Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

28. Η τύφλωση του τραπεζίτη Jean de Bloch

 
Θα ε­πι­στρέ­ψω στην τρα­πε­ζα­ρί­α και για να γι­ορ­τά­σω θα πα­ραγ­γεί­λω λευ­κό κρα­σί και φι­λέ­το. Μι­σο­ζα­λι­σμέ­νη θα την κοι­τά­ζω στην άλ­λη ά­κρη της αί­θου­σας, μα­γε­μέ­νη α­πό την ο­μορ­φιά της, και κά­ποι­α στιγ­μή θα συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω ξαφνικά ό­τι ο τό­σο οι­κεί­ος και κα­θη­συ­χα­στι­κός θό­ρυ­βος του ε­στι­α­το­ρί­ου –οι χα­μη­λό­φω­νες συ­νο­μι­λί­ες, τα σπο­ρα­δι­κά γέ­λια, οι κρυ­στάλ­λι­νοι ή­χοι των πο­τη­ρι­ών, των μα­χαι­ρο­πή­ρου­νων, α­κό­μη κι η δι­α­κρι­τι­κή μου­σι­κή του πιά­νου– θα έ­χουν παύ­σει σι­γά-σι­γά χωρίς να το καταλάβω και θα ’­χει ε­πι­κρα­τή­σει μια πα­ρά­ξε­νη, α­νη­συ­χη­τι­κή η­συ­χί­α, ε­νώ έ­νας με­τά τον άλ­λον οι θα­μώ­νες της πο­λυ­τε­λούς τρα­πε­ζα­ρί­ας θα στρέ­φον­ται και θα κοι­τά­ζουν έ­ξω α­πό τα με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα προς το b­o­u­l­e­v­a­rd R­a­s­p­a­il.­..
Θα στρα­φώ και θα δω κολ­λη­μέ­να στα τζά­μια ε­κα­τον­τά­δες ε­ξα­θλι­ω­μέ­να πρό­σω­πα –οι ά­θλιοι των Πα­ρι­σί­ων– σαν κο­λα­σμέ­να φαν­τά­σμα­τα που θα τα εί­χε ξε­βρά­σει ο κά­τω κό­σμος, να κοι­τούν ανέκ­φρα­στα –και γι’ αυ­τό α­κό­μη πιο α­πει­λη­τι­κά κι α­πό το να ή­ταν ορ­γι­σμέ­να– τους πλούσιους που θα ζούσαν μέσα την χλι­δή και τη πο­λυ­τέ­λεια.
Οι σω­μα­το­φύ­λα­κες του J­e­an de B­l­o­ch θα στα­θούν με­τα­ξύ τρα­πε­ζιού και πα­ρα­θύ­ρου αγ­γί­ζον­τας κά­τω α­πό τα σα­κά­κια τους τις λα­βές των ό­πλων τους.
Ο m­a­i­t­re d  h­ô­t­el έ­νας κον­τό­χον­τρος με­σή­λι­κας που τα λί­γα μαλ­λιά του θα τα εί­χε κά­νει κο­τσι­δά­κι, θα δώ­σει εν­το­λές και το προ­σω­πι­κό θα κλεί­σει βι­α­στι­κά τα χον­τρά, ξύ­λι­να, ε­σω­τε­ρι­κά πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα, θ’ α­νά­ψει τους πο­λυ­ε­λαί­ους, και θα τρα­βή­ξει τις πορ­φυ­ρές, βε­λού­δι­νες κουρ­τί­νες.
Ξαφ­νι­κά –κρα­α­άτς!– θ’ α­κου­στεί, κι α­π’ έ­ξω η τζα­μα­ρί­α θα σπά­σει. Νταγκ-νταγκ-νταγκ! με­γά­λες πέ­τρες θ’ αρ­χί­σουν να πέ­φτουν βρο­χή πά­νω στα ξύ­λι­να πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα. Οι βα­ρι­ές κουρ­τί­νες θα σεί­ον­ται. Θα εί­ναι τρο­μα­κτι­κό ν’ α­κούς τα δυ­να­τά κτυ­πή­μα­τα και να ’­σαι κλει­σμέ­νος μέ­σα.
Ο m­a­i­t­re d  h­ô­t­el με το κο­τσι­δά­κι θα χτυ­πή­σει τα χέ­ρια του:
«M­e­s­d­a­m­es et m­e­s­s­i­e­u­rs, e­st-ce q­ue je p­e­ux a­v­o­ir v­o­t­re a­t­t­e­n­t­i­on s' il v­o­us p­l­a­it?
»Η δι­εύ­θυν­σις του ξε­νο­δο­χεί­ου εκ­φρά­ζει τη λύ­πη της γι αυ­τό το δυ­σά­ρε­στο συμ­βάν το ο­ποί­ο δι­έ­κο­ψε το δεί­πνο σας. Ου­δείς ό­μως λό­γος α­νη­συ­χί­ας συν­τρέ­χει.­.. Οι τα­ρα­χές αυ­τές εί­ναι συ­νη­θι­σμέ­νες και τις αν­τι­με­τω­πί­ζου­με με ε­πι­τυ­χί­α.
»Ό­λες οι εί­σο­δοι του ξε­νο­δο­χεί­ου έ­χουν α­σφα­λι­στεί· οι άν­τρες α­σφα­λεί­ας έ­χουν λά­βει ε­πί­και­ρες θέ­σεις και σα­φείς δι­α­τα­γές ν’ α­νοί­ξουν πυρ, αν πα­ρα­στεί α­νάγ­κη. Εγ­γυ­ώ­μαι προ­σω­πι­κά, την πλή­ρη α­σφά­λειά σας. Η α­στυ­νο­μί­α έ­χει ει­δο­ποι­η­θεί και σε λί­γο θα κα­τα­φθά­σει και θα δι­α­λύ­σει τους τα­ρα­χο­ποι­ούς. Δι­α­τη­ρήστε πα­ρα­κα­λώ την ψυ­χραι­μί­α σας, α­γνο­ήστε τους και συ­νε­χί­στε το δεί­πνο σας. Αύ­ριο το α­τυ­χές αυ­τό πε­ρι­στα­τι­κό θα εί­ναι μια δι­α­σκε­δα­στι­κή α­νά­μνη­ση.»
Θα κά­νει έ­να νεύ­μα προς τον πι­α­νί­στα κι ε­κεί­νος θ’ αρ­χί­σει να παί­ζει έ­να κε­φά­το καν-καν, που η αν­τί­θε­σή του προς τα ό­σα θα συμ­βαί­νουν θα δη­μι­ουρ­γεί μια γκρο­τέ­σκα α­τμό­σφαι­ρα.
Α­κο­λου­θών­τας τη συμ­βου­λή του δι­ευ­θυν­τή, ό­λοι θα σκύ­ψουν στα πιά­τα τους και θα συ­νε­χί­σουν να τρώ­νε α­μί­λη­τοι, –ή μάλ­λον θα κά­νουν πως τρώ­νε– ρί­χνον­τας κλε­φτές, φο­βι­σμέ­νες μα­τι­ές προς τις σει­ό­με­νες πορ­φυ­ρές κουρ­τί­νες. Η B­l­u­ma θα με κοι­τά­ξει α­νή­συ­χη. Ο J­e­an de B­l­o­ch, σίγουρος ότι δεν κινδυνεύει από τίποτε, θ’ α­στει­ευ­τεί και οι άλ­λοι θα γε­λά­σουν βε­βι­α­σμέ­να. Οι σω­μα­το­φύ­λα­κες θα ’χουν στραμ­μέ­νη την προ­σο­χή τους προς τα πα­ρά­θυ­ρα και τις ει­σό­δους. Αλ­λά το κα­κό θα ’ρ­θει α­πό ’­κει που δεν το πε­ρι­μέ­νουν. Το κα­κό θα εί­ναι ή­δη ε­κεί, μέ­σα στην αί­θου­σα.­..

Μια α­παί­σια στριγ­κλιά θα σκί­σει την τρα­πε­ζα­ρί­α, κι ό­λοι θ’ α­να­πη­δή­σουν στα κα­θί­σμα­τά τους.
 Οι σω­μα­το­φύ­λα­κες θα στρα­φούν και θα γα­ζώ­σουν τον σω­με­λι­έ που θα τρέ­χει προς την έ­ξο­δο υ­πη­ρε­σί­ας. Μια δι­α­γώ­νια σει­ρά αι­μά­τι­νων κη­λί­δων θα σχη­μα­τι­στεί στο λευ­κό σα­κά­κι στην πλά­τη, κι ο ά­τυ­χος σερ­βι­τό­ρος θα σω­ρια­στεί ε­πί τό­που.
Θα δω τον J­e­an de B­l­o­ch και θ’ α­να­τρι­χιά­σω. Θα έ­χει καρ­φω­μέ­νο στο α­ρι­στε­ρό μά­τι έ­να με­γά­λο, α­ση­μέ­νιο πι­ρού­νι. Θα τον εί­χε τυ­φλώ­σει ο s­o­m­m­e­l­i­er του που θα έ­στε­κε πί­σω του και θα του σέρ­βι­ρε κρα­σί! Ο πα­νί­σχυ­ρος τρα­πε­ζί­της θα ση­κω­θεί, τα αί­μα­τα θα τρέ­χουν στο μά­γου­λό του, και με τα χέ­ρια α­πλω­μέ­να σαν Οι­δί­πο­δας, θα πα­ρα­παί­ει α­νά­με­σα στον κό­σμο που θα πα­ρα­με­ρί­ζει α­πό τη φρί­κη α­να­πο­δο­γυ­ρί­ζον­τας τρα­πέ­ζια και κα­ρέ­κλες.
Η B­l­u­ma θα κρα­τά­ει ά­φω­νη το πρό­σω­πό της α­πό τον τρό­μο!
«Έ­να για­τρό! Εί­ναι κα­νέ­νας για­τρός ε­δώ;­!» θα φω­νά­ξει πα­νι­κό­βλη­τη.
Ο για­τρός του ξε­νο­δο­χεί­ου έ­νας νε­α­ρός με γυα­λιά και μαύ­ρη τσάν­τα θα εμ­φα­νι­στεί τρέ­χον­τας. Με μια α­πό­το­μη κί­νη­ση θα τρα­βή­ξει το τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο με τα σκεύ­η α­πό το τρα­πέ­ζι και θα ξα­πλώ­σουν πά­νω του τον τρα­πε­ζί­τη. Ο για­τρός θα του κά­νει μια έ­νε­ση το­πι­κής α­ναι­σθη­σί­ας· θα πιά­σει το πι­ρού­νι, και θα το τρα­βή­ξει με προ­σο­χή.  Ό­μως το με­γά­λο πι­ρού­νι θα βγει μα­ζί με τον βολ­βό του μα­τιού. Θα ξε­καρ­φώ­σει προ­σε­κτι­κά το βολ­βό και θα τον δώ­σει στον υ­πεύ­θυ­νο α­σφα­λεί­ας. Αυ­τός θα βγά­λει το μαν­τή­λι του, θα το τι­νά­ξει, θα τυ­λί­ξει το πο­λύ­τι­μο μά­τι του κυ­ρί­ου του και θα το φυ­λά­ξει στην ε­σω­τε­ρι­κή τσέ­πη του σα­κα­κιού του. 
Το σφυ­ρο­κό­πη­μα νταγκ-νταγκ-νταγκ! στα πα­ρά­θυ­ρα θα συ­νε­χί­ζε­ται α­μεί­ω­το. Σο­κα­ρι­σμέ­νοι οι πο­λι­ορ­κη­μέ­νοι θα κά­θον­ται όρ­θιοι, ά­φω­νοι κι α­σά­λευ­τοι σαν α­γάλ­μα­τα, και α­κού­γον­τας σει­ρή­νες πε­ρι­πο­λι­κών και πυ­ρο­βο­λι­σμούς θ’ α­να­στε­νά­ξουν με α­να­κού­φι­ση. Μέ­σα σε λί­γα λε­πτά ό­λα θα η­συ­χά­σουν, οι πόρ­τες του ξε­νο­δο­χεί­ου θ’ α­νοί­ξουν, οι πε­λά­τες θα προ­βά­λουν δι­στα­κτι­κά τα κε­φά­λια τους έ­ξω, και με­τά θ’ αρ­χί­σουν να τρέ­χουν σαν πον­τί­κια. Η Blu­ma και ο J­e­an de B­l­o­ch με το για­τρό θα μπουν στη θω­ρα­κι­σμέ­νη τους λι­μου­ζί­να και θα φύ­γουν.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

24. Στρασβούργο - η μαύρη πανώλη

Αργά το α­πό­γευ­μα της ε­πο­μέ­νης θα περ­νώ τα σύ­νο­ρα Γερ­μα­νί­ας - Γαλ­λί­ας.
Σύ­θαμ­πο· έ­τσι ό­πως ο στρό­βι­λος της σκό­νης θα κυ­κλώ­νει την πό­λη του Στρα­σβούρ­γου, θα εί­ναι σαν έ­να πε­λώ­ριο, με­τέ­ω­ρο στοι­χει­ό σε φα­σμα­τι­κό κό­σμο. Τί­πο­τε δε θα ’­ναι πραγ­μα­τι­κό· ό­λα θα εί­ναι πα­ρα­στά­σεις του μυα­λού μου, και η φαν­τα­σί­α μου δε θα μπο­ρεί να συλ­λά­βει την ‘πραγ­μα­τι­κό­τη­τα’, για­τί θα εί­ναι σαν να προ­σπα­θεί κά­ποι­ο φάν­τα­σμα να πιά­σει έ­να πράγ­μα.
Το Στρα­σβούρ­γο θα εί­ναι νε­κρή πο­λι­τεί­α. Πριν α­πό δέ­κα χρό­νια θα εί­χε χτυ­πη­θεί α­πό κά­ποι­α με­ταλ­λαγ­μέ­νη μορ­φή πα­νώ­λης ε­ξαι­ρε­τι­κά με­τα­δο­τι­κή. Η πό­λη θα εί­χε μπει σε κα­ραν­τί­να, ο στρα­τός θα την εί­χε κυ­κλώ­σει και θα ’­χαν α­φή­σει τους κα­τοί­κους να πε­θά­νουν α­βο­ή­θη­τους, χω­ρίς για­τρούς και φάρ­μα­κα. Ό­σοι θα εί­χαν προ­σπα­θή­σει να δι­α­φύ­γουν θα εί­χαν ε­κτε­λε­στεί εν ψυ­χρώ. Οι δυ­στυ­χείς πο­λι­ορ­κη­μέ­νοι θα πέ­θαι­ναν κά­θε μέ­ρα κα­τά χι­λιά­δες· οι ζων­τα­νοί δε θα εί­χαν πού να θά­ψουν τους νε­κρούς· θα τους έ­χω­ναν πρό­χει­ρα στους δρό­μους, και θα εί­χαν α­νοί­ξει τους πύρ­γους στα τεί­χη της πα­λιάς πό­λης και θα πε­τού­σαν μέ­σα τα πτώ­μα­τα· η δυ­σω­δί­α θα ή­ταν α­φό­ρη­τη.
Μπαί­νον­τας στην πό­λη θα στα­μα­τή­σω.­.. Στο μού­χρω­μα της νύ­χτας θα μου φα­νεί ό­τι το ο­δό­στρω­μα κι­νεί­ται σαν θα­λάσ­σιο ρεύ­μα! Θα στα­μα­τή­σω πα­ρα­ξε­νε­μέ­νη και πα­ρα­τη­ρών­τας προ­σε­κτι­κό­τε­ρα θα δι­α­κρί­νω κο­πά­δια πον­τι­κών να τρέ­χουν α­π’ τη μια ως την άλ­λη ά­κρη. Με­ρι­κοί α­π’ αυ­τούς θα πα­ρα­ξε­νευ­τούν α­π’ την πα­ρου­σί­α μου και θα στα­θούν στα πί­σω τους πό­δια· θα μυ­ρί­σουν τον α­έ­ρα κου­νών­τας νευ­ρι­κά τις μυ­τε­ρές μου­σού­δες τους και τα μου­στά­κια τους, και α­μέ­σως με­τά θα συ­νε­χί­σουν τα βι­α­στι­κά πη­γαι­νέ­λα τους και την πο­λυ­ά­σχο­λη ζω­ή τους.
Θα βά­λω α­πο­φα­σι­στι­κά τα­χύ­τη­τα και θα πα­τή­σω γκά­ζι. Α­η­δι­α­στι­κά τσι­ρίγ­μα­τα θ’ α­κου­στούν κά­τω α­π’ τα ε­λα­στι­κά της c­h­e­v­r­o­l­et. Θα κοι­τά­ξω α­π’ τον κα­θρέ­φτη και θα δω πί­σω μου τα αι­μά­τι­να ί­χνη που θα α­φή­νουν οι τρο­χοί στο ο­δό­στρω­μα.
Ο καυ­τός ά­νε­μος θα χτυ­πά με δύ­να­μη τις ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νες πόρ­τες και τα πα­τζού­ρια των κτι­ρί­ων. Η α­σχή­μια των ε­ρει­πω­μέ­νων οι­κο­δο­μών θα εί­ναι τό­σο ο­δυ­νη­ρή που θα προ­κα­λεί πό­νο στα μά­τια. Οι ε­πι­γρα­φές με τα ο­νό­μα­τα των ο­δών -R­ue d­es E­c­h­a­s­s­es, R­ue d­es J­u­i­fs, R­ue d­es F­r­è­r­es- θα στοι­χει­ώ­νουν τους έ­ρη­μους δρό­μους κά­νον­τας α­βά­στα­χτη την α­που­σί­α των αν­θρώ­πων. Πά­νω σ’ έ­ναν γερ­μέ­νο στύ­λο με κομ­μέ­να κα­λώ­δια θα κά­θε­ται έ­να πα­χύ όρ­νιο που θα ε­πο­πτεύ­ει την ε­πι­κρά­τειά του με ά­γριο βλέμ­μα.
Κα­θώς θα έρ­χο­μαι α­πό τη R­ue M­a­r­c­i­é­re, θα δι­α­σχί­σω χω­ρίς να κό­ψω τα­χύ­τη­τα τη P­l­a­ce de la C­a­t­h­é­d­r­a­le, θα πέ­σω πά­νω στη σά­πια πύ­λη της N­o­t­re-D­a­me της πό­λης, που θα ή­ταν έ­τοι­μη να κα­ταρ­ρεύ­σει α­πό και­ρό και θα μπω μέ­σα στον εκ­κλη­σί­α με την c­h­e­v­r­o­l­et.
Θ’ α­να­τρι­χιά­σω α­π’ τη φρί­κη! Ο τε­ρα­τώ­δης κα­θε­δρι­κός θα εί­ναι κα­τα­σκό­τει­νος και στο φως των προ­βο­λέ­ων του αυ­το­κι­νή­του θα δω το δά­πε­δο κα­λυμ­μέ­νο με ε­κα­τον­τά­δες αν­θρώ­πι­νους σκε­λε­τούς. Η τε­λευ­ταί­α πρά­ξη της τρα­γω­δί­ας θα εί­χε παι­χτεί ε­δώ.
Χω­ρίς να σβή­σω τη μη­χα­νή θα κα­τέ­βω. Θα προ­σπα­θώ να δι­α­τη­ρή­σω την ι­σορ­ρο­πί­α μου πα­τών­τας α­νά­με­σα στα οστά· θα υ­πάρ­χουν αγ­κα­λι­α­σμέ­νοι σκε­λε­τοί μα­νά­δων και παι­δι­ών και ο­λό­κλη­ρων οι­κο­γε­νει­ών.
«Θε μου!» θα ψι­θυ­ρί­σω συγ­κλο­νι­σμέ­νη, «τι έ­γι­νε ε­δώ μέ­σα;»
Στον ε­πι­σκο­πι­κό θρό­νο θα εί­ναι γερ­μέ­νος έ­νας σκε­λε­τός ντυ­μέ­νος με πο­λυ­τε­λή πορ­φυ­ρά άμ­φια που θα ’­χουν ξε­θω­ριά­σει α­π’ τα χρό­νια, ε­νώ μια χρυ­σή τιά­ρα θα στο­λί­ζει τη νε­κρο­κε­φα­λή. Το σκε­λε­τω­μέ­νο χέ­ρι θα κρα­τά έ­να φύλ­λο χαρ­τί. Θα το τρα­βή­ξω με πολ­λή προ­σο­χή.., και ξαφ­νι­κά ο ε­τοι­μόρ­ρο­πος σκε­λε­τός θα κα­ταρ­ρεύ­σει και θα δι­α­λυ­θεί με υ­πό­κω­φο γδού­πο μέ­σα σ’ έ­να σύν­νε­φο σκό­νης. Θα δι­α­βά­σω:
‘Σή­με­ρα, ε­ορ­τή της πο­λι­ού­χου Πα­να­γί­ας μας, ε­μείς οι χί­λι­ες ε­ξα­κό­σι­ες ψυ­χές που α­πο­μεί­να­με, μην ελ­πί­ζον­τας σε σω­τη­ρί­α και μην μπο­ρών­τας ν’ αν­τέ­ξου­με άλ­λο το κα­κό που μας βρή­κε, συγ­κεν­τρω­θή­κα­με ε­δώ στη μη­τρό­πο­λη και, α­φού τε­λέ­σα­με πα­ρα­κλη­τι­κή λει­τουρ­γί­α, με­τα­λά­βα­με ό­λοι το δη­λη­τή­ριο α­πό το χέ­ρι του ε­πι­σκό­που μας -πρώ­τα οι άρ­ρω­στοι και τα παι­διά- βά­ζον­τας τέρ­μα στην α­πελ­πι­σί­α μας και στη δυ­στυ­χι­σμέ­νη μας ζω­ή.
’­Κα­νείς δε θα κα­τα­λά­βει πώς φτά­σα­με στο ση­μεί­ο να σκο­τώ­σου­με τα ί­δια μας τα παι­διά.­.. Ο πό­νος και η α­πό­γνω­σή μας εί­ναι α­πε­ρί­γρα­πτη. Εί­θε ο θε­ός να μας συγ­χω­ρέ­σει κι οι άν­θρω­ποι να μας συμ­πο­νέ­σουν.­..’
Θ’ α­να­τρι­χιά­σω α­πό τη φρί­κη. Θα α­φή­σω το χαρ­τί στον ε­πι­σκο­πι­κό θρό­νο και θα βια­στώ να ε­πι­στρέ­ψω στο αυ­το­κί­νη­το πα­τών­τας και σπά­ζον­τας τους σκε­λε­τούς.
Στους δρό­μους θα συ­νω­στί­ζον­ται ε­κα­τομ­μύ­ρια, δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια τρω­κτι­κά. Το p­a­re-b­r­i­se θα γε­μί­σει κόκ­κι­νες πι­τσι­λι­ές· θ’ α­νοί­ξω τους υ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρες. Στις στρο­φές, οι ρό­δες θα γλι­στρά­νε πά­νω στα ξε­κοι­λι­α­σμέ­να πτω­μα­τά­κια. Θα ε­πι­τα­χύ­νω και θα γε­λά­ω δυ­να­τά, πα­ρα­νο­ϊ­κά.
«Χα-χα-χα! Κα­τα­ρα­μέ­να, κα­τα­ρα­μέ­να, σας πα­τά­ω, σας πα­τά­ω! Χα-χα-χα!» Θα ’­χω πα­ρα­φρο­νή­σει α­π’ την α­πέ­ραν­τη μο­να­ξιά και την α­πε­ρί­γρα­πτη φρί­κη.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

19. Ο Krill πεθαίνει


Θα δι­α­σχί­σου­με τη F­Y­R­OM, θα μπού­με στο K­o­s­o­vo, θα πε­ρά­σου­με την Πρί­στι­να και θα μπού­με στο έ­δα­φος της Σερ­βί­ας. Κά­ποι­α στιγ­μή το G­PS θα χά­σει την ε­πα­φή με το δο­ρυ­φό­ρο.
Θα α­πο­φα­σί­σω να πά­με δυ­τι­κά προς το M­o­n­t­e­n­e­g­ro. Θα χα­θού­με μέ­σα στα α­τέ­λει­ω­τα, γκρί­ζα βου­νά των Βαλ­κα­νί­ων που θα μοιά­ζουν με α­πέ­ραν­το, πε­τρω­μέ­νο ω­κε­α­νό. Οι δρό­μοι θα έ­χουν κλεί­σει α­πό κα­το­λι­σθή­σεις και κά­θε φο­ρά που θα συ­ναν­τού­με α­δι­έ­ξο­δο θα εί­μα­στε α­ναγ­κα­σμέ­νοι να ε­πι­στρέ­φου­με, και να παίρ­νου­με δι­α­φο­ρε­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση, δι­α­νύ­ον­τας μπρος-πί­σω δε­κά­δες χι­λι­ό­με­τρα μά­ται­α.
Ό­λη τη μέ­ρα θα πε­ρι­πλα­νι­ό­μα­στε, ώ­σπου αρ­γά το α­πό­γευ­μα θα τε­λει­ώ­σουν τα καύ­σι­μα και θα στα­μα­τή­σου­με. Θα κα­τέ­βω α­πό τη μη­χα­νή, θα κά­νω με­ρι­κά βή­μα­τα και θα κοι­τά­ξω γύ­ρω μου χα­μέ­νη· δε θα ξέ­ρω πού βρι­σκό­μα­στε.
Θα φά­με α­μί­λη­τοι και θα πέ­σου­με να κοι­μη­θού­με. Το άλ­λο πρω­ί θα πά­ρου­με ό­σες προ­μή­θει­ες σε νε­ρό και τρό­φι­μα έ­χου­με και θα ξε­κι­νή­σου­με πε­ζοί.
Μια βδο­μά­δα θα πε­ρι­πλα­νι­ό­μα­στε πά­νω στα ά­γρια και ά­νυ­δρα βου­νά χω­ρίς να συ­ναν­τή­σου­με ψυ­χή. Θα μας έ­χει α­πο­μεί­νει ε­λά­χι­στο νε­ρό, θα δι­ψά­με, θα εί­μα­στε κα­τά­κο­ποι, τα πό­δια μας θα τσού­ζουν α­π’ τις πλη­γές. Ο κα­η­μέ­νος ο K­r­i­ll θα υ­πο­φέ­ρει α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο για­τί οι a­l­b­i­no εί­ναι πο­λύ ευ­αί­σθη­τοι στον ή­λιο. Το δέρ­μα του θα έ­χει σκά­σει α­π’ την α­φυ­δά­τω­ση και στα χεί­λη θα έ­χει λευ­κούς, ξε­ρα­μέ­νους α­φρούς.
«Λάρ­ρα.­.­.» θ’ α­κού­σω· θα στρα­φώ και θα τον δω πε­σμέ­νο. «Δεν αν­τέ­χω άλ­λο.»
Θα του δώ­σω νε­ρό και θα τον βο­η­θή­σω να ση­κω­θεί. Θα περ­πα­τή­σου­με κά­να δυ­ο χι­λι­ό­με­τρα. Θα εί­ναι α­δύ­να­τον να συ­νε­χί­σει.
«Θα κοι­μη­θού­με ε­δώ και αύ­ριο το πρω­ί συ­νε­χί­ζου­με,» θα πω έ­χον­τας πο­λύ κα­κό προ­αί­σθη­μα.
Το άλ­λο πρω­ί ο K­r­i­ll θα εί­ναι σε πο­λύ χει­ρό­τε­ρη κα­τά­στα­ση· δε θα μπο­ρεί καν να ση­κω­θεί. Θα του δώ­σω ό­σο νε­ρό θα μας έ­χει α­πο­μεί­νει και θα προ­σπα­θή­σω να τον ση­κώ­σω· μά­ται­α. Δε θα μπο­ρεί να στα­θεί στα πό­δια του. Θα τον με­τα­φέ­ρω στη σκιά ε­νός θά­μνου.
«Πά­ω να φέ­ρω βο­ή­θεια,» θα πω.
Θα πά­ρω το σα­κί­διο και θα ξε­κι­νή­σω.
«Λάρ­ρα, μην πας.»
«Για­τί;»
«Εί­ναι μά­ται­ο, θα πε­θά­νω, το νι­ώ­θω· μεί­νε κον­τά μου· φο­βά­μαι.­.,.» θα πει με δυ­σκο­λί­α.
Ο ξε­ρός ά­νε­μος θα φυ­σά δαι­μο­νι­σμέ­να. Θα στέ­κω ε­κεί, κα­τα­με­σής στην ε­ρη­μιά, με­τα­ξύ ου­ρα­νού και γης, ά­πρα­γη, σαν κε­ραυ­νο­βο­λη­μέ­νο κού­τσου­ρο, κοι­τά­ζον­τας τη μα­κριά σκιά μου πά­νω στο σκλη­ρό, ά­γο­νο έ­δα­φος.
Θα πά­ω και θα ξα­πλώ­σω δί­πλα του και θα τον αγ­κα­λιά­σω. Θα η­ρε­μή­σει· θα μεί­νου­με έ­τσι.
«Μί­λα μου,» θα πει.
«Τι να πω;»
«Για τον κόσμο που θα ’ρθει. Πες μου ό­τι θα ’­ναι κα­λύ­τε­ρος... Ό­τι οι άν­θρω­ποι θα ζουν ευ­τυ­χι­σμέ­νοι.­..»
Δε θα ξέ­ρω τι να πω. Ο θά­να­τός μας εί­ναι η πιο α­λη­θι­νή στιγ­μή μας, και θα εί­ναι σαν να τον κο­ρο­ϊ­δεύ­ω λέ­γον­τάς του κοι­νο­το­πί­ες και ψεύ­τι­κες πα­ρη­γο­ρι­ές την ώ­ρα που θα πε­θαί­νει. Θα αι­σθαν­θώ ό­τι θα πρέ­πει να πω κά­τι ε­ξί­σου α­λη­θι­νό και ει­λι­κρι­νές. Και τό­τε θα πω κά­τι που δεν το ’­χα σκε­φτεί πιο πριν -ί­σως να το ’­χα α­κού­σει ή δι­α­βά­σει και το ’­χα ξε­χά­σει- κά­τι που η πα­ρά­ξε­νη α­λή­θεια των λέ­ξε­ων που θα το εκ­φρά­σει θα με ξαφ­νιά­σει και μέ­να α­κού­γον­τάς τες:
«Ο κό­σμος εί­ναι μια πα­γί­δα που μας έ­στη­σε το μυα­λό μας και πέ­σα­με μέ­σα. Δεν μπο­ρού­με ν’ αλ­λά­ξου­με τον κό­σμο K­r­i­ll· εί­ναι α­δύ­να­τον ν’ αλ­λά­ξου­με κά­τι που δεν υ­πάρ­χει.­.. Η ε­λευ­θε­ρί­α που εί­μα­στε, δεν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται α­πό κά­τι α­νύ­παρ­κτο.­.­.»
«Συ­νέ­χι­σε να μι­λάς Λάρ­ρα· νι­ώ­θω ό­μορ­φα ν’ α­κού­ω τη φω­νή σου.­.­.»
«Τον ε­πό­με­νο κό­σμο θα τον πλά­σου­με με τα ό­νει­ρά μας. Θα ζού­με τη ζω­ή σαν τα παι­διά που φτιά­χνουν δι­ά­φο­ρες ι­στο­ρί­ες στη φαν­τα­σί­α τους και τις παί­ζουν. Θα βλέ­που­με τη ζω­ή σαν ται­νί­α· θα γε­λά­με, θα κλαί­με αλ­λά θα ξέ­ρου­με ό­τι εί­ναι ται­νί­α· θα πι­στεύ­ου­με στα μά­τια και στ’ αυ­τιά μας αλ­λά δε θα τα εμ­πι­στευ­ό­μα­στε.­.­.»
Κά­ποι­α στιγ­μή θα πέ­σει σε λή­θαρ­γο. Αρ­γά το α­πό­γευ­μα θα ξε­ψυ­χή­σει· στην αγ­κα­λιά μου, σαν σπουρ­γί­τι. Ο K­r­i­ll θα πε­θά­νει ε­δώ· σ’ αυ­τή τη σε­λί­δα, σ’ αυ­τή την πα­ρά­γρα­φο, σ’ αυ­τή την τε­λεί­α. Θα με πιά­σουν τα κλά­μα­τα.­.. Θα τον α­γα­πού­σα τον K­rill· θα ή­ταν κα­λό πλα­σμα­τά­κι· δε θα εί­χε βλά­ψει ποτέ κα­νέ­ναν και θα συμ­πο­νού­σε τους άλ­λους.
«K­r­i­ll, κα­η­μέ­νε μου K­r­i­ll.­.­.» θα ψι­θυ­ρί­σω σφίγ­γον­τάς τον στην αγ­κα­λιά μου.
Θα ση­κω­θώ· δε θα ξέ­ρω τι να τον κά­νω. ‘Να τον θά­ψω.­.. Πώς;’ Δε θα έ­χω τί­πο­τα για να σκά­ψω, και το έ­δα­φος θα ’­ναι πο­λύ σκλη­ρό. Θα ψά­ξω τρι­γύ­ρω και θα βρω μια λακ­κού­βα. Θα ση­κώ­σω το ά­ψυ­χο σω­μα­τά­κι του· χω­ρίς ζω­ή θα μου φα­νεί πιο μι­κρό και πο­λύ ε­λα­φρύ. Για να χω­ρέ­σει στη λακ­κού­βα θα του λυ­γί­σω τα γό­να­τα. Θα το σκε­πά­σω με κλα­διά θά­μνων κι α­πό πά­νω θα το­πο­θε­τή­σω πέ­τρες. Θα ελ­πί­σω να μην το ξε­θά­ψουν τα τσα­κά­λια τη νύ­χτα και το φά­νε. Θα κά­νω έ­να μι­κρό σω­ρό α­πό πέ­τρες και στη κο­ρυ­φή του θα στή­σω το l­a­p­t­op του, σαν ση­μά­δι στο μνή­μα του.
Θα ση­κω­θώ. Δε θα ξέ­ρω τι άλ­λο να κά­νω· δε θα ξέ­ρω κα­μιά προ­σευ­χή· θα υ­ψώ­σω α­π’ την α­πό­γνω­ση το βλέμ­μα στον ου­ρα­νό και δε θα δω κα­νέ­να θε­ό για να βλα­στη­μή­σω. Θα ’­χουν κρυ­φτεί ό­λοι τους φο­βι­σμέ­νοι μην ξε­σπά­σει η ορ­γή μου πά­νω τους. Θα ζω σε μια ε­πο­χή χω­ρίς θε­ούς, που δε θα ξέ­ρει τι να κά­νει τους νε­κρούς της και πώς να τους α­πο­χαι­ρε­τή­σει. Θα εί­μαι πιο ά­δεια κι α­πό μή­τρα στεί­ρας γυ­ναί­κας.­..
Θα ση­κώ­σω το σα­κί­διο μου και θ’ αρ­χί­σω να περ­πα­τώ.­.. Θα στρα­φώ και θα κοι­τά­ξω πί­σω μου για τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Κα­νείς, πο­τέ δε θα μά­θει ποι­ος ή­ταν ο μι­κρός K­r­i­ll, πώς πέ­θα­νε, πού εί­ναι ο τά­φος του.­.. Και θα συ­νε­χί­σω το δρό­μο μου· θα κου­βα­λώ την α­σή­κω­τη α­π’ την θλί­ψη καρ­διά μου.
Δυ­ο μέ­ρες θα πε­ρι­πλα­νι­έ­μαι τρε­λή κι ε­ξαν­τλη­μέ­νη α­π’ τη δί­ψα μέ­σα στα ά­γρια βου­νά. Θα έ­χω ό­λη την κού­ρα­ση των αι­ώ­νων στην ψυ­χή μου κι ό­λο το βά­ρος της γης στους ώ­μους μου, ώ­σπου τε­λι­κά θα κα­ταρ­ρεύ­σω.
Θα μεί­νω πε­σμέ­νη ε­κεί, με το στό­μα γε­μά­το σκό­νη, πά­νω στη μαύ­ρη γη, κά­τω α­πό τον βα­θύ γα­λά­ζιο ου­ρα­νό, με­τα­ξύ ζω­ής και θα­νά­του. Θ’ α­κού­ω τα κρω­ξί­μα­τα των όρ­νι­ων α­πό πά­νω μου και θα τα φαν­τα­στώ να μου βγά­ζουν τα μά­τια και να μου τρώ­νε τα σπλά­χνα. Θα φαν­τα­στώ χρό­νια με­τά, το σκε­λε­τό μου σ’ αυ­τό το ί­διο ση­μεί­ο πά­νω στην έ­ρη­μη γη, στην ί­δια στά­ση.­.. Θα φαν­τα­στώ αι­ώ­νες με­τά, τον πα­νάρ­χαι­ο ά­νε­μο να λι­ώ­νει τα κό­κα­λά μου και να πα­ρα­σέρ­νει τη σκό­νη τους ώ­σπου να ε­ξα­φα­νι­στώ εν­τε­λώς.­.. Ό­μως, ό­σο το σκε­φτό­μου­ν, δεν μ’ έ­νοια­ζε που θα πέ­θαι­να· μ’ έ­νοια­ζε που θα πέ­θαι­να χω­ρίς να ξα­να­δώ τη B­l­u­ma.­..
Θα πέ­σει η νύ­χτα και θα ’­μαι α­κό­μα ζων­τα­νή. Με μια υ­πε­ράν­θρω­πη προ­σπά­θεια θα στρέ­ψω λί­γο το κε­φά­λι και θα δω τ’ ά­στρα. Και τό­τε θα μου πε­ρά­σει α­πό το μυα­λό η τε­λευ­ταί­α, η πιο πα­ρά­ξε­νη κι ί­σως η πιο α­λη­θι­νή σκέ­ψη της ζω­ής μου: ‘Εμ­φα­νί­στη­κα σαν κό­σμος. Υ­πάρ­χω πριν α­πό τ’ ά­στρα και θα ε­ξα­κο­λου­θή­σω να υ­πάρ­χω κι α­φού σβή­σουν. Εί­μαι η τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γός του σύμ­παν­τος: μ’ έ­να -κλαπ! των δα­κτύ­λων μου το εμ­φά­νι­σα, και μ’ έ­να - κλαπ! θα το ε­ξα­φα­νί­σω.’
Με­τά η Λάρ­ρα θα εγ­κα­τα­λεί­ψει την αν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση στην ο­ποί­α υ­πάρ­χουν χρό­νος, χώ­ρος, αι­τί­ες, γλώσ­σα, συ­ναι­σθή­μα­τα κλπ, και θα ε­νω­θεί μ’ αυ­τό που εν­τε­λώς α­ναί­τια κι α­νέλ­πι­στα εμ­φα­νί­ζε­ται σαν ‘αν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση’. 


Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

18. Η Λάρρα αυνανίζει τον Krill

Ο ή­λιος θα πε­τα­χτεί α­π’ το α­πέ­ναν­τι βου­νό, ό­πως το αί­μα α­π’ την πλη­γή. Με­τά α­πό πολ­λά χρό­νια θα ξυ­πνή­σω με ευ­χά­ρι­στη δι­ά­θε­ση κι αυ­τό θα συμ­βεί, για­τί θα πη­γαί­νω στην     B­l­u­ma.­..
Ο K­r­i­ll θα κοι­μά­ται α­κό­μα· θα ση­κω­θώ, θ’ α­πο­μα­κρυν­θώ κα­μιά τρι­αν­τα­ριά μέ­τρα και θα κα­τε­βά­σω το μπλου-τζην για να κα­του­ρή­σω. Θα στρα­φώ και θα δω τον K­r­i­ll να με κα­τα­σκο­πεύ­ει κου­νών­τας το χέ­ρι του μέ­σα στο s­l­e­e­p­i­ng-b­ag.
«Τι κά­νεις ε­κεί K­r­i­ll; Δεν ντρέ­πε­σαι να με κοι­τάς που κα­του­ρά­ω;»
Θα γί­νει κα­τα­κόκ­κι­νος σαν παν­τζά­ρι και θα γυ­ρί­σει α­πό την άλ­λη με­ριά.
Κά­τι θα με πιά­σει και θα θέ­λω να τον πει­ρά­ξω. Θα πά­ρω τον κα­φέ μου και θα καθίσω δί­πλα του.
«Κρυ­φο­κοί­τα­ζες τον κώ­λο μου, ε;»
«Συ­γγνώ­μη.­.­.» θα ψι­θυ­ρί­σει ντρο­πι­α­σμέ­νος.
«Ά­σε με να δω.­.­.» θα πω γλι­στρών­τας το χέ­ρι μου μέ­σα στο sleep­i­ng-b­ag.
«Ό­χι, ό­χι» θα φω­νά­ξει προ­σπα­θών­τας να το α­πο­μα­κρύ­νει.
Θ’ α­φή­σω τον κα­φέ κά­τω, και με­τά α­πό σύν­το­μη πά­λη, θα τον α­κι­νη­το­ποι­ή­σω και θα πιά­σω έ­να μι­κρό, σκλη­ρό πραγ­μα­τά­κι που θα χω­ρά ο­λό­κλη­ρο μέ­σα στην πα­λά­μη μου.
«Χα-χα-χα! Τ’ εί­ναι αυ­τό που πιά­νω, K­r­i­ll; Για­τί σου ’­γι­νε έ­τσι σκλη­ρό;»
Δε θα ’­χω την πα­ρα­μι­κρή ε­ρω­τι­κή δι­ά­θε­ση - εξ άλ­λου πώς θα ή­ταν δυ­να­τόν να μ’ α­ρέ­σει έ­νας πι­τσι­ρι­κάς a­l­b­i­no ό­πως ο K­r­i­ll! Θα το κά­νω α­πό σα­δι­στι­κή ε­πι­θυ­μί­α και αρ­ρω­στη­μέ­νη πε­ρι­έρ­γεια.­..
«Ε­σείς οι a­l­b­i­no.­., οι τρί­χες σας εί­ναι παν­τού ά­σπρες;» θα ρω­τή­σω προ­σπα­θών­τας να τον ξε­σκε­πά­σω.
«Μη Λάρ­ρα, σε πα­ρα­κα­λώ.­.­.» θ’ αν­τι­στα­θεί κρα­τών­τας σφι­χτά το s­l­e­e­p­i­ng-b­ag πά­νω του.
«Για­τί να μη δω;»
«Ό­χι, ό­χι, δε θέ­λω.»
«Για­τί;»
«Ντρέ­πο­μαι σου λέ­ω, ντρέ­πο­μαι!»
«Ε­πει­δή σου εί­ναι μι­κρή;»
Μέ­σα σ’ αυ­τή την α­πέ­ραν­τη ε­ρη­μιά, χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά α­πό τον κον­τι­νό­τε­ρο άν­θρω­πο, θα αι­σθά­νο­μαι α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νη να κά­νω ό,τι δε θα ’­κα­να πο­τέ στο μι­κρό δι­α­μέ­ρι­σμα της Α­θή­νας.
Θα του τρα­βή­ξω α­πό­το­μα το s­l­e­e­p­i­ng-b­ag.
«Κα­κό­μοι­ρε, εί­ναι πο­λύ μι­κρή.­.. Στα κο­ρί­τσια δεν α­ρέ­σουν οι μι­κρές. Κα­μιά δε θα σε θέ­λει,» θα πω με κα­κί­α, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να θα τον χα­ϊ­δεύ­ω.
Θα νι­ώ­σω μια δι­ε­στραμ­μέ­νη, ά­γρια χα­ρά να τον κά­νω να τε­λει­ώ­σει και με­τά να ντρέ­πε­ται να με κοι­τά­ξει. Θ’ α­νυ­πο­μο­νώ να δω πώς θα κα­τα­λή­ξει αυ­τή η ι­στο­ρί­α, που η ί­δια θα εί­χα ξε­κι­νή­σει και θα κου­νώ το χέ­ρι μου πά­νω-κά­τω με μα­νί­α. Ο K­r­i­ll θα ντρέ­πε­ται και θα σκε­πά­σει το πρό­σω­πό του με τον αγ­κώ­να του. Θα μου φα­νεί σαν να κλαί­ει σι­ω­πη­λά.
Ξαφ­νι­κά η λίμ­πιν­τό μου θ’ α­νε­βεί α­πό­το­μα στα ου­ρά­νια, και το σώ­μα μου θα ξε­χει­λί­σει α­να­πάν­τε­χα κι α­νε­ξέ­λεγ­κτα! Έ­τσι· χω­ρίς ν’ αν­τι­λη­φθώ α­πό που και πώς μου ’ρ­θε! Θα μου κο­πεί η α­νά­σα και το κορ­μί μου θα συ­σπα­στεί βου­βά ε­φτά - ο­κτώ φο­ρές. Ο K­r­i­ll θα με κοι­τά­ζει έκ­πλη­κτος.
«Λάρ­ρα, τι έ­πα­θες;­!»
Θα ση­κω­θώ χω­ρίς να πω τί­πο­τα και θ’ αρ­χί­ζω να μα­ζεύ­ω τα πράγ­μα­τά μου. Ε­κεί­νο, που θα σκό­πευ­α να κά­νω στον K­r­i­ll, θα το εί­χα πά­θει ε­γώ. Θα εί­χα γί­νει ρε­ζί­λι, αλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο θα α­πο­ρώ με τον ί­διο μου τον ε­αυ­τό. Υ­πο­τί­θε­ται ό­τι θα εί­χα τον έ­λεγ­χο της κα­τά­στα­σης, ό­τι θα μου ά­ρε­σαν οι γυ­ναί­κες, αλ­λά θα εί­χε α­πο­δει­χθεί ό­τι η σε­ξου­α­λι­κό­τη­τά μου έ­κρυ­βε πολ­λές ά­γνω­στες πτυ­χές.
«Μά­ζε­ψε τα πράγ­μα­τά σου· φεύ­γου­με,» θα του πω ψυ­χρά χω­ρίς να τολ­μώ να τον κοι­τά­ξω.