Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Ὁ ποιητὴς Κάρολος Μποντλαῖρος:



Ὁ ποιητὴς Κάρολος Μποντλαῖρος:
…Καὶ τότε ἓν ἄλμπατρος μετεμορφώθη εἰς ἄνδρα κομψῶς ἐνδεδυμένον ὅστις τείνων φιλικῶς τὴν χεῖρα, αὐτοσυνεσυστήθη:
       -«Κάρολος Μπωντλαῖρος· Παρίσιοι, 9 Ἀπριλίου 1821 - 31 Αὐγούστου 1867, ποιητὴς συμβολιστὴς»
       Ἔμεινα ἔκπληκτος!
       Αὐθορμήτως ἀπήγγειλα ἀπὸ στήθους τὸ ἀριστουργηματικόν του ποίημα, L’ albatros:

-«Souvent, pour s’amuser, les hommes d’equipage
Prennent des albatros, vastes oiseaux des mers[1]...»

       -«Λαρρὺ» εἶπεν Μπωντλαίρ, «μὴ φοβοῦ καὶ νὰ ἐλπίζῃς! Μεθ’ ὑμῶν γενόμεθα»
       -«Ποῖοι;!»
       -«Οἱ ἄγγελοι ποιηταὶ ὅλων των ἐποχῶν» εἶπεν δεικνύων εἰς τὸν οὐρανὸν τὰ σμήνη τῶν μυριάδων ὑπεριπταμένων ποιητῶν-πτηνῶν. «Χάρις εἰς τὴν ἀθωότητά σου διέβης τοὺς ὠκεανοὺς τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου ἀβρόχοις ποσί. Ἐπέστρεψε τώρα εἰς τὸ μέλλον ὅπου κατὰ τὴν κρίσιμον καὶ ἀποφασιστικὴν μάχην αἱ ταξιαρχίαι τῶν ποιητῶν θὰ συμπαραταχθοῦν παρὰ τῷ πλευρῷ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τῶν τυραννικῶν ἀνθρωποειδῶν»
       -«Θὰ νικήσωμεν;»
       -« ἀγὼν θὰ εἶναι ἀδυσώπητος κι ἀμφίρροπος· καὶ δὲν θὰ κριθῇ εἰς τὰς μηχανάς, τὰ ὅπλα καὶ τὸ χρῆμα, ἀλλὰ εἰς τὸ θεμελιῶδες πεδίον τῆς ὑπάρξεως ἐφοὗ ἱστάμεθα ὅλοι μὲ πέλματα γυμνά. ἀπάντησις εἰς τὸ θεμελιῶδες ἐρώτημα: ‘Ποῖοι εἴμεθα, καὶ πῶς μᾶς καλεῖ ζωὴ νὰ τὴν ζήσωμεν, θὰ κρίνῃ τὴν τελικὴν ἔκβασιν τῆς Ἱστορίας»
       -«Πῶς νὰ ζήσωμεν;»
       -«Νὰ ζήσωμεν τὸ σημαντικὸν – νὰ ζήσωμεν συμπαντικῶς. Νὰ ζήσωμεν τὴν ζωὴν ὁλοψύχως ἀπὸ τὸ τέλος μέχρι τὴν ἀρχήν.  Κατ’ ἐξοχὴν νὰ ζήσωμεν καὶ κατ’ οὐσίαν»
       -«Τί ἐννοεῖτε, Κάρολε;»
       -«Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα θὰ καταλάβητε... Ὅμως πρὶν θὰ ἔχωμεν πόλεμον μέχρις ἐσχάτων. Οἱ ὀλίγοι ἄνθρωποι θὰ σταθοῦν ἀκλόνητοι εἰς τὰ στενὰ ὑπερασπιζόμενοι τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ποίησιν. Ἀπέναντί τους θὰ παραταχθοῦν τὰ δισεκατομμύρια τῶν ἀψύχων. Κι ἀφοῦ οἱ δύο στρατοὶ ἀναμετρηθοῦν ὥρα πολὺ μὲ τὸ βλέμμα, τ’ ἀνθρωποειδῆ θὰ ἐπιπέσουν μὲ λυσσαλέον μῖσος καὶ φθόνον κατὰ τῶν ἀνθρώπων. Ἄλαλα τὰ ἀνδράποδα θὰ φονεύουν καὶ θὰ φονεύωνται κατὰ χιλιάδας χωρὶς πόνον καὶ θλῖψιν διότι ἀνάλγητα εἶναι καὶ οὐδὲν αἰσθάνονται. Οὐδὲ αἷμα μηδὲ δάκρυα θὰ ῥέουν ἐκ τῶν σωμάτων τους διότι στεγνὰ ἀπὸ ζωὴν εἶναι καὶ μηχανικῶς ὡς αὐτόματα κινοῦνται. Ὁ ἥλιος θ’ ἀποστρέψῃ τὸ πρόσωπον καὶ σκότος θὰ καλύψῃ τὴν ὑφήλιον· ἡ γῆ θὰ κορεσθῇ πτωμάτων, τὰ ὕδατα θὰ κοχλάζουν καὶ εἰς τὸν ἀέρα δαίμονες θὰ συρίζουν...»
       -«Θὰ νικήσουν οἱ ἄνθρωποι;»
       -«Εἰς τὸ τέλος τῆς ἡμέρας, οἱ ἐλάχιστοι ἐναπομείναντες ἄνθρωποι σιωπηλοὶ καὶ καταβεβλημένοι θὰ ἵστανται ἐπάνω εἰς τοὺς σωροὺς τῶν πτωμάτων. Καὶ αἴφνης κάποιος ἐξ αὐτῶν, θ’ ἀρχίσῃ νὰ ἅδῃ αὐθορμήτως μὲ δυνατὴν φωνήν, ἄσμα παράξενον καὶ πρωτάκουστον, καὶ οἱ ὑπόλοιποι θὰ τὸν ἀκολουθήσουν...»
      
Δέκα χιλιάδες κλωτσιὲς στὴ σάπια κοιλιὰ τοῦ καπιταλισμοῦ:


[1] Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
  άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης...

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Ἡ καταστροφὴ τοῦ σύμπαντος κόσμου:


  -«Ἡ ροὴ τοῦ χρόνου ἀποκατεστάθη» εἶπεν ἱκανοποιημένος ὁ Ἀνδρέ, καὶ κατόπιν φορέσας σκοτεινὸν προσωπεῖον ἐγονυπέτησεν καὶ ἤρχισεν νὰ ἠλεκτροσυγκολλᾶ ἐρραγισμένην πλήμνην ὀρειχαλκίνου τροχίλου. Αἱ λευκαὶ λάμψεις τῆς ἠλεκτροσυγκολλήσεως ἐφώτιζον τὴν τερατώδη μηχανήν, οἱ δὲ ἐκτοξευόμενοι φωτεινοὶ σπινθῆρες διέγραφον παραβολικὰς τροχιὰς χυνόμενοι ὡς ἡ πυρόλευκη κόμη τῆς Βερενίκης[1].
       Κι ἐνῷ  ἐθαύμαζον μὲ ἀνοικτὸν στόμα τὴν μνημειώδη ὑπερκατασκευήν, ἀσυνειδήτως τὰ δάκτυλά μου ἔπαιζον μικρὰν ἅλυσον...
       -«Μὴν ἐγγίζετε τίποτε! Θὰ προκαλέσητε ἀνυπολόγιστον καταστροφήν!» μὲ προειδοποίησεν ὁ Ἀνδρὲ ὑψώνων τὸ προσωπεῖον καὶ σπογγίζων τὸν ἱδρώτα τοῦ μετώπου του μὲ τὴν ἀνάστροφον τῆς παλάμης. «Πλησιάσατε ἐδῶ τὸν φανὸν ἵνα ἴδω»
       Καὶ ἐνῷ  ἐξέταζεν τὴν ραφήν, -κλίκ! εἵλκυσα τὴν μικρὰν ἅλυσον μὲ τὴν ὁποίαν ἔπαιζον μηχανικῶς τὰ δάκτυλά μου.
       Ἐπιπολαιότης; Ἀπερισκεψία; Ἀφροσύνη; Ἐλαφρότης; Παιγνιώδης διάθεσις; Τυχοδιωκτισμὸς ἢ μήπως νοσηρὰ περιέργεια νὰ ἴδω τί θὰ συνέβαινεν; Τίποτε ἐκ τῶν ἀνωτέρω· ἐπρόκειτο περὶ ὑποσυνειδήτου ἐπιθυμίας ὅπως καταστρέψω αὐτὸν τὸν ζοφερὸν κόσμον ὅστις ἵστατο ἐμπόδιον εἰς τὴν δημιουργίαν ἑνὸς νέου.
       Ἔσυρα λοιπὸν τὴν ἀσφαλείαν ἥτις συνεκράτει μέγαν πεῖρον, ἐπὶ τῆς ἀρθρώσεως τοῦ ὁποίου ἦτο συνηρμολογημένη τιτανία ἅλυσος εἰς τὸ ἄλλον ἄκρον τῆς ὁποίας ἦτο συνδεδεμένη ἡ γῆ, καὶ ἡ ὁποία ἅλυσος ἠνάγκαζεν τὸν πλανήτην μας νὰ ἐκτελῇ τὴν προδιαγεγραμμένην ἐτησίαν περιφοράν του. Ὁ πεῖρος ὠλίσθησεν ἐκ τῶν ὑποδοχῶν του κι ἔπεσεν εἰς τὸ κενόν... 
       -«Οὔπς!»
       Ἀπολυθείσης τῆς ἁλύσεως, ἡ γεώσφαιρα ἠκολούθησεν εὐθύγραμμον τροχιὰν ἐφαπτομένην τῆς ἐλλειπτικῆς εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνον εἰς τὸ ὁποῖον ἔπαυσεν νὰ ἀσκῆται ἡ κεντρομόλος δύναμις καί.., ἤρχετο κατεπάνω μας μετ’ ἀπιστεύτου ὁρμῆς!
       -«Μεσιέ, εἶσθε ἠλίθιος. Ἀπησφαλίσατε, ἐξετροχιάσατε τὴν γῆν! Ἐπὶ τῶν ἵππων, ἐπὶ τῶν ἵππων!» ἐκραύγασεν ὁ Ἀνδρέ.
       Ἐπηδήξαμεν ἐπὶ τῶν ράχεών τους καὶ πτερνίσαντες ἰσχυρῶς τὰ πλευρά των ἐχύθημεν εἰς τὸ σκότος ἐνῷ  ὀπίσω μας ἠκούομεν τὸν ἐντεινόμενον συριγμὸν τοῦ ἐπερχομένου κολοσσιαίου οὐρανίου σώματος.
       Μπουουούμ..!
       Ἡ ὑδρόγειος προσέκρουσεν ἐπὶ τοῦ τεραστίου ὡρολογιακοῦ μηχανισμοῦ τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ τὸν συνέτριψεν.  Σφῆνες, μακαράδες, τροχαλίαι, κρέκες, τύμπανα, παλάγκα, ἀνολκεῖς, παρέλες, ἀρτῆρες, ἀρτάναι, γάβριες, ἐπάρται, μαραβίλια, μποζαργάτες.., μύρια ὅσα στοιχεῖα ἐξετοξεύθησαν καὶ παρερχόμενα ὡς μύδροι παρὰ τῶν κεφαλῶν μας ἐχάνοντο συρίζοντα εἰς τὸ διάστημα.
       Κλαπατάκ! κλαπατάκ! κλαπατάκ…
       -«Λεφρὲ εἶσθε κακοποιός, δολιοφθορεὺς καὶ κορυφαῖος τρομοκράτης!»

Ἔεπ! Πῶς πᾶτε διακοπὲς χωρὶς τοὺς Ἀγγέλους...?


[1] ἀστεροειδὴς

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Οἱ συντηρηταὶ τοῦ σύμπαντος:

   
Ἐπὶ ὥρας ἐκαλπάζομεν ἐπὶ τοῦ ἀνωφεροῦς γαλαξίου –κοινῶς, ζουνάρι τῆς καλογριᾶς ἢ Ἰορδάνης ποταμὸς– καὶ αἱ ὁπλαὶ τῶν κελήτων ἵππων κτυποῦσαι ἐπὶ τῆς σκληρᾶς ἀστροστρώτου ὁδοῦ ἀντήχουν –κλαπατάκ! κλαπατάκ! κλαπατάκ! εἰς τὰς ἐσχατιὰς τοῦ σύμπαντος.
       -«Ὑψώσατε τὸν φανόν, μεσιὲ Λεφρέ· ὑψώσατε αὐτὸν ἵνα βλέπωμεν ποῦ ὑπάγομεν» ἐφώναξεν ὁ André Breton.
       -«Ποῦ ὑπάγομεν;»
       -«Θὰ σᾶς ἐξηγήσω: Ὅπως ἤδη γνωρίζετε, ἐγὼ κι ὁ Marcel εἴμεθα σουρρεαλισταὶ - μηχανοτεχνῖται οἱ ὁποῖοι πέραν τῶν ἐπισκευῶν τῶν βλαβῶν τοῦ ξενοδοχείου, ἔχομεν ἀναλάβει καὶ τὴν συντήρησιν τοῦ κοσμικοῦ μηχανισμοῦ. Καθῆκον μας εἶναι νὰ φροντίζωμεν διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τῆς συμπαντικῆς μηχανῆς λιπαίνοντες ἀνὰ τακτὰ διαστήματα διὰ μηχανελαίου τὰ τριβόμενα μέρη αὐτῆς οὕτως ὥστε νὰ ὀλισθαίνουν ἄνευ φθορῶν καὶ ἀθορύβως, ἀντικαθιστῶντες ὅπου χρὴ τὰ κατεστραμμένα μηχανικὰ στοιχεῖα διὰ καινουργῶν ἀνταλλακτικῶν...»
       -«..!»
       -«Βεβαίως, διότι τί νομίζετε ἀγαπητέ; Ὁ κόσμος μία μηχανὴ εἶναι -ἡ μηχανὴ τοῦ χρόνου- το δὲ σύμπαν ἓν πελώριον, ἀκριβὲς ὡρολόγιον. Ὅμως κάποια βλάβη ὑπέστη ὁ ὡρολογιακὸς μηχανισμὸς καὶ ὁ χρόνος ἔπαυσεν.
………………………………………………………………………………………………..
       Κλαπατάκ! κλαπατάκ! κλαπατάκ.., ὡς ἀπόκοσμοι ἱππότες ἐκαλπάζομεν εἰς τὴν ἀπέραντον, ἐρημίαν τοῦ διαστήματος. Ἐλάβομεν τὴν ἄγουσαν πρὸς τὸν Ἀλτάιρ, εἶτα κατηυθύνθημεν πρὸς τὸν Λαμπαδίαν ἢ Ἀλδεβαράν, καὶ τώρα ἐπορευόμεθα παρὰ κατακόρυφου δίσκου τεραστίας διαμέτρου ἐκ κρυσταλλικοῦ διαφεγγοῦς ἀχάτου λευκοτέρου χιόνος, ὅστις ἦτο ἡ.., πανσέληνος! Παρακάμπτοντες αὐτήν, ὤωω...!
       Ἐνώπιον τῶν ἐκθάμβων ὀφθαλμῶν μου ἀπεκαλύφθη ὁ ἀπειρομεγέθης ὠξειδωμένος ὡρολογιακὸς μηχανισμὸς τοῦ σύμπαντος κόσμου, μία παμπαλαία μηχανὴ ἰλιγγιώδους πολυπλοκότητος ἐκτὸς λειτουργίας.
       Ἀφιππεύσαμεν.
       -«Ἰδού, διατὶ ἔπαυσεν ὁ χρόνος»  εἶπεν ὁ μέγας Breton δεικνύων τὸν γαλαξίαν. «Εἶναι ἀποσυνεσπειρωμένος».
       -«Πῶς εἴπετε;»
       -«Ὁ γαλαξίας εἶναι τὸ ἐλατήριον τοῦ ὁποίου ἡ ἐλαστικὴ δυναμικὴ ἐνέργεια κινεῖ τὸν συμπαντικὸν ὡρολογιακὸν μηχανισμὸν» ἐξήγησεν ὁ Breton.
       Καὶ λέγων ταῦτα ἤρχισεν νὰ περιστρέφη χορδιστήριον καὶ ταυτοχρόνως -σᾶς ὀρκίζομαι!- εἶδον τὸν γαλαξίαν συσπειρούμενον.

Ἔεπ.., πῶς πᾶτε διακοπὲς χωρὶς τοὺς Ἀγγέλους..;

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Τὰ ἄλογα


Ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς ἀφυπνίσθην ὑπὸ ὑποκώφου σαλάγου συνοδευομένου ὑπὸ ἐντεινομένης, ὑποχθονίας δονήσεως καὶ τρομάξας ἀνεκάθησα εἰς τὴν κλίνην...
       -«Χέι-χέιι..!»
       Ἵπποι ἐξῆλθον ὁρμητικῶς ἐκ τοῦ δεξιοῦ τοίχου τοῦ δωματίου μου, καὶ ἐπ’ αὐτῶν διηύλαυνον γυμνοὶ οἱ σουρρεαλισταὶ γελῶντες ἠχηρῶς καὶ κραυγάζοντες!
    -«Μεσιὲ Λεφρέ! Ἀλεγρία! Ἀλεγρία! Ἐγέρθητε κι ἑνώθητε μεθ’ ἡμῶν! Προσχωρήσατε εἰς τοὺς ὑπερρεαλιστὰς εὐωχητάς!» ἐφώναξεν ὁ Marcel Duchamp διερχόμενος ἐπὶ κυρταύχενος ἵππου.
       -«Ἀλέστα Λεφρέ, ἀλέστα! Χὰ-χὰ-χά..!» ἤκουσα γνωστὸν κακαβιστὸν γέλωτα καὶ εἶδον τὴν Mona Lisa πετομένην, προσκρούουσαν εἰς τοὺς τοίχους τῇδε κακεῖσε, κρατοῦσαν φιάλην καμπανίτου οἴνου εἰς τὴν μίαν χεῖρα καὶ κρυστάλλινον ποτήριον εἰς τὴν ἄλλην...
       Πανδαιμόνιον ἐπεκράτει, ὁπλαὶ προέβαλλον ἐκ τῆς ὀροφῆς,  πυρρότριχες φορβάδες ἐνεπῆδον ἐν τῷ ὑπνοδωματίω, λευκόφαιοι πῶλοι ὑπερεπῆδον τὴν κλίνην μου, ἀτίθασοι κήλονες ἐκάλπαζον κι ἐτρόχαζον, καὶ εἰσερχόμενοι εἰς τὸν ἔναντι ἀριστερὸν τοῖχον ἐχάνοντο! Καὶ ἀφοῦ ὁλόκληρος ἀγέλη διέσχισεν τὸ δωμάτιόν μου καὶ τὸ κακὸν ἐπέρασεν, ἐπῆλθεν ἡσυχία κι ἐκαθήμην εἰς τὸ ἡμίφως καὶ ἠπόρουν, πῶς καὶ τί συνέβη...
       Χρεμετισμὸν ἤκουσα τότε, καὶ στραφεὶς ἀντίκρισα καθαρόαιμον φορβάδα μὲ στιλπνὸν μέλαν τρίχωμα ἀποκοπεῖσαν ἐκ τῆς ἀγέλης, ἥτις εἶχεν χώσει τὸ ῥύγχος της ἐντὸς τῆς ἱματιοθήκης μου καὶ ἠρεύνα τὰ θυλάκιά μου.
       Ὠργισμένος ἔλαβον τὸ ἀκουστικὸν τοῦ τηλεφώνου:
       -«Ἐδῶ μεσιὲ Λεφρέ. Θὰ ἤθελα τὸν maitre d’  hotel, παρακαλῶ!»
       -«Ἐδῶ maitre d’  hotel· τί σᾶς ἀπασχολεῖ μεσιέ;»
       -«Τὸ ξενοδοχεῖον σας εἶναι ἀπαράδεκτον! Εἰς τὸ δωμάτιόν μου εὑρίσκεται μία φορβὰς καὶ ὀσμίζεται διὰ τῶν μυκτήρων της τὰ ἐνδύματά μου! Πῶς τὸ ἐξηγεῖτε αὐτό;»
       -«Τὰ φαντάζεσθε»
       -«Τὰ φαντάζομαι;»
       -«Βεβαίως, τί ἄλλον!»
       -«Χμ, ἴσως... Θὰ τὸ σκεφθῶ. Συγγνώμην διὰ τὴν ἐνόχλησιν» Κλίκ!
      Ὤφειλον νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ἐξήγησις τοῦ κυρίου Μπαρντὸ ἦτο πλήρης, λακωνικὴ καὶ προπάντων λογική. Ἡ φορβὰς ἔστρεψεν τὴν κεφαλὴν καί.., μοῦ ὡμίλησεν μὲ ἀνθρωπίνην αὐδήν!
       -«Δὲν εἴμεθα ἵπποι· εἴμεθα ἄ-λογα»
       -«Τί ἄλογα;»
       -«Θυμοειδῆ κι ἀχαλίνωτα. Δηλαδή, εἴμεθα τὰ βασικά σας ἔνστικτα, οἱ παράφοροι πόθοι σας, τὰ ζωώδη πάθη, οἱ ἀνομολόγητοι ἐπιθυμίαι, οἱ ἀνεξέλεγκτοι φόβοι σας. Καταπεπιεσμένα καὶ ἀπωθημένα ὑπὸ τῆς λογικῆς καλπάζομεν ἐλεύθερα ὑποκάτω της συνειδήσεως -εἰς τὸ ὑποσυνείδητόν σας»
       -«Πὼ-πώ!»
    -«Ἐγὼ φέρ’ εἰπεῖν εἶμαι ἡ ἀχαλίνωτος, ἀπεριόριστος, ἀγρία ἀλλὰ καὶ ἁγία Φαντασία. Ἀγαπητέ μου κύριε, μόνον ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς μεταφέρω ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται ἡ ἐλπὶς»

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Ἡ σόμπα τῶν σουρρεαλιστῶν


Καὶ λέ­γων ταῦ­τα ἐ­ξε­δύ­θη ἀ­πο­φα­σι­στι­κῶς τοῦ ἐ­πι­σή­μου ἐν­δύ­μα­τός του, τὸ ἀ­νήρ­τη­σεν ἐ­πι­με­λῶς ἐκ με­γά­λου ἥ­λου ἐ­φη­λω­μέ­νου εἰς τὸν τοῖ­χον, ἤ­νοι­ξεν τὸ ἄ­νω μέ­ρος τῆς θερ­μά­στρας, ἔ­θε­σεν τὸν ἕ­να πό­δα ἐν­τός, κα­τό­πιν τὸν ἄλ­λον, καὶ κρα­τῶν εἰς τὴν πα­λά­μην μι­κράν πο­λύ­χρω­μον χρυ­σαλ­λί­δα – τὴν ψυ­χήν του, τὴν προ­σέ­φε­ρεν ἀ­νι­δι­ο­τε­λῶς εἰς τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα.
André  Breton δὲν ἐ­καί­ε­το! Δὲν ἐ­καί­ε­το δι­ό­τι δι­ὰ τῆς ποι­ή­σε­ως εἶ­χεν ὑ­περ­βῇ τὴν ἀν­θρω­πί­νην κα­τά­στα­σιν. Καὶ τό­τε ὁ μου­σό­πλη­κτος ποι­η­τὴς ἤρ­ξα­το ἀ­παγ­γέ­λων φλο­γε­ροὺς στί­χους ὡς παῖς ἐν κα­μί­νω φλε­γό­με­νος, ὡς μάρ­τυς πε­ρι­φλε­γὴς καὶ φλο­γώ­δης:

«Du vase en cristal de boheme
Du vase en cris
Du vase en cris
Du vase en
     En cristal[1]...»

Εἰς τὸ ­κου­σμα αὐ­τῶν τῶν στί­χων αἱ φλό­γες ­ξε­μά­νη­σαν καὶ ­ξε­το­ξεύ­θη­σαν ­ως τῆς ­ρο­φῆς· ­τρι­ζον καὶ ­σπιν­θη­ρο­βό­λουν καὶ André  Breton, σουρ­ρε­α­λι­στὴς ποι­η­τὴς μὲ τὴν ψυ­χὴν ἐν τῇ πα­λά­μῃ, ­θερ­μάν­θη ­πὸ κο­ρυ­φῆς μέ­χρις ­νύ­χων ­ως λευ­κο­πυ­ρώ­σε­ως, ­μοι­ά­ζων μὲ τὸν ­πα­στρά­πτον­τα θε­ὸν ­πόλ­λω­να, ­παγ­γέλ­λων λά­βρος μὲ στεν­το­ρεί­αν φω­νήν,

»Du vase en cristal de boheme
Boheme
Boheme
    Boheme...»

...καὶ ­χι μό­νον δὲν ­καί­ε­το, ἀλ­λὰ εἶ­χεν καὶ ­γρί­αν στῦ­σιν δι­ό­τι πυ­ρὰ ­λει­χεν μὲ τὰς γλώσ­σας της τὸ δυ­να­τόν του πέ­ος καὶ τοὺς σφιγ­κτούς του ὄρ­χεις ὡς ὀρ­γῶ­σα μαι­νάς.
Τὰ καυ­σα­έ­ρι­α ἐμ­βόμ­βι­ζον - μποὺμ-μποὺμ-μπούμ! ἐν­τὸς τοῦ κα­πνο­σω­λῆ­νοςκοι­νῶς, μπου­ρὶτὸ ­ποῖ­ον ­ξερ­χό­με­νον τοῦ πα­ρα­θύ­ρου, ­ξη­κόν­τι­ζεν τὸν κα­πνὸν πρὸς τὰ κά­τω ὁρ­μη­τι­κῶς, προ­ω­θὸν τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ον, ἀν­τι­θέ­τως, πρὸς τὰ ­νω, βά­σει τῆς θε­με­λι­ώ­δους φυ­σι­κῆς ἀρ­χῆς τῆς δι­α­τη­ρή­σε­ως τῆς ὁρ­μῆς.
­δὼν Marcel Duchamp τὴν ἔκ­φρα­σιν ­πο­ρί­ας ­πὶ τοῦ προ­σώ­που μου, δι­ευ­κρί­νη­σεν:
« θερ­μο­γό­νος δύ­να­μις τῆς ποι­ή­σε­ως τοῦ Ἀν­δρὲ Βρε­τὸν εἶ­ναι το­σοῦ­τον με­γά­ληπολ­λα­πλα­σί­α ­κεί­νης τῶν καυ­σο­ξύ­λων, τῆς κη­ρο­ζί­νης, ­κό­μη καὶ τοῦ ­γροῦ ­δρο­γό­νου­στε δύ­να­ται νὰ ­πο­θε­με­λι­ώ­σῃ ­λό­κλη­ρον ξε­νο­δο­χεῖ­ον καὶ νὰ τὸ ­νυ­ψώ­σῃ εἰς τοὺς αἰ­θέ­ρας
«Ἀ­πί­στευ­τον!»
« ποί­η­σις ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε, εἶ­ναι τὸ καύ­σι­μον τῆς ζω­ῆς, καὶ οἱ ποι­η­ταὶ οἱ θερ­μα­σταὶ αὐ­τῆς· θερ­μαί­νουν τὰς καρ­δί­ας τῶν ἀν­θρώ­πων


[1] Εἶναι τὸ ποίημα τοῦ André Breton, Pièce fausse.