Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Ἡ σόμπα τῶν σουρρεαλιστῶν


Καὶ λέ­γων ταῦ­τα ἐ­ξε­δύ­θη ἀ­πο­φα­σι­στι­κῶς τοῦ ἐ­πι­σή­μου ἐν­δύ­μα­τός του, τὸ ἀ­νήρ­τη­σεν ἐ­πι­με­λῶς ἐκ με­γά­λου ἥ­λου ἐ­φη­λω­μέ­νου εἰς τὸν τοῖ­χον, ἤ­νοι­ξεν τὸ ἄ­νω μέ­ρος τῆς θερ­μά­στρας, ἔ­θε­σεν τὸν ἕ­να πό­δα ἐν­τός, κα­τό­πιν τὸν ἄλ­λον, καὶ κρα­τῶν εἰς τὴν πα­λά­μην μι­κράν πο­λύ­χρω­μον χρυ­σαλ­λί­δα – τὴν ψυ­χήν του, τὴν προ­σέ­φε­ρεν ἀ­νι­δι­ο­τε­λῶς εἰς τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα.
André  Breton δὲν ἐ­καί­ε­το! Δὲν ἐ­καί­ε­το δι­ό­τι δι­ὰ τῆς ποι­ή­σε­ως εἶ­χεν ὑ­περ­βῇ τὴν ἀν­θρω­πί­νην κα­τά­στα­σιν. Καὶ τό­τε ὁ μου­σό­πλη­κτος ποι­η­τὴς ἤρ­ξα­το ἀ­παγ­γέ­λων φλο­γε­ροὺς στί­χους ὡς παῖς ἐν κα­μί­νω φλε­γό­με­νος, ὡς μάρ­τυς πε­ρι­φλε­γὴς καὶ φλο­γώ­δης:

«Du vase en cristal de boheme
Du vase en cris
Du vase en cris
Du vase en
     En cristal[1]...»

Εἰς τὸ ­κου­σμα αὐ­τῶν τῶν στί­χων αἱ φλό­γες ­ξε­μά­νη­σαν καὶ ­ξε­το­ξεύ­θη­σαν ­ως τῆς ­ρο­φῆς· ­τρι­ζον καὶ ­σπιν­θη­ρο­βό­λουν καὶ André  Breton, σουρ­ρε­α­λι­στὴς ποι­η­τὴς μὲ τὴν ψυ­χὴν ἐν τῇ πα­λά­μῃ, ­θερ­μάν­θη ­πὸ κο­ρυ­φῆς μέ­χρις ­νύ­χων ­ως λευ­κο­πυ­ρώ­σε­ως, ­μοι­ά­ζων μὲ τὸν ­πα­στρά­πτον­τα θε­ὸν ­πόλ­λω­να, ­παγ­γέλ­λων λά­βρος μὲ στεν­το­ρεί­αν φω­νήν,

»Du vase en cristal de boheme
Boheme
Boheme
    Boheme...»

...καὶ ­χι μό­νον δὲν ­καί­ε­το, ἀλ­λὰ εἶ­χεν καὶ ­γρί­αν στῦ­σιν δι­ό­τι πυ­ρὰ ­λει­χεν μὲ τὰς γλώσ­σας της τὸ δυ­να­τόν του πέ­ος καὶ τοὺς σφιγ­κτούς του ὄρ­χεις ὡς ὀρ­γῶ­σα μαι­νάς.
Τὰ καυ­σα­έ­ρι­α ἐμ­βόμ­βι­ζον - μποὺμ-μποὺμ-μπούμ! ἐν­τὸς τοῦ κα­πνο­σω­λῆ­νοςκοι­νῶς, μπου­ρὶτὸ ­ποῖ­ον ­ξερ­χό­με­νον τοῦ πα­ρα­θύ­ρου, ­ξη­κόν­τι­ζεν τὸν κα­πνὸν πρὸς τὰ κά­τω ὁρ­μη­τι­κῶς, προ­ω­θὸν τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ον, ἀν­τι­θέ­τως, πρὸς τὰ ­νω, βά­σει τῆς θε­με­λι­ώ­δους φυ­σι­κῆς ἀρ­χῆς τῆς δι­α­τη­ρή­σε­ως τῆς ὁρ­μῆς.
­δὼν Marcel Duchamp τὴν ἔκ­φρα­σιν ­πο­ρί­ας ­πὶ τοῦ προ­σώ­που μου, δι­ευ­κρί­νη­σεν:
« θερ­μο­γό­νος δύ­να­μις τῆς ποι­ή­σε­ως τοῦ Ἀν­δρὲ Βρε­τὸν εἶ­ναι το­σοῦ­τον με­γά­ληπολ­λα­πλα­σί­α ­κεί­νης τῶν καυ­σο­ξύ­λων, τῆς κη­ρο­ζί­νης, ­κό­μη καὶ τοῦ ­γροῦ ­δρο­γό­νου­στε δύ­να­ται νὰ ­πο­θε­με­λι­ώ­σῃ ­λό­κλη­ρον ξε­νο­δο­χεῖ­ον καὶ νὰ τὸ ­νυ­ψώ­σῃ εἰς τοὺς αἰ­θέ­ρας
«Ἀ­πί­στευ­τον!»
« ποί­η­σις ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε, εἶ­ναι τὸ καύ­σι­μον τῆς ζω­ῆς, καὶ οἱ ποι­η­ταὶ οἱ θερ­μα­σταὶ αὐ­τῆς· θερ­μαί­νουν τὰς καρ­δί­ας τῶν ἀν­θρώ­πων


[1] Εἶναι τὸ ποίημα τοῦ André Breton, Pièce fausse.

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Τὸ μανιφέστο τοῦ André Breton:



«Δι­ὰ τῆς πα­ρού­σης ἱ­δρυ­τι­κῆς δι­α­κη­ρύ­ξε­ως κα­ταρ­γεῖ­ται ἀ­με­τα­κλή­τως ὁ προ­η­γού­με­νος κό­σμος καὶ θε­με­λι­οῦ­ται νέ­ος, λαμ­πρὸς κι ἐκ­πλη­κτι­κός. Ὁ πα­λαι­ὸς κό­σμος τε­θαμ­μέ­νος ὑ­πὸ τῆς κό­νε­ως τῆς πλή­ξε­ως πα­ρα­δί­δε­ται πλέ­ον εἰς τὴν ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὴν σκα­πά­νην.
»Ἡ­μεῖς τὸ νέ­ον γέ­νος τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀ­πεκ­δυ­ό­με­θα τὸ πα­λαι­όν μας δέρ­μα. Γυ­μνό­τε­ροι τοῦ Ἀ­δὰμ καὶ τῆς Εὔ­ας, κι ὡ­ραῖ­οι ὡς ὄ­νει­ρα ἐ­α­ρι­νά, βα­δί­ζο­μεν πρὸς ἐ­κεῖ­νο τὸ ὁ­ποῖ­ον δὲν ἔ­χει φα­νε­ρω­θῇ ἀ­κό­μη.
»Αἱ πομ­φό­λυ­γες τῶν συ­νει­δή­σεών μας ἰ­ρι­δί­ζουν εἰς τὸν ἥ­λι­ον· τα­ξι­δεύ­ο­μεν ἐν­τός τους εἰς τὸ ἄ­πει­ρον δι­ά­στη­μα ἀ­να­ζη­τοῦν­τες τὴν Οὐ­το­πί­αν.
»Κυ­ο­φο­ροῦ­μεν τοὺς ἑ­αυ­τούς μας· πέ­πρω­ται νὰ γεν­νή­σω­μεν τὸ ἀ­πί­θα­νον.
»Εἰς τὴν νέ­αν ζω­ήν, πρώ­τι­στον μέ­λη­μα τῶν γυ­ναι­κῶν θὰ εἶ­ναι νὰ δι­α­τη­ροῦν ἀ­μεί­ω­τον τὴν στῦ­σιν τῶν ἀν­δρῶν· τῶν δὲ ἀν­δρῶν, νὰ στιλ­βώ­νουν τὰ χρυ­σᾶ κομ­βί­α τῶν χλαι­νῶν τους –καὶ τοὺς ἀ­στέ­ρας τ’ οὐ­ρα­νοῦ βε­βαί­ως- κα­θὼς ἐ­πί­σης νὰ δη­μι­ουρ­γοῦν νέ­ους γα­λα­ξί­ας δι­ὰ τοῦ σπέρ­μα­τός των.
»Συμ­βου­λὴ πρὸς τοὺς μι­κρό­νο­ες: Ῥί­ψα­τε τὸν ἐγ­κέ­φα­λόν σας εἰς τὰ ἀ­πορ­ρίμ­μα­τα· ἀ­φή­σα­τε τὸ κρα­νί­ον σας κε­νὸν νὰ ἔλ­θουν αἱ χε­λι­δό­νες νὰ κα­τα­σκευ­ά­σουν φω­λε­άς. Νὰ ἔλ­θῃ ἐ­πι­τέ­λους ἡ ἄ­νοι­ξις τῶν ἰ­δε­ῶν!
»Ἰ­δού! Οἱ δά­κτυ­λοι τῶν χει­ρῶν μου γέ­γο­ναν φλό­γες καὶ ψη­λα­φοῦν τὰ σκό­τη.
»Μὴν φο­βεῖ­σθε! Μᾶς ὁ­δη­γεῖ ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πὶ τῶν ὁ­δο­φραγ­μά­των νε­α­ρά, - ἡ ἐ­πα­νά­στα­σις! Ἰ­δού! σχί­ζει τὸ φό­ρε­μά της· τὰ στή­θη της γί­νον­ται λευ­καὶ πε­ρι­στε­ραὶ κι ἀ­φί­πταν­ται· εἰς τὴν θέ­αν τοῦ αἰ­δοί­ου της πᾶ­σαι αἱ ἐ­ξου­σί­αι ὠ­χρι­οῦν καὶ τρέ­πον­ται εἰς ἄ­τα­κτον φυ­γήν.
»Ἐ­πα­νά­στα­σις εἶ­ναι τὸ στιγ­μι­αῖ­ον ρῆγ­μα εἰς τὸν χρό­νον μέ­σῳ τοῦ ὁ­ποί­ου δι­α­φαί­νον­ται προ­ο­πτι­καὶ ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στοι κι ἀ­δι­α­νό­η­τοι. Ἐ­πα­νά­στα­σις εἶ­ναι ἡ δι­άρ­ρη­ξις τοῦ σώ­μα­τος, ἡ ὑ­πέρ­βα­σις τοῦ πο­τα­ποῦ ‘ἐ­γώ’ μας, ἡ ἀ­γρί­α συ­νου­σί­α θε­ῶν καὶ ἀν­θρώ­πων, ἡ μέ­θη τῆς με­θέ­ξε­ως.
»Νὰ τὸ ἀ­πο­σα­φη­νί­σω­μεν ἅ­παξ δι­ὰ παν­τός: ἡ ἐ­ξου­σί­α πα­ρα­σι­τεῖ εἰς βά­ρος μας· ῥο­φεῖ τὴν οὐ­σί­α μας, λε­η­λα­τεῖ τὰς ζω­άς μας.  Ἐ­π’ αὐ­τοῦ, καμ­μί­α ἀμ­φι­βο­λί­α.
»Μὲ τὰ ρά­κη τῶν γό­ων μας, ἡ θύ­ελ­λα ρά­πτει τὸ φό­ρε­μα τῆς νέ­ας ἐ­πο­χῆς.
»Λύ­κοι, νὰ φο­βῆ­σθε τὴν ὀρ­γὴ τῶν ἀ­μνῶν. Εἰς τὸ σε­λη­νό­φως θὰ λάμ­ψουν οἱ σαρ­κο­βό­ροι ὀ­δόν­τες τους. Θὰ τρέ­χε­τε νὰ σω­θῆ­τε ἀλ­λὰ οἱ ἀ­μνοὶ θὰ σᾶς κα­τα­σπα­ρά­ξουν.
»Μεί­να­τε ἀ­τρε­μεῖς εἰς τὰς θέ­σεις σας! Ἰ­δού! Δι­ὰ μέ­σου τῶν κα­πνῶν καὶ τῶν φλο­γῶν τῶν πυρ­πο­λη­μέ­νων πό­λε­ων δι­έρ­χε­ται ἀ­τά­ρα­χος ἡ σε­λή­νη.  Ἀ­φουγ­κρα­σθεῖ­τε! Δι­ὰ μέ­σου τῶν κραυ­γῶν καὶ τῶν πυ­ρο­βο­λι­σμῶν, ἀ­κού­γε­ται ἀ­πό­κο­σμον ἆ­σμα μι­κρᾶς κο­ρα­σί­δος.
»Μὴν κι­νη­θῇ κα­νείς! Τὸ χρῆ­μα κα­ταρ­γεῖ­ται. Ὡς νό­μι­σμα συ­ναλ­λα­γῶν ὁ­ρί­ζε­ται ὁ ἔ­ρως. Πλού­σι­οι οἱ ἔ­χον­τες πολ­λοὺς καὶ συν­τα­ρα­κτι­κοὺς ὀρ­γα­σμούς. Ἡ ἰ­σο­τι­μί­α κα­θο­ρί­ζε­ται ὡς ἑ­ξῆς: πᾶς ἀ­πο­σπερ­μα­τί­ζων ἔ­χει λαμ­βά­νειν τρι­ά­κον­τα με­δί­μνους[1] σί­του.
»Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν: θὰ ἔλ­θῃ ἡ­μέ­ρα κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­αν θὰ κοι­τά­ζη­τε τὰ χαρ­το­νο­μί­σμα­τα καὶ δὲν θὰ ἐν­θυ­μῆ­σθε εἰς τί ἐ­χρη­σί­μευ­ον.
»Ἐ­βί­βα σύν­τρο­φοι! Ποι­εῖ­τε ἀ­κα­τα­παύ­στως κό­σμους δι­ὰ τῆς ποι­ή­σε­ως!
«Φί­λαι καὶ φί­λοι, σώ­ζε­σθαι δι­ὰ τῆς τέ­χνης!
«Κυ­ρί­αι καὶ κύ­ρι­οι, ὁ­μα­δὸν καὶ δι­ὰ ἅλ­μα­τος θὰ εἰ­σέλ­θω­μεν εἰς τὸν πα­ρά­δει­σον!»
«Χύ­νο­με­ε­εν!»
Ὁ ἐν­θου­σι­α­σμὸς ἦ­το το­σοῦ­τον μέ­γας, ὥ­στε ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ ἅ­λυ­σος ἐ­θραύ­σθη, καὶ ἤρ­ξαν­το ἅ­παν­τες ἐ­κτε­λεῖν τυ­χαί­ας, τε­θλα­σμέ­νας τρο­χι­άς, ὡς μό­ρι­α θερ­μοῦ ἀ­ε­ρί­ου, συγ­κρου­ό­με­νοι ἀλ­λή­λους, προ­σκρού­ον­τες ἐ­λα­στι­κῶς ἐ­πὶ τῶν τοί­χων, τῆς ὀ­ρο­φῆς καὶ τοῦ δα­πέ­δου.



[1] Μέδιμνος: μέτρον σιτηρῶν χωροῦν 6 ἐκτεῖς, 48 χοίνικας, 192 κοτύλας.

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

56. Τὰ ὕδατα τοῦ ἀσυνειδήτου:



Τὰ ὕδατα τοῦ ἀσυνειδήτου:
Ὁ δι­ά­δρο­μος εἶ­χεν με­τα­τρα­πῇ εἰς ὁρ­μη­τι­κὸν πο­τα­μὸν καὶ τὰ φρε­ά­τι­α τῶν ἀ­νελ­κυ­στή­ρων εἰς ἠ­χη­ροὺς κα­ταρ­ρά­κτας. Παν­τα­χό­θεν ἠ­κού­ον­το κε­λα­ρύ­σμα­τα, βορ­βο­ρυγ­μοί, γλου­γλου­κι­σμοί, κο­χλα­σμοί, πα­φλα­σμοὶ καὶ φλοι­σβί­μα­τα. Ὑ­δά­τι­ναι φλέ­βες δι­έ­τρε­χον τοὺς τοί­χους καὶ τὰς ὀ­ρο­φὰς ἐ­σω­τε­ρι­κῶς, καὶ ὁποθενδήποτε τὰ ὕ­δα­τα εὕ­ρι­σκον ρωγ­μὴν ἐ­ξη­κον­τί­ζον­το ὡς πί­δα­κες ἕ­νε­κα με­γά­λης πι­έ­σε­ως. 
Φθά­νον­τες εἰς τὸ κεν­τρι­κὸν κλι­μα­κο­στά­σι­ον πα­ρε­σύρ­θη­μεν ὑ­πὸ τοῦ ρεύ­μα­τος καὶ ἐ­κά­μα­μεν ἑ­λι­κο­ει­δὲς rafting εἰς τὸν κα­ταρ­ρέ­ον­τα χεί­μαρ­ρον τῆς με­γα­λο­πρε­ποῦς art nouveau κεν­τρι­κῆς κλί­μα­κος, ἀ­πο­λή­ξαν­τες εἰς τὴν με­γά­λην αἴ­θου­σαν τῶν δε­ξι­ώ­σε­ων ἔν­θα τὰ ἔ­πι­πλα ἐ­πέ­πλε­ον, καὶ ὅ­που ἐ­πὶ τῶν τρα­πε­ζῶν ἐ­πέ­βαι­νον οἱ ἀ­ξι­ό­τι­μοι πε­λά­ται οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­γέ­λων καὶ δι­ε­σκέ­δα­ζον δι­ε­ξά­γον­τες ἀ­πη­δα­λι­ο­χή­τους ἀ­γώ­νας, χρη­σι­μο­ποι­οῦν­τες τὰς χεῖ­ρας των ὡς κώ­πας, ἀ­να­φω­νοῦν­τες - ἄ­α­α!, ὤ­ω­ω!, ἴ­ι­ι!, ὅ­ταν τὰ αὐ­το­σχέ­δι­α σκά­φη των συ­νε­κρού­ον­το καὶ ἀ­νε­τρέ­πον­το.
Καὶ ἐν μέ­σῳ ὅ­λων αὐ­τῶν, ὁ maitre d’  hotel με­σι­ὲ Μπαρ­ντὸ μα­ταί­ως ἐ­πά­σχι­ζεν νὰ ἐ­πι­βάλ­λῃ τὴν τά­ξιν –«κυ­ρί­αι μου, κύ­ρι­οι, πα­ρε­κτρέ­πε­σθε, δὲν εἶ­ναι κό­σμι­ον»– τίλ­λων τὰς τρί­χας τῆς κε­φα­λῆς του ἐκ τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας, ἀ­να­στε­νά­ζων «mon Dieu, quelle catastrophe!», ἐ­νῷ τὰ lift boys καὶ οἱ laquais (λα­κέ­δες) ἵ­σταν­το ἀ­μή­χα­νοι κρα­τοῦν­τες σά­ρω­θρα, μά­κτρα καὶ κά­δους –ἐ­ξο­πλι­σμὸς ἐν­τε­λῶς ἀ­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸς καὶ ἀ­κα­τάλ­λη­λος δι­ὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­σιν τοι­ού­του με­γέ­θους κα­τα­κλυ­σμοῦ καὶ ἐ­λευ­θε­ρι­ό­τη­τος.
Ἰ­δὼν με ὁ Μπαρ­ντὸ ὕ­ψω­σεν ἐκ τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας τὰς χεῖ­ρας κραυ­γά­ζων:
«Με­σι­ὲ Λαρ­ρύ, ἂχ με­σι­ὲ Λαρ­ρύ, κά­μα­τε κά­τι ἐ­πι­τέ­λους! Δὲν τολ­μῶ νὰ ἀ­να­λο­γι­σθῶ τὴν βλά­βην τὴν ὁ­ποί­αν θὰ ὑ­πο­στῇ ἡ φή­μη τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου μας!»
«Δὲν πταί­ω ἐ­γώ, κύ­ρι­ε Μπαρ­ντό· τὸ ἀ­συ­νεί­δη­τον ὡς γνω­στὸν εἶ­ναι ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτον. Ὑ­πό­σχο­μαι ὅ­μως νὰ κά­μω πᾶν τὸ ἀν­θρω­πί­νως δυ­να­τὸν ἵ­ν’ ἀ­πο­κα­τα­στή­σω τὴν βλά­βην.»
Δι­ε­σχί­σα­μεν τὴν με­γά­λην αἴ­θου­σαν μὲ ὀρ­θί­αν κο­λύμ­βη­σιν –κοι­νῶς, ὀρ­θο­πλε­ξι­ὰ– ἀγ­γί­ζον­τες τὰ ὑ­πὸ τῶν πο­δῶν μας πλέ­ον­τα μαῦ­ρα ἐ­πι­κίν­δυ­να κή­τη τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­γέν­να δι­αρ­κῶς τὸ ὑ­πο­συ­νεί­δη­τόν μου, καὶ με­τέ­βη­μεν εἰς τὰ οὐ­ρη­τή­ρι­α τῶν ἀν­δρῶν.
Ὁ Marcel ἔ­κυ­ψεν καὶ ἀ­πε­κο­χλί­ω­σεν τὸ πε­ρι­κό­χλι­ον τῆς ἀ­πο­χε­τεύ­σε­ως τοῦ οὐ­ρη­τή­ρα δι­ὰ τοῦ γαλ­λι­κοῦ του κλει­δί­ου –κ. κά­βου­ρα– καὶ κα­θὼς ἀ­πέ­φρα­ζεν τὸν ἀ­πο­χε­τευ­τι­κὸν ἀ­γω­γόν...
«Marcel Duchamp!» τὸν ἀ­νε­γνώ­ρι­σα αἴφ­νης, δει­κνύ­ων αὐ­τὸν δι­ὰ τοῦ δεί­κτου τῆς δε­ξι­ᾶς. «Σὺ εἶ ὁ Marcel Duchamp,» ἐ­φώ­να­ξα, «ὁ γάλ­λο-ἀ­με­ρι­κα­νὸς καλ­λι­τέ­χνης νταν­τα­ϊ­στὴς καὶ ὑ­περ­πραγ­μα­τι­στής, ὁ δη­μι­ουρ­γός της θρυ­λι­κῆς ‘fountain’.[1]»
«Μὲ ἐ­νε­θυ­μή­θη­τε!»
«Πῶς καὶ ὑ­δραυ­λι­κός, Marcel?»
«Μὰ εἶ­ναι φυ­σι­κὸν ἡ­μεῖς οἱ ὑ­περ­ρε­α­λι­σταὶ νὰ ἀ­σχο­λού­με­θα μὲ τὰ ὑ­δά­τι­να ὄ­νει­ρα τὰ ἐκ­πη­γά­ζον­τα τοῦ ἀ­συ­νει­δή­του. Ἐξ ἄλ­λου, δι­ὰ τῶν ὀ­νεί­ρων πλά­θο­μεν τὸν κό­σμον ἐν­τός τοῦ ὁ­ποί­ου ζῶ­μεν.



[1] ‘Fountain’ is a 1917 work by Marcel Duchamp. It is one of the pieces which he called readymades (also known as found art), because he made use of an already existing object—in this case a urinal, which he titled Fountain and signed ‘R. Mutt’.
από, http://en.wikipedia.org/wiki/Fountain_(Duchamp)

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

55. Δὲν εὑρισκόμεθα ἐντὸς τοῦ κόσμου· ὁ κόσμος εὑρίσκεται ἐντὸς ἡμῶν


Εὑρισκόμην εἰς τὸ κατακεκλυσμένον ὑπὸ ὑδάτων δωμάτιόν μου, ἡ στάθμη τῶν ὁποίων ἔφθανεν ἕως τοῦ στήθους μου καὶ πέριξ μου ἐπέπλεον ἐν μεγάλῃ ἀταξίᾳ –φύρδην μίγδην– τὰ βιβλία μου, τὰ ἐνδύματά μου, ὁ πίλος μου, καθίσματα, σινδόναι, καὶ κάθε τι τοῦ ὁποίου ἡ ἄνωσις ἦτο μεγαλυτέρα τοῦ βάρους αὐτοῦ...
       Ἡ κατάστασις δὲν ἦτο ἁπλῶς ἀνεξήγητος· ἦτο κυρίως καὶ πρὸ πάντων ἀνησυχητική. Ἡ μόνη λογικὴ ἐξήγησις τὴν ὁποίαν ἤμην εἰς θέσιν νὰ φαντασθῶ, ἦτο ὅτι ἀφυπνίσθην εἰς ἄλλον ὄνειρον καὶ ὅτι ὁλόκληρος ἡ ζωή μου ἦτο μία διαδοχὴ ὀνείρων κατὰ τὴν ὁποίαν πρὶν ἐξέλθω τελείως ἐκ τοῦ ἑνὸς εἰσηρχόμην ἤδη εἰς τὸ ἑπόμενον. Ἠσθανόμην λίαν ἄρρωστος καὶ διεκολύμβησα μὲ κόπον πρὸς τὴν τουαλέτταν. Ἐστάθην μὲ τοὺς πόδας εἰς διάστασιν, ἐξήγαγον τὸ πέος μου, ἀλλ’ εὑρέθην εἰς δεινὴν ἀμηχανίαν διότι πῶς νὰ οὐρήσω ἀφοῦ ἤμην ἐντός τοῦ ὕδατος καὶ τὰ οὖρα τὰ ὁποῖα θὰ ἐνέχυνον θὰ διεχέοντο εἰς τὸ ὕδωρ καὶ θὰ ἤρχοντο εἰς ἀναγκαστικὴν ἐπαφὴν μὲ τὸ σῶμα μου –ἔστω καὶ ἠραιωμένα–  ἐνδεχόμενον τὸ ὁποῖον μοῦ προεκάλει ἀηδίαν καὶ ἀπέχθειαν; Καὶ τελικῶς δὲν οὔρησα κι ἐτοποθέτησα καὶ πάλιν τὸ πέος μου ἐντὸς τῆς περισκελίδος.
       Εἶδον τὸ πρόσωπόν μου εἰς τὸν καθρέπτην καὶ εἶχον ὄψιν ψυχοπαθοῦς εὑρισκομένου εἰς χαοτικὴν σύγχυσιν. Εἷς ἀπτηνοδύτης[1] ἐπὶ τοῦ φοριαμοῦ, ἰδών με ἐτρόμαξεν καὶ κατεδύθη ἐν τοῖς ὕδασι. Ὡμοίαζον πρὸς τὴν αὐτοπροσωπογραφίαν τοῦ 1912 τοῦ Egon Schiele, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ καλλιτέχνης εἶχεν ἀποτυπώσει μὲ ἀπαράμιλον ἐκφραστικότητα τὴν ὑπαρξιακήν του ἀγωνίαν.
       Ἤνοιξα τὸ στόμα διὰ νὰ κάμνω λαρυγγοσκόπησιν καὶ τρομοκρατηθεὶς μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶδον –ἢ μᾶλλον, μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον δὲν εἶδον– τὸ ἔκλεισα αὖθις ἐπιθέτων καὶ τὴν παλάμην!
       Ὅμως ἡ περιέργεια κατενίκησεν τὸν φόβον, καὶ μετ’ ὀλίγον τὸ ἤνοιξα διστακτικῶς ἵνα βεβαιωθῶ περὶ τοῦ σκανδαλώδους φαινομένου.
       Πῶς νὰ σᾶς τὸ περιγράψω, ἀγαπητὴ ἀναγνώστρια χωρὶς νὰ σᾶς ἀνησυχήσω...  Ἐντός μου ἤμην ἀπύθμενος, σκοτεινὴ ἄβυσσος. Δὲν εἶχον γλῶτταν, μήτε λάρυγγα, μηδὲ σπλάγχνα· δὲν εἶχον τίποτε· ἤμην ἄδειος, κοῦφος, σπηλαιώδης· ἤμην πεφυσημένον δέρμα, κέλυφος μόνον, ἀκατοίκητον σκήνωμα. Ἐπηληθεύετο κατὰ τὸν πλέον κατηγορηματικὸν τρόπον ὁ ἐκ γενετῆς ὑπαρξιακός μου φόβος ὅτι ἤμην περίβλημα τοῦ τίποτε, ἔλυτρον τοῦ κανενός, τέλειον περίγραμμα τοῦ μηδενός.
       Ἐκοίταζον τὸ ἐπὶ τοῦ καθρέπτου ἔντρομον εἴδωλόν μου καὶ ἠσθανόμην συντετριμμένος. Ἤνοιξα καὶ πάλιν τὸ στόμα. Καὶ παρατηρῶν αὐτὴν τὴν φορὰν μὲ προσοχὴν καὶ ψυχραιμίαν ἰατροῦ, διέκρινα ἐντός μου εἰς τὸ ἀχανές, σκοτεινὸν διάστημα τὸ μικρόν, φωτεινὸν ξενοδοχεῖον ταξιδεῦον μονῆρες ἐν μέσῳ γαλαξιῶν, ἀστέρων, νεφελωμάτων καὶ πλανητῶν. Ἴλλιγγον μετὰ δέους ἠσθάνθην, καὶ ἠπόρησα, καὶ τὰ μάλα ἐθαύμασα πῶς τὸ ξενοδοχεῖον καὶ τὸ ἄπειρον σύμπαν εὑρίσκοντο ἐντὸς τοῦ πεπερασμένου σώματός μου! Ὁ νοῦς μου δὲν τὸ ἐχώρει.
       -«Δὲν εὑρίσκεσθε ἐντός τοῦ κόσμου· ὁ κόσμος εὑρίσκεται ἐντός σας»
       Ἐστράφην καὶ εἶδον ἔκπληκτος τὴν μικρὰν Μάρφα –τὴν παῖδα μὲ τὸ πέος– καθημένην μὲ ἀνοικτοὺς πόδας ἐπὶ μεγάλης ταρταρούγης -θαλασσίας χελώνης ἡλικίας ἄνω τῶν 300 ἐτῶν.


[1] πιγγουίνος

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

54. H ευρυκολπος νυμφη


-«Ὦ ἀ­γα­πη­τέ, γί­νετε ἐ­ρα­στής μου, γί­νε­τε ἐ­ρα­στὴς τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς γνώ­σε­ως! Θὰ σᾶς χρί­σω κύ­ρι­όν μου· κύ­ρι­ον τῶν μυ­στι­κῶν τῆς φύ­σε­ως καὶ τοῦ πνεύ­μα­τος,» ἔ­λε­γεν ἡ δο­λε­ρὰ γό­ησ­σα κα­θώς μὲ ἐ­θώ­πευ­εν καί μὲ ἠ­σπά­ζε­το. «Δι­ὰ τῆς ἐ­πι­στή­μης θὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­ση­τε τὰς ἐλ­πί­δας σας δι­ὰ κοι­νω­νι­κὴν πρό­ο­δον καὶ εὐ­η­με­ρί­αν καὶ θὰ γνω­ρί­ση­τε τὴν πε­ρὶ κό­σμου ἀ­λή­θει­αν. Ἡ γνῶ­σις μου εἶ­ναι ἡ δύ­να­μις δι­ὰ τῆς ὁ­ποί­ας θὰ οἰ­κο­δο­μή­ση­τε τὸ μέλ­λον τὸ ὁ­ποῖ­ον ὀ­νει­ρεύ­ε­σθε... 
»Ἰ­δοὺ ἡ πύ­λη μου, ἡ πύ­λη τῆς Γνώ­σε­ως,» ἔ­λε­γεν τεί­νου­σα καὶ δι­α­νοί­γου­σα δι­ὰ τῶν δα­κτύ­λων τὰ μα­κρά, ἐ­λα­στι­κὰ χεί­λη τοῦ αἰ­δοί­ου της. «Εἰ­σέλ­θε­τε, εἰ­σέλ­θε­τε κύ­ρι­ε ἵ­να γευ­θῆ­τε τὴν ὑ­ψί­στην τῶν ἡ­δο­νῶν, τὴν ἡ­δο­νὴν τῆς Γνώ­σε­ως...» Καὶ δι­ὰ θελ­κτι­κῶν καὶ κο­λα­κευ­τι­κῶν λό­γων –«τί ἐ­ρα­στής! τί ῥω­μα­λέ­ος ἐ­ρα­στής, θε­έ μου εἶ­σθε!»– ἡ σα­γη­νευτικὴ νύμ­φη μὲ ὑ­πνώ­τι­ζεν καὶ μ’ ἔ­χω­νεν εἰς τὸν ἡ­δύν, ὀ­λι­σθη­ρόν της κόλ­πον ὅ­στις δι­ε­στέ­λε­το τε­ρα­τω­δῶς κα­τα­πί­νων με ὀ­λί­γον κα­τ’ ὀ­λί­γον ὡς βό­ας τὸ ἄ­τυ­χον θή­ρα­μα αὐ­τοῦ.
Καὶ οὐ­δε­μί­αν ἀν­τί­στα­σιν προ­έ­βα­λον ὁ δυ­στυ­χής, δι­ό­τι ἡ λα­γνεί­α τῆς Γνώ­σε­ως –ψυ­χο­βλα­βὴς καὶ ὑ­που­λο­τέ­ρα πά­σης ἄλ­λης– πα­ρέ­λυ­εν τὰ μέ­λη μου καὶ ἐ­ξου­δε­τέ­ρω­νεν τὴν θέ­λη­σίν μου, ἕ­ως ὅ­του ἐ­ξη­φα­νί­σθην, ἀ­πορ­ρο­φη­θεὶς ὁ­λό­κλη­ρος ὑ­πὸ τῆς εὐ­ρυ­κόλ­που νύμ­φης.
Ἀ­φοῦ μὲ ἐ­νε­κολ­πώ­θη, εὑ­ρέ­θην εἰς πορ­φυ­ρὸν βλεν­νῶ­δες σπή­λαι­ον, τὰ σαρ­κώ­δη τοι­χώ­μα­τα τοῦ ὁ­ποί­ου δι­ε­τρέ­χον­το ἀ­πὸ ἡ­δο­νι­κὰ ῥί­γη. Οἱ ἡ­δεῖς χυ­μοὶ ἐ­νε­πό­τι­σαν τὰ κύτ­τα­ρα τοῦ σώ­μα­τός μου καὶ με­θυ­στι­κὴ ἀ­πό­λαυ­σις ἐ­πλημ­μύ­ρι­σεν τὰς αἰ­σθή­σεις μου. Πα­ρε­δό­θην ἄ­νευ ὅ­ρων εἰς ἕν ἄ­νευ ὁ­ρί­ων κα­θο­λι­κόν, ὁ­λό­σω­μον ὄρ­γι­ον, καὶ φθά­νου­σα ἡ θε­ὰ ἐν τέ­λει εἰς ὀρ­γα­σμι­κὴν ἔ­ξαρ­σιν, ἀ­νε­σεί­σθην βι­αί­ως ὡς εἰς ἐ­φαλ­τή­ρι­ον ἢ βα­τῆ­ρα, ὁ δὲ τε­ρά­στι­ος κολ­πι­κὸς μῦς μ’ ἔ­σφιγ­ξεν σπα­σμω­δι­κῶς κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψιν μέ­χρι ἀ­σφυ­ξί­ας.
Τὸ ἡ­δο­νι­κὸν μαρ­τύ­ρι­ον δι­ήρ­κη­σεν ὥ­ρας πολ­λὰς ἕ­ως ὅ­του ἡ πο­λυ­ορ­γα­σμι­κὴ νυμ­φο­μα­νὴς ἀ­πε­κοι­μή­θη ἐ­πι­τέ­λους ἐ­ξην­τλη­μέ­νη καὶ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη. Τό­τε ὁ συ­σφιγ­κτὴρ μῦς ἐ­χα­λά­ρω­σεν καὶ ἐ­ξῆλ­θον λά­θρα ἵ­ν’ ἀ­να­πνεύ­σω ὀ­λί­γον κα­θα­ρὸν ἀ­έ­ρα ὁ τά­λας, πρὶν ἡ μαι­νὰς ἀ­φυ­πνι­σθῇ καὶ μ’ ἐ­πα­να­χώ­σῃ εἰς τὸ ὑ­περ­φυ­σι­κόν της αἰ­δοῖ­ον.
Ἐν­θυ­μοῦ­μαι ἐ­κεί­νην τὴν πε­ρί­ο­δον τῆς ζω­ῆς μου ἀ­μυ­δρῶς, ὡς δι­αρ­κῆ ὀ­νεί­ρω­ξιν, τε­τυ­λιγ­μέ­νος εἰς ἀ­χλὺν ἡ­δυ­πα­θεί­ας, ἐν­τὸς βόμ­βυ­κος τρυ­φη­λό­τη­τος, ἔκ­δο­τος εἰς τὰς ἡ­δο­νάς, αἰ­σθα­νό­με­νος ἀ­πέ­ραν­τον ἀ­δυ­να­μί­αν, πα­ρα­λε­λυ­μέ­νος ἐκ τοῦ ἐ­κλύ­του βί­ου, ἐ­ξην­τλη­μέ­νος ἐκ τῶν ἀλ­λε­παλ­λή­λων ἐκ­σπερ­μα­τί­σε­ων.


Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

53. Τὸ ἀκατανόητον



Τώ­ρα τὸ πυ­κνὸν ἀ­κα­τα­νό­η­τον σκό­τος εἰ­σέ­βαλ­λεν ὁρ­μη­τι­κῶς καὶ με­τὰ βο­ῆς μέ­σῳ τοῦ ῥήγ­μα­τος δι­α­χε­ό­με­νον εἰς τὴν αἴ­θου­σαν, σχη­μα­τί­ζον ἑ­λι­κώ­σεις πε­ρὶ ἑ­αυ­τόν, οὐ­ρά­νι­α ἑ­λίγ­μα­τα, συ­νε­λί­ξεις καὶ σπει­ρώ­σεις, ὡς κα­πνὸς ἢ ὡς με­λά­νη ἐγ­χε­ο­μέ­νη ἐν­τὸς ὕ­δα­τος. Καὶ ὅ,τι κα­τέ­πι­νεν –ἄν­θη, σκεύ­η, τρα­πέ­ζας, κα­θί­σμα­τα, πα­ρα­πε­τά­σμα­τα– ἐ­ξη­φα­νί­ζε­το, οἱ δὲ θα­μῶ­νες, βλέ­πον­τες τὸν ζό­φον ἁ­πλω­νό­με­νον ὑ­πε­ρά­νω τῶν κε­φα­λῶν των ὡς τε­ρά­στι­ον ἀ­πει­λη­τι­κὸν ὀ­κτά­πο­δα ἠ­γέρ­θη­σαν καὶ ἤρ­χι­σαν νὰ τρέ­χουν πα­νι­κό­βλη­τοι. Καὶ ὅ,τι οἱ πλό­κα­μοι τῆς νυ­κτὸς ἐ­τύ­λι­γον, τὸ ἠ­φά­νι­ζον – ἄλ­λου τὴν κνή­μην, ἄλ­λου τὴν χεῖ­ρα, ἄλ­λου τὸν ἀγ­κυ­λω­τὸν μύ­στα­κα. Ἡ ὀ­ξεῖ­α κραυ­γὴ γυ­ναι­κὸς δι­ε­κό­πη ἀ­πο­τό­μως, ὅ­ταν ἡ σκο­τί­α κα­τέ­λα­βεν καὶ ἔ­σβη­σεν τὴν κε­φα­λήν της. Ἡ ἀ­κέ­φα­λος κυ­ρί­α ἔ­τρε­χεν μὲ ὑ­ψω­μέ­νας χεῖ­ρας προ­σκρού­ου­σα τῇ­δε κα­κεῖ­σε εἰς τοὺς τοί­χους καὶ τὰ ἔ­πι­πλα... Ἐν ὀ­λί­γοις, ὀ­ρυ­μα­γδός, πα­νι­κὸς καὶ ἀ­πε­ρί­γρα­πτον παν­δαι­μό­νι­ον ἐ­πε­κρά­τουν εἰς τὴν αἴ­θου­σαν.
«Τί συμ­βαί­νει­ει­ει..;» ἐ­φώ­να­ξα πρὸς τὸν κύ­ρι­ον Μπαρ­ντό, συγ­κρα­τῶν τὸν πῖ­λον μου ἐ­πὶ κε­φα­λῆς δι­ὰ νὰ μὴν τὸν πα­ρα­σύ­ρῃ τὸ βου­ε­ρόν, βί­αι­ον σκό­τος.
«Ὤ­ω­ω..! Τὸ ἀ­κα­τα­νό­η­τον εἰ­σβάλ­λει εἰς τὸν νοῦν σας καὶ κά­μνει ‘delete’ τὰς νο­η­τι­κὰς πα­ρα­στά­σεις! Ὤ­ω­ω..! Μορ­φαὶ καὶ ὀ­νό­μα­τα χα­ά­νον­ται τώ­ρα... Μορ­φαὶ καὶ ὀ­νό­μα­τα χα­α­ά­νον­ται...»