­φέ­ρω τοὺς θερ­μοὺς χαι­ρε­τι­σμοὺς τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας σας. Ὁ ἰ­α­τρὸς Bernabe καὶ ὁ Marcel ἔ­χουν ἐγ­κα­τα­στα­θῇ μο­νί­μως εἰς τὸν οἶ­κον σας, γα­μοῦν τὴν σύ­ζυ­γον καὶ τὸν υἱ­όν σας ἀ­νέ­τως, κα­τα­σπα­τα­λοῦν τὴν πε­ρι­ου­σί­αν σας καὶ ἀπολαμβάνουν τὸν οἶ­νον ἐκ τῆς οἰναποθήκης σας τὸν ὁποῖον μὲ τόσην φροντίδα καὶ ἐπιμέλειαν συλλέξατε. Ἔ­χου­σιν κα­λῶς εἰς τὴν ὑ­γεί­αν των, τὸ ἴ­δι­ον ἐ­πι­θυ­μοῦν καὶ δι’ ὑ­μᾶς, καὶ σᾶς εὔ­χον­ται θάρ­ρος καὶ εὐ­ψυ­χί­αν. Ἄ! νὰ μὴν τὸ λη­σμο­νή­σω! Ὁ Μαρ­σὲλ ἤρ­χι­σεν ἐ­πι­τέ­λους νὰ γρά­φῃ τὸ μέ­γα μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλον: ‘A la recherche du temps perdu’[2]»
Καὶ ἐνῷ  μ’ ἐ­γα­λού­χει, πα­ρει­σέ­δυ­σεν ἐ­πι­τη­δεί­ως τὴν χεῖ­ρα ἐν­τὸς τῆς πε­ρι­σκε­λί­δος μου μα­λά­ζου­σα τὰ γεν­νη­τι­κά μου ὄρ­γα­να.
«Ἄν­νι­α μου, νο­μί­ζεις ὅ­τι εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λος στιγ­μὴ δι­ὰ μα­λα­κί­αν;»
«Δι­α­τί ὄ­χι, κα­λὲ κύ­ρι­ε;»
«Δι­ό­τι εἶ­μαι ἡ­μι­θα­νὴς ὁ δυ­στυ­χής καὶ θὰ μὲ ἀ­πο­τε­λει­ώ­σῃς.»
Ἡ νε­ᾶ­νις ἐ­γέ­λα­σεν αὐ­θορ­μή­τως οὐ­δό­λως πτο­η­θεῖ­σα. Ἀν­τι­θέ­τως ἐ­νέ­τει­νεν τὴν πα­λιν­δρο­μι­κὴν κί­νη­σιν καὶ ἐν­τὸς ὀ­λί­γου ἐ­ξε­σπερ­μά­τι­σα εἰς τὴν πα­λά­μην της. Σφογ­γί­ζου­σα τὴν χεῖ­ρα δι­ὰ τῆς ἐμ­προ­σθέ­λας -κοι­νῶς πο­δι­άς, εἶ­πεν:
 «Πρέ­πει νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σω, δι­ό­τι ἐ­ὰν ὁ κα­κὸς κύ­ρι­ος Μπαρ­ντὸ ἀν­τι­λη­φθῇ τὴν ἀ­που­σί­αν μου θὰ μὲ ἀ­πο­λύ­σῃ.»
«Πό­τε θὰ ἐ­πα­νέλ­θῃς, Ἀν­νού­λα μου;»
«Δὲν γνω­ρί­ζω,» εἶ­πεν καὶ ἐ­ξη­φα­νί­σθη ὄ­πι­σθεν λευ­κῆς τι­νας θύ­ρας.
Ἀ­πέ­μει­να μό­νος μὲ τὴν ἀ­ό­ρι­στον ὑ­πό­νοι­αν ὅ­τι τὸ πορ­νί­δι­ον ἦ­το μυ­στι­κὴ πλη­ρο­φο­ρι­ο­δό­τις τῆς NKVD.


[1] ο φουκαράς
[2] ‘Σε Αναζήτηση τού Χαμένου Χρόνου’

Ὁλόκληρο τὸ μυθιστόρημα στὸ:

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

38. Η γνωριμία μου με τον Λένιν



Π
οῦ ἤ­μην;!
Ἐ­κοί­τα­ξα γύ­ρω μου καὶ δι­ε­πί­στω­σα ἔκ­πλη­κτος ὅ­τι εὑ­ρι­σκό­μην ἐ­πὶ θε­α­τρι­κῆς σκη­νῆς! Εἶ­χον δι­α­κό­ψει κά­ποι­αν πα­ρά­στα­σιν;! Ἐ­κοί­τα­ξα μὲ ἀ­πο­ρί­αν τοὺς ἠ­θο­ποι­οὺς κι ἐ­κεῖ­νοι ἀν­τα­πέ­δω­σαν τὸ βλέμ­μα μου μὲ ἀ­μη­χα­νί­αν. Θό­ρυ­βος ἀ­νη­συ­χί­ας καὶ ψί­θυ­ροι δυ­σα­ρε­σκεί­ας ὑ­ψώ­θη­σαν ἐκ τοῦ κοι­νοῦ δι­ὰ τὴν αἰφ­νί­δι­ον εἴ­σο­δον καὶ ἄ­σχε­τον παρουσίαν μου.
Εἷς βρα­χύ­σω­μος, μα­δα­ρὸς[1] ἀ­νὴρ μὲ ὑ­πο­γέ­νει­ον, μύ­στα­κα καὶ πε­πυ­ρα­κτω­μέ­νον βλέμ­μα προ­έ­βα­λεν ἐκ τοῦ θι­ά­σου καὶ μὲ ἠ­ρώ­τη­σεν μὲ ἔν­το­νον ρωσ­σι­κὴν προ­φο­ράν:
«Πῶς εὑ­ρέ­θη­τε ἐ­δῶ; Ποῖ­ος εἶ­σθε, κύ­ρι­ε;»
Καὶ τό­τε τὸν ἀ­νε­γνώ­ρι­σα! Ὦ Θε­έ μου, ἦ­το...
«Ὁ Λέ­νιν!» ἀ­νε­φώ­νη­σα.
«Αὐ­το­προ­σώ­πως. Κι ἐ­σεῖς;»
«Λαρ­ρὺ Λε­φρὲ ἤ Λάρ­ρα Cool ἄν προ­τι­μᾶ­τε, ἐκ τοῦ μέλ­λον­τος ὁρ­μω­μέ­νη.»
Μ’ ἐ­ξή­τα­σεν μὲ εὔ­λο­γον δυ­σπι­στί­αν.
«Ὥ­στε εἶ­σθε ἡ Λάρ­ρα ἔ; Ἡ Лара[2] ἀ­π’ τὸ μέλ­λον, χμ...» ἔ­κα­μεν μὲ δυ­σπι­στί­αν θω­πεύ­ων τὸ ὑ­πο­γέ­νει­όν του.
«Πε­ρὶ τοῦ προ­σώ­που μου πρέ­πει νὰ σᾶς ἔ­χῃ ὁ­μι­λή­σει ἡ σύν­τρο­φος Ἄν­νι­α»
«Ἄ, μά­λι­στα! Ἐκείνη ἡ μι­κρὰ σύντροφος ἥ­τις κά­μνει ὡ­ραί­ας πί­πας...» εἶ­πεν νο­σταλ­γι­κῶς ὁ Λέ­νιν ψαύ­ων τοὺς ὄρ­χεις του.
«Κι ἐ­σεῖς; Τί κά­μνε­τε;» ἠ­ρώ­τη­σα.
«Ἐ­πα­νά­στα­σιν.»
«Καλῶς, ἄριστα! Ἐ­δῶ, τί εἶ­ναι;»
«Τὸ ἰν­στι­τοῦ­τον Σμόλ­νι· ἕ­δρα τοῦ σο­βι­ὲτ τῆς Ἁ­γί­ας Πε­τρου­πό­λε­ως, τὸ στρα­τη­γεῖ­ον ἐκ τοῦ ὁ­ποί­ου συν­το­νί­ζο­μεν τὰς ἐ­πα­να­στα­τι­κὰς ἐ­πι­χει­ρή­σεις. Νῦν εἶ­ναι ἡ κρί­σι­μος νὺξ τῆς 24ης πρὸς 25ην Ὀ­κτω­βρί­ου τοῦ 1917. Αὐ­τὴν τὴν νύ­κτα κρα­τοῦ­μεν εἰς τὰς χεῖ­ρας μας τὰς ἐλ­πί­δας ἑ­κα­τομ­μυ­ρί­ων κα­τα­πε­πι­ε­σμέ­νων ἁ­παν­τα­χοῦ τῆς γῆς...»
«Θε­έ μου! Θὰ ζή­σω κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα! Ὀρ­θο­τρι­χῶ[3]. Ὁ­πό­σον τυ­χε­ρὸς αἰ­σθά­νο­μαι.»
«Ἀλ­λ’ ἰ­σχυ­ρί­ζε­σθε ὅ­τι ἀ­φί­χθη­τε ἐκ τοῦ μέλ­λον­τος,» ἐ­πα­νῆλ­θεν ὁ Λέ­νιν.
«Μά­λι­στα.»
«Τό­τε εἴ­πα­τέ μας: θὰ ἐ­πι­τύ­χῃ ἡ ἐ­πα­νά­στα­σις; Θὰ ἐ­πι­κρα­τή­σῃ τὸ σο­σι­α­λι­στι­κὸν κα­θε­στώς; Θὰ ἐ­ξα­λει­φθῇ ἡ ἐ­κμε­τάλ­λευ­σις ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ ἄν­θρω­πον; Θὰ ἐ­πι­τευ­χθῇ ἡ παγ­κό­σμι­ος ἀ­τα­ξι­κὴ κοι­νω­νί­α; Θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θοῦν αἱ ἐλ­πί­δες μας; Ζεῖ­τε ’­σεις οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ μέλ­λον­τος εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι;»
«Ἔ­ε...» ἐ­δί­στα­ζον νὰ ἀ­παν­τή­σω.
Ἐκ τῆς σκι­ᾶς προ­έ­βα­λον ὡς ἀ­πει­λη­τι­κὰ φαν­τά­σμα­τα γνω­στὰ πρό­σω­πα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας: ὁ Τρότ­σκυ, ὁ Στά­λιν, ὁ Πλε­χά­νωφ, ὁ Πο­τρέ­σωφ, ὁ Μαρ­τώφ, ὁ Μό­λο­τωφ, καὶ ἠ­κο­λού­θουν δε­κά­δες ἐρ­γά­ται καὶ ἀ­γρό­ται κρα­δαί­νον­τες σφύ­ρας καὶ δρέ­πα­να, ἔ­χον­τες ὠ­χρά, ἀ­νέκ­φρα­στα πρό­σω­πα.
«Λοι­πόν;» ἐ­πα­νέ­λα­βεν ἐ­να­γω­νί­ως ὁ Λέ­νιν. «Αἱ ἐλ­πί­δες μας θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θοῦν;»
«Ἔ.., ναί... Βε­βαί­ως τὰ πράγ­μα­τα δὲν ἔρ­χον­ται πάν­τα ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἐ­πι­θυ­μοῦ­μεν· ὑ­πάρ­χουν ἀ­στάθ­μη­τοι πα­ρά­γον­τες...» ἔ­λε­γον πα­σχί­ζων ἀ­νε­πι­τυ­χῶς νὰ ὑ­πεκ­φύ­γω.
Ὁ Λέ­νιν ἐ­κόλ­λη­σεν τὸ πε­ρι­στρο­φόν του εἰς τὸν κρό­τα­φόν μου.
«Τὴν ἀ­λή­θει­αν καὶ μό­νον τὴν ἀ­λή­θει­αν, ὅ­σον πι­κρὰ καὶ ἂν εἶ­ναι,» δι­έ­τα­ξεν μὲ βρα­χνὴν φω­νήν.
Εὑ­ρι­σκό­μην εἰς δει­νὴν θέ­σιν. Πῶς νὰ εἴ­πω εἰς τοὺς δυ­στυ­χεῖς ὅ­τι αἱ ἐλ­πί­δες τους δι­ε­ψεύ­θη­σαν καὶ ὅ­τι τί­πο­τε ἐξ ὅ­σων προ­σε­δό­κουν δὲν ἐ­ξε­πλη­ρώ­θη; Ἐ­πι­προ­σθέ­τως, ὡς κο­μι­στὴς δυ­σα­ρέ­στων εἰ­δή­σε­ων, ἐ­φο­βού­μην δι­ὰ τὴν ζω­ήν μου. Στα­γό­νες ψυ­χροῦ ἱ­δρῶ­τος ἐ­κό­σμουν τὸ ὡ­ραῖ­ον μου μέ­τω­πον. Τὰ πρό­σω­πα τῶν ἐ­πα­να­στα­τῶν ἐ­σκλη­ρύν­θη­σαν ἐκ τῆς ἀ­γω­νί­ας.


[1] φαλακρός
[2] Συντόμευση τοῦ LarisaЛариса. Γνωστή ηρωίδα τού Μπόρις Πάστερνακ στο μυθιστόρημα ‘Δόκτωρ Ζιβάγκο’ (1957).
[3] ανατριχιάζω